Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ "ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ"




Ομιλία που εκφωνήθηκε σε εκδήλωση, που διοργάνωσαν 
ο Σύλλογος Ναυτικών Κεφαλονιάς "Νίκος Καββαδίας" και το Ίδρυμα Γεωργίου και Μάρης Βεργωτή
στο Αργοστόλι, στην αίθουσα εκδηλώσεων της Ναυτικής Σχολής  στις 29 Απριλίου 2017.
 


ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ «ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ»
Έκδοση του Συλλόγου Ναυτικών Κεφαλονιάς «Νίκος Καββαδίας»,
Αργοστόλι 2017, σελ. 416.


           Εδώ απόψε τεκμηριώνεται για άλλη μια φορά αυτό που γνωστός μας τραγουδοποιός έχει πει: «φτιάχνουν οι Έλληνες κυκλώματα και ιστορία οι παρέες». Μια «χαλαρή παρέα» απόμαχων δραστήριων ναυτικών συμπολιτών μας ξεκίνησε το 1999 και συνεχίζει, δέκα οχτώ χρόνια τώρα, να κρατά αναμμένο το φανάρι της ... στεριανής πορείας του Συλλόγου των Ναυτικών της Κεφαλονιάς «Νίκος Καββαδίας». Είπανε οι ναυτικοί μας να δοκιμάσουν να ... ταξιδέψουνε στη στεριά.
          Και σε αυτό το ... στεριανό του ταξίδι ο Σύλλογος Ναυτικών θέλησε, όπως κάθε σωστός καπετάνιος, να κρατήσει «Ημερολόγιο Γέφυρας». Έτσι, γεννήθηκε η γνωστή σε όλους μας εφημερίδα Θάλασσα. Σκέφτηκαν να ανοίξουν «ένα παράθυρο στον κόσμο», όπως οι ίδιοι δηλώνουν, για να πουν τα προβλήματά τους, να γνωστοποιήσουν τα αιτήματά τους, τις σκέψεις και τους προβληματισμούς τους – κι όχι μόνο για τα ναυτικά ζητήματα. Και στις κρίσεις τους ήταν και είναι αυστηροί. Γι’ αυτό και υπογραμμίζουν πως είναι και παραμένουν «απροσάρμοστοι», γι’ αυτό και χαρακτηρίζουν τους εαυτούς τους «ναυαγούς στη στεριά».
           Έπρεπε, δηλαδή, οι τωρινοί απόμαχοι/συνταξιούχοι της ποντοπόρας Εμπορικής Ναυτιλίας να αράξουν μόνιμα στη στεριά, για να συνειδητοποιήσουν ότι η ζωή στην ξηρά είναι δυσκολότερη και πολυπλοκότερη από την εργασία στη θάλασσα, όσο κι αν εμάς των μόνιμα στεριανών αυτό ακούγεται ως παραδοξολογία. Γράφουν χαρακτηριστικά: «Εκεί, στη θάλασσα, οι κίνδυνοι είναι γνωστοί και αναμενόμενοι. Αλλάζεις πορεία και τους αποφεύγεις. Κι αν δεν είναι εφικτό, η πείρα και η ναυτοσύνη θα σε βοηθήσει να τους αντιμετωπίσεις. Ακόμη και τις πειρατείες κάτι θα σκαρφιστείς για να αντιδράσεις. Οι σοβαρότεροι κίνδυνοι, τουλάχιστον για εμάς τους ναυτικούς, είναι εδώ, στη στεριά. Εδώ δεν υπάρχουν κανόνες ούτε λογική, είμαστε εντελώς άοπλοι. Με τι “όπλα” να αντιμετωπίσεις την ανικανότητα, την αδικία, την ανηθικότητα, τη βλακεία; Με τι πυξίδα να ταξιδέψεις ανάμεσα στις συμπληγάδες της μίζας, του ρουσφετιού, του λαδώματος».  Αυτά με άλλα λόγια ίσως να εννοούσε ο Ν. Καββαδίας, όταν έλεγε σε συνέντευξή του τον Οκτώβρη του 1974: «Φοβάμαι τη στεριά», ή όταν έγραφε στη Βάρδια  του: «Το πιο δύσκολο ταξίδι, το πιο επικίνδυνο, το ’καμα στην άσφαλτο, από το Σύνταγμα στην Ομόνοια»...

          Πάντως, είχαν δίκιο οι ναυτικοί μας για την έκδοση εφημερίδας. Σήμερα η Θάλασσα δεν είναι ένα απλό έντυπο ενός Συλλόγου. Μπορεί, βέβαια, να ... μυρίζει θάλασσα, έχει όμως καταστεί ένας χώρος καταγραφής της πραγματικότητας – όχι μόνο της ναυτιλιακής και ναυτικής – έχει καταστεί ένας στίβος διεκδίκησης αιτημάτων και ένας τόπος κατάθεσης απόψεων και πρωτοποριακών ιδεών. Με τη Θάλασσα έχει δυναμώσει η φωνή του Συλλόγου, έχει αυξηθεί το ειδικό βάρος των ναυτικών στην τοπική μας κοινωνία, αλλά και η ίδια η εφημερίδα έχει γίνει πυξίδα για εμάς τους στεριανούς. Οφείλουμε, λοιπόν, τιμή σε όλους εκείνους που αποφάσισαν και σήκωσαν έως τώρα την ευθύνη της ετοιμασίας, της κάλυψης της ύλης, της έκδοσης και κυκλοφορίας της εφημερίδας και ξεχωριστά στον καπεταν-Διονύση Μαρκέτο, τον εμπνευστή, πρωτοστάτη και βασικό εργάτη αυτής της δραστηριότητας.
          Παιδί τούτης της εφημερίδας είναι το σημερινό βιβλίο με τον ευφυέστατο τίτλο, άμεσα δεμένο με το θαλασσινό επάγγελμά των δημιουργών του, Ταξιδεύοντας με το [πλοίο, δηλαδή τον Σύλλογο] “Nίκος Καββαδίας”. Πρόκειται για ένα βιβλίο, που στις 416 σελίδες του περιλαμβάνει κείμενα - άρθρα και σχόλια, αποφάσεις και επιστολές του Συλλόγου, αναμνήσεις και ιστορίες διάφορες – κείμενα δημοσιευμένα στην εφημερίδα του Συλλόγου, τη  Θάλασσα. Και το βιβλίο αυτό δε θα εκδιδόταν και μάλιστα με τη συγκεκριμένη καλαίσθητη μορφή, αν δε χρηματοδοτούσε την έκδοση το Ίδρυμα Γεωργίου και Μάρης Βεργωτή. Πέρα από την πράγματι πετυχημένη επιλογή των κειμένων και την ορθή ομαδοποίησή τους, για την οποία  πρέπει να συγχαρούμε τον ανθολόγο του βιβλίου καπετάν Βαγγέλη Μαρκέτο, επιτρέψτε μου να υπογραμμίσω τουτοδώ: δεν είναι υπερβολή, αν πω ότι η έκδοση αυτού του βιβλίου συνιστά σημαντικότατη πράξη, καθώς μπαίνει στο ράφι της τοπικής μας ιστορίας ένα ντοκουμέντο για τον αυριανό ερευνητή. Πολυποίκιλα τα θέματα που διαπραγματεύεται, πολυδιάστατη η πληροφόρηση που προσφέρει, αναντικατάστατη σε πάρα πολλά ζητήματα η προσφυγή σε αυτό· για τούτο και μπορεί να θεωρηθεί απαραίτητο τεκμήριο της σύγχρονης ζωντανής πραγματικότητας.

          Από τα ποικίλα θέματα, που θίγονται σε αυτό το βιβλίο, η δική μου παρουσίαση θα περιοριστεί σ’ εκείνα που αναφέρονται στα προβλήματα και τα αιτήματα του κλάδου των ναυτικών αλλά και στα ζητήματα που και σε τοπικό επίπεδο ανέδειξε, προώθησε ή δεν μπόρεσε να λύσει ο Σύλλογος Ναυτικών Κεφαλονιάς. Και δεν είναι λίγα ούτε επουσιώδη τα θέματα αυτά. Σε κάθε φύλλο της η Θάλασσα  τα κατέγραφε, τα προωθούσε, τα σχολίαζε τεκμηριωμένα, απαιτούσε τη λύση τους. Πρόκειται για προβλήματα που δε λύθηκαν στην ώρα τους και διαιωνίζονται, για  προβλήματα που δημιουργήθηκαν και δημιουργούνται εξαιτίας της κάθε φορά κυβερνητικής πολιτικής και τακτικής και όχι με την υπαιτιότητα των ναυτικών.
--- Έλλειψη ναυτιλιακής πολιτικής με σοβαρά δείγματα αδιαφορίας ή εγκληματικών νομοθετικών ρυθμίσεων από την πλευρά του αρμόδιου υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας  και κατ’ επέκταση της κάθε φορά κυβερνητικής εξουσίας επισημαίνει το βιβλίο. Το αρμόδιο υπουργείο εφαρμόζει διαχρονικά, υποστηρίζουν οι ναυτικοί μας, μια ακατανόητη πολιτική ουσιαστικής «αποναυτοποίησης» της Εμπορικής Ναυτιλίας, καθώς νoμοθετεί ουσιαστικά ερήμην των άμεσα ενδιαφερομένων, των ναυτικών δηλαδή και μάλιστα της ποντοπόρας Εμπορικής Ναυτιλίας. Δεν είναι, μάλιστα, άγνωστες οι περιπτώσεις φωτογραφικών νομοθετημάτων, δανειοδοτήσεων κυρίως ακτοπλόων εφοπλιστών (τα γνωστά θαλασσοδάνεια), ποικίλων οικονομικών καταχρήσεων και γενικότερα συντήρησης της διαπλοκής και επιβίωσης «τρωκτικών».
--- Η παραπάνω πολιτική έχει οδηγήσει στη δραματική μείωση του αριθμού των Ελλήνων ναυτικών, με αποτέλεσμα η ελληνική Εμπορική Ναυτιλία να έχει μετατραπεί απλά σε ελληνόκτητη. Στα πλοία τώρα οι Έλληνες εφοπλιστές προσλαμβάνουν μόνο Έλληνες πλοιάρχους – ούτε ανθυποπλοιάρχους, ούτε υποπλοιάρχους. Αλλά και για κατώτερο πλήρωμα προτιμούνται οι ξένοι. Οι ίδιοι οι ναυτικοί μας μιλούν για ουσιαστική «εκδίωξη» των Ελλήνων ναυτικών μέσα από τα ελληνόκτητα πλοία με τις οδηγίες των εφοπλιστικών γραφείων, καθώς τα τελευταία έχουν ήδη παραδοθεί σε ναυάρχους και τεχνοκράτες, σε συνεργασία με τις δουλεμπορικές στοές του Πειραιά. Και δεν είναι μόνο αυτό – είναι και το ότι σήμερα οι εναπομείναντες Έλληνες ναυτικοί χάνουν σιγά αλλά σταθερά την επαφή τους με τη ναυτοσύνη.
--- Θεωρώ σημαντική διάσταση της δράσης του Συλλόγου την ενασχόλησή του με το θέμα της Ναυτικής Εκπαίδευσης. Δεν μπορεί να υπάρξει αξιόπλοη Εμπορική Ναυτιλία, τονίζουν οι έμπειροι ναυτικοί μας, χωρίς εκπαιδευμένο προσωπικό. Αναρωτιούνται αν οι υπάρχουσες Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού παρέχουν τα απαραίτητα και κατάλληλα εφόδια, αν μέσα από τη σύγχρονη  παρεχόμενη εκπαίδευση προάγεται η ναυτοσύνη, η κύρια, η χαρακτηριστική δηλαδή ιδιότητα του  ναυτικού. Και τούτο γιατί, όπως οι ίδιοι μας εξηγούν, στο σχεδιασμό των εκπαιδευτικών προγραμμάτων συμμετέχουν άνθρωποι, που «δεν τολμούν ή δεν θέλουν» να δώσουν τη σωστή κατεύθυνση, αγνοώντας τους αποδειγμένα γνώστες και έμπειρους φορείς της ναυτοσύνης, τους μάχιμους δηλαδή πλοιάρχους. Επιπλέον, επισημαίνουν την έλλειψη του Υπουργείου στο ζήτημα σταθερής πολιτικής για την προσέλκυση των νέων στο ναυτικό επάγγελμα.         
          Πάντως, σε τοπικό επίπεδο ο Σύλλογος έχει επιδιώξει και έχει σε γενικές γραμμές πετύχει καλή συνεργασία με τη Διοίκηση της τοπικής Ναυτικής Σχολής. Καταγράφεται, ωστόσο, στο βιβλίο το επεισόδιο του φθινοπώρου του 2015 με τον αποκλεισμό του προέδρου του Συλλόγου Τάσου Παγουλάτου από τους χαιρετισμούς κατά την τελετή υποδοχής των νέων σπουδαστών. Διαμαρτυρήθηκε τότε εντονότατα ο Σύλλογος για την απαράδεκτη στάση του Διοικητή, η οποία έθιξε «ανεπίτρεπτα ολόκληρη τη ναυτική οικογένεια».
 --- Σοβαρότατα παραμένουν τα προβλήματα την ναυτικής οικογένειας τα σχετικά με την ιατροφαρμακευτική της περίθαλψη και με τη συνταξιοδότηση των απόμαχων του επαγγέλματος – προβλήματα που προέκυψαν λόγω της πραγματικής, σε «ανύποπτο» χρόνο, καταλήστευσης του Ταμείου τους, του γνωστού ΝΑΤ, και της κακοδιοίκησης του Οίκου του Ναύτη, και τα οποία προφανώς επιδεινώθηκαν εξαιτίας των μνημονιακών πολιτικών.
          Διδακτορικά θα μπορούσαν να γραφτούν για την κακοδαιμονία του ΝΑΤ, για το έγκλημα που έγινε μέσα και γύρω από αυτό. Ένα εύρωστο ταμείο, που γι’ αυτό άνοιξε τις ορέξεις πολιτικών και παρατρεχάμενων, κατέληξε προβληματικό, παράλυτο και αναξιόπιστο. Προφανώς, το έγκλημα έχει ονοματεπώνυμο, κανείς όμως δεν ελέγχθηκε και κανείς δεν πλήρωσε. Γι’ αυτό δικαιολογημένα αγανακτούν οι ναυτικοί μας: «[...] όταν εμείς θαλασσαδερνόμασταν και οι γυναίκες μας και τα παιδιά μας περιστασιακά μόνο γνώριζαν σύζυγο και πατέρα, γύρω από τα λεφτά του ΝΑΤ, τα λεφτά μας, επί 10ετίες είχε στηθεί ένα ατελείωτο τσιμπούσι, όπου όλα αυτά τα πιράνχας που προαναφέραμε, τρώγανε, πίνανε, ρευόντουσαν και μας στέλνανε το λογαριασμό»...
          Φυσικά, δεν παραλείπεται η απόδοση ευθυνών και στους κατά καιρούς εκπροσώπους των Ναυτικών στη διοίκηση του ΝΑΤ, οι οποίοι συμφωνούσαν ή ανέχονταν την κακοδιαχείριση και το «πλιάτσικο» στο Ταμείο τους, όταν δίνονταν δανεικά κι αγύριστα σε εφοπλιστές, όταν πληρώνονταν ταξίδια, επιδόματα και γενικότερα αργομισθίες σε συγγενείς και φιλαράκια υπουργών, ναυάρχων και προέδρων, όταν αγοράζονταν δομημένα ομόλογα, όταν «διευκολύνονταν» ενοικιαστές ακινήτων του ΝΑΤ, όταν συνταξιοδοτούνταν «ναυτικοί» με πέντε χρόνια υπηρεσία, όταν ενισχύονταν από τα χρήματα των ναυτικών Αιγυπτιώτες και Ρωσοπόντιοι, ποδοσφαιριστές και άλλες «ευπαθείς» κοινωνικές ομάδες. Γιατί τέτοια συνέβαιναν στο πολύπαθο ΝΑΤ...
          Αλλά και ο Οίκος του Ναύτη (Ο.Ν.), που έχει αναλάβει την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των ναυτικών και των οικογενειών τους, λειτουργεί με χρόνια προβλήματα, τα οποία εντοπίζονται στον τρόπο διοίκησης και οικονομικής διαχείρισης του οργανισμού.  Στο Αργοστόλι ο Σύλλογος Ναυτικών έδειξε συνεχές το ενδιαφέρον του για τη σωστή λειτουργία του Ο.Ν. Πρωτοστάτησε για την κάλυψη ιατρικού προσωπικού, έδωσε λύσεις για την καλύτερη εξυπηρέτηση των ναυτικών και των οικογενειών τους, αλλά και προώθησε και έλυσε, και με δικά του χρήματα, προβλήματα ανακαίνισης και λειτουργικότητας του κτηρίου και προώθησε μηχανολογικό εξοπλισμό.        
          Και μια και μιλούμε για τον τοπικό Ο.Ν. δε γίνεται να μην αναφερθώ στην αναλγησία της κεντρικής διοίκησης αυτού του οργανισμού, όταν ο Σύλλογος Ναυτικών ζήτησε να στεγαστεί σε αναξιοποίητο/κενό χώρο του κτηρίου, προκειμένου να λύσει το πρόβλημα της μόνιμης στέγασής του. Το αίτημά του, ωστόσο, παρά τα επανειλημμένα έγγραφά του, ποτέ δεν κατέστη δυνατόν να ικανοποιηθεί. Και να σκεφτεί κανείς ότι το κτήριο αυτό έχει κατασκευαστεί με χρήματα της κεφαλονίτικης εφοπλιστικής οικογένειας των Βεργωτήδων και για την ανακαίνισή του έχει συνδράμει οικονομικά και ο Σύλλογος Ναυτικών. Η .. πάνσοφη, όμως, ελληνική νομοθεσία και όσοι την ερμηνεύουν ή την υλοποιούν έκριναν πως οι ναυτικοί της Κεφαλονιάς δεν μπορούν να στεγαστούν σ’ έναν κατ’ ουσίαν δικό τους, κεφαλονίτικο χώρο. Δεν το προβλέπει ο Νόμος, απαντούν οι καρεκλοκένταυροι της Αθήνας, οι οποίοι δεν μπορούν ή φοβούνται να κάνουν την υπέρβαση, προκειμένου να εξυπηρετηθεί μια κοινωνική ανάγκη, οι οποίοι δεν μπορούν και ίσως δε θέλουν να καταλάβουν τουτοδώ το απλό, που υπογραμμίζουν οι ναυτικοί μας: «Εμείς είμαστε οι Κεφαλονίτες ναυτικοί, που με την υπεραξία της δουλειάς μας στα καράβια των Βεργωτήδων, στα οποία κάποιοι από εμάς περάσαμε ολόκληρη τη ναυτική ζωή μας, τους βοηθήσαμε να κάνουν δωρεές στο Δημόσιο για κοινωφελείς σκοπούς, όπως αυτό το όμορφο κτήριο του Οίκου Ναύτου Αργοστολίου»...
--- Τέλος, καίριο αίτημα του ναυτικού κόσμου είναι και παραμένει η νομοθετική κατοχύρωση του εκλογικού δικαιώματος των ναυτικών σε καθολική βάση – κάτι που χρονίζει αδικαιολόγητα. Κρίνεται ακατανόητη η συμπεριφορά της Πολιτείας για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα λειτουργίας του δημοκρατικού μας πολιτεύματος: οι ναυτικοί,  ιδιαίτερα εκείνοι στα ποντοπόρα πλοία, οι «εν πλω» ναυτικοί, παρ’ όλο που αποτελούν μια πολυπληθή κατηγορία του πληθυσμού, παρ’ όλο που συνιστούν σταθερούς πρεσβευτές της χώρας σε όλη την υδρόγειο, παρ’ όλο που έχουν συμβάλει και συμβάλουν στην ανάπτυξη της χώρας, δεν έχουν το δικαίωμα ψήφου...

         Ωστόσο, θεωρώ απαραίτητο να αναφερθώ επιγραμματικά σε σημαντικές και σημαδιακές πρωτοβουλίες του Συλλόγου Ναυτικών, οι οποίες καταγράφονται και κάποτε σχολιάζονται στο βιβλίο. Πρόκειται για πρωτοβουλίες, που φωτογραφίζουν τις ευαισθησίες, τις νοοτροπίες και γενικότερα τη φιλοσοφία ζωής των ναυτικών μας:
--- Για τις 18 θεές της θάλασσας, έργο της  κεραμίστριας Έφης Σπηλιώτη, ο Σύλλογος έχει ζητήσει από τους αρμόδιους να τοποθετηθούν επιτέλους σε δημόσιο χώρο – άλλωστε για τέτοιο προορισμό φιλοτεχνήθηκαν και για τέτοιο χώρο αγοράστηκαν. Προτείνει μάλιστα την είσοδο του «Μπαστουνιού», έτσι ώστε με τις απαραίτητες ξενόγλωσσες διευκρινιστικές επιγραφές να αποτελέσουν αντικείμενο θαυμασμού των ξένων επισκεπτών αλλά και μέσο ανάδειξης της πλούσιας αρχαιοελληνικής μας μυθολογίας. Για την ώρα οι 18 θαλασσινές θεές «δάνεισαν» τις φωτογραφίες τους, για να στολιστούν οι σελίδες του αποψινού βιβλίου.
--- Για να τιμηθεί η προσφορά και η θυσία των Κεφαλονιτών ναυτικών στη μάχη του Ατλαντικού κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Σύλλογος των Ναυτικών έχει ζητήσει να τοποθετηθεί σε εμφανές σημείο του Αργοστολιού πινακίδα με τα ονόματα των 100 περίπου νεκρών συμπολιτών μας. Για την ώρα έχει αναρτήσει τον κατάλογο στα γραφεία του.
--- Ενδιαφέρθηκε επίσης και επικρότησε το στήσιμο Μνημείου του Ναύτη στη Σάμη, ευελπιστώντας και σε άλλα παρόμοια και στις άλλες περιοχές του νησιού.
--- Προέβαλε μέσα από την εφημερίδα του και γενικότερα μέσα από τη δράση του την έρευνα του Ιόνιου Πανεπιστήμιου για τη μελέτη της Επτανησιακής Ναυτιλίας. Από αυτήν την πανεπιστημιακή έρευνα τεκμηριώθηκε η παρουσία της Κεφαλονιάς ως αξιόλογου ναυτότοπου, και ο Σύλλογος το προέβαλε αυτό με παρουσιάσεις ειδικών βιβλίων και μελετών και με άλλες σχετικές εκδηλώσεις.
--- Παραλείπω τη γραφειοκρατική οδύσσεια, που πέρασε ο Σύλλογος, προκειμένου να αντικαταστήσει την περίφραξη στην προτομή του Ν. Καββαδία.
          Τέλος, στο βιβλίο ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να διαβάσει και να κρίνει για το θάρρος και την τόλμη του το Σύλλογο και ειδικότερα τους υπεύθυνους της εφημερίδας, της οποίας ξαναθυμίζουμε «παιδί» της είναι το σημερινό βιβλίο, καθώς έγραψαν και ξαναέγραψαν για θέματα δύσκολα και δύστροπα, χωρίς υπεκφυγές και φιοριτούρες, χωρίς μισόλογα – θέματα  όπως είναι
-- οι ευθύνες, ατομικές και συλλογικές, των ίδιων των ναυτικών για την «ιδιοτελή συμπεριφορά» τους σε ζητήματα εργασιακά και τη «χλιαρή αντίδρασή» τους στα τεκταινόμενα σε βάρος τους πριν και μετά τα μνημόνια,
-- η δυστοκία του Συλλόγου σε περιόδους εσωτερικών εκλογών και ανάδειξης νέων διοικήσεων,
-- η συμβολή του Έλληνα καπετάνιου και ναυτικού στη σωτηρία ναυαγών και την περισυλλογή προσφύγων
-- οι λόγοι της διαφθοράς και διαπλοκής στην ελληνική Πολιτεία με την κακοδιαχείριση και το οικονομικό φαγοπότι από συγκεκριμένες πολιτικές και οικονομικές ομάδες,  καθώς και τα λαοκτόνα αποτελέσματα της μνημονιακής πολιτικής απ’ όποιο κόμμα ή συνασπισμό κομμάτων κι αν αυτή εφαρμοζόταν ή και εφαρμόζεται,
-- και αρκετά άλλα.

          Το βιβλίο, το οποίο απόψε εδώ παρουσιάζουμε - καταστάλαγμα σκέψης και δράσης, αγωνίας και ελπίδας των απόμαχων ναυτικών συμπολιτών μας - μάς απέδειξε το εξής αναμφισβήτητο: Ναυτικός δεν είναι απλά και μόνο ο εργάτης, κατώτερος ή ανώτερος, της θάλασσας· ναυτικός δεν είναι μόνο μια πηγή πλούτου, ατομική και εθνική. Ο ναυτικός πρώτα και πάνω απ’ όλα είναι ή καταλήγει να είναι μαχητής ιδεολογικός, εργάτης κοινωνικός, πρεσβευτής πολιτιστικός. Και τούτο γιατί η ίδια η φύση της εργασίας του, ειδικότερα στα ποντοπόρα πλοία, τον μετατρέπει σε φορέα νέων ιδεών, τον καθιστά μήτρα προωθημένων αντιλήψεων. Άλλωστε, χάρη στο εμπόριο και τη ναυτιλία επικοινώνησαν οι άνθρωποι μεταξύ τους και συναντήθηκαν οι ιδέες και άλλαξαν τα πράγματα.
          Επομένως, για να ξαναγυρίσω σε αυτό που έλεγα στην αρχή της ομιλίας μου, Ο Σύλλογος Ναυτικών Κεφαλονιάς, η παλιά δηλαδή «χαλαρή παρέα», έχει ήδη γράψει ιστορία. Προέβαλε και ανέδειξε την ιδιαιτερότητα και την προσφορά του ναυτικού,  καταξιώθηκε ως συλλογικότητα στην τοπική κοινωνία με την πολυδιάστατη προσφορά του, που πρέπει να συμπληρωθεί και με άλλα ακόμη, όπως το Ναυτικό Μουσείο και το Ναυτικό Αρχείο Κεφαλονιάς. Γι’ αυτό το «Νίκος Καββαδίας» πρέπει να συνεχίσει να ταξιδεύει στα ... στεριανά νερά – νερά  θολά βέβαια, νερά ίσως πιο δύσκολα από εκείνα της Γης του Πυρός ή της Νέας Ζηλανδίας. Θα είναι, νομίζω, λάθος ανεπανόρθωτο το όποιο ... ξεμπαρκάρισμα.
          Οι Κεφαλονίτες ναυτικοί μας με μια πλούσια συλλογική δράση και εμπειρία δέκα οχτώ χρόνων θέλω να πιστεύω ότι θα συνεχίσουν να παλεύουν με τα άγρια κύματα της στεριάς και τις στεριανές αντιλήψεις, αποδεικνύοντας σε όλους εμάς τους στεριανούς, όπως είχε κάποτε πει ο Άγγελος Μπενετάτος, πρώτος πρόεδρος του Συλλόγου,  ότι οι ναυτικοί δε γνωρίζουν μόνο αν ο μπόσουλας γυρίζει ή το καράβι, αλλά μπορούν, ζυμωμένοι με την άγρια ομορφιά της θάλασσας, να ερεθίζουν πολλές χορδές της ανθρώπινης ψυχής και του νου – απόδειξη η πλούσια δεκαοχτάχρονη πορεία του Συλλόγου και η αντίστοιχη χρονικά περίπου κυκλοφορία της Θάλασσας και το θαλερό παιδί της, το σημερινό βιβλίο.
         

ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ "ΚΡΑΣΟΠΑΤΕΡΑΣ". ΜΙΑ ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ




 Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Περί Ιστορίας, τ. 7 (2015), σσ. 131-148.



                                                                                          
           Σε ένα λογύδριό του το 1873 ο Ληξουριώτης λόγιος Ιωάννης Αραβαντινός «Κρασοπατέρας»[1] επικαλέστηκε τη ρήση του αρχαίου στωικού φιλοσόφου Κλεάνθη «τοὺς ἀπαιδεύτους μόνῃ τῇ μορφῇ τῶν θηρίων διαφέρειν».[2] Ακροατές του ήταν οι Αρχές και πλήθος κατοίκων του τότε Δήμου της Λιβαθώς Κεφαλονιάς, ο οποίος τελούσε μνημόσυνο στη μνήμη του Αντωνίου Ιγγλέση,[3] που πριν από ένα χρόνο είχε πεθάνει στην Κωνσταντινούπολη, όπου δραστηριοποιείτο εμπορικά, και με τη διαθήκη του προνοούσε για τη λειτουργία σχολείου στο χωριό της καταγωγής του, την Πεσάδα. Ώριμος πια ο ομιλητής, γνώριζε και από δικές του εμπειρίες τη σημασία της μάθησης και της μελέτης και ήθελε να «μετακενώσει» στο εκλεκτό του ακροατήριο την αξία της γνώσης άρα και το καθήκον, που είτε ατομικά είτε συλλογικά είχαν να στηρίξουν την εκπαίδευση και γενικότερα την παιδεία της νέας γενιάς. Και καλούσε όλους «[…] ἐν πνεύματι ἑνότητος πρὸς εὐόδωσιν τοῦ ἱεροῦ τούτου ἔργου [της παιδείας]. Ἄς χειραγωγήσωμεν τὴν νέαν γενεὰν εἰς τὰ παμφαῆ τῆς παιδείας ἀνάκτορα πρὸς κτῆσιν τοῦ μόνου ὰθανάτου κτήματος τῆς παιδείας. Ἰδίως δὲ ὑμεῖς, ὦ πατέρες, διδάξατε τὰ τέκνα ὑμῶν τὸ ὅτι ἡ παιδεία ἐν μὲν ταῖς εὐτυχίαις κόσμος ἐστίν, ἐν δὲ ταῖς ἀτυχίαις καταφυγὴ. Μὴ ἀμελήσητε τοῦ ἱεροῦ τούτου καθήκοντος, διότι καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς βλάπτετε καὶ τὰ τέκνα σας καταστρέφετε».[4]
          Ο Ι. Αραβαντινός δεν ευτύχησε να κάμει ανώτερες σπουδές. Η φτωχή αγροτική του καταγωγή (από τους Σουλάρους Παλικής της Κεφαλονιάς) δεν του επέτρεψε να φοιτήσει σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και να πάρει τα φώτα της Εσπερίας, ούτε καν να περάσει τις πόρτες της Ιόνιας Ακαδημίας στην Κέρκυρα. Μόνος του, μετά τα βασικά μαθήματα που άκουσε κοντά στο θείο του ιερέα Διονύσιο Αραβαντινό[5] αλλά και εκείνα που παρακολούθησε στο Δευτερεύον Σχολείο (το Λύκειο δηλαδή) του Ληξουριού,[6] αφοσιώθηκε στη μελέτη της αρχαίας ελληνικής και λατινικής φιλολογίας και μελέτησε συγγράμματα Νεοελλήνων διαφωτιστών.[7] Η προσωπική του προσπάθεια και εμπειρία και η αυτομόρφωσή του τού δίδαξαν αυτά, που θα μάθαινε στη Δύση για τις αρχές και τις θέσεις του Διαφωτισμού: πίστεψε στην παιδαγωγική και αναπλαστική δύναμη της γνώσης και στον κοινωνικό της ρόλο.
          Ως δάσκαλος σε σχολικές μονάδες της Κεφαλονιάς, όπου δίδαξε,[8] έδωσε, σύμφωνα με μαρτυρίες, τον καλύτερο εαυτό του, αφήνοντας στους συναδέλφους και τους μαθητές του τις καλύτερες εντυπώσεις για την προσήλωση στο καθήκον, για το ζήλο και τη μεταδοτικότητα της διδασκαλίας του. Ο Θεόδωρος Καρούσος,[9] που αρκετά χρόνια δίδαξε και για κάποια περίοδο διεύθυνε την Πετρίτσεια Σχολή στο Ληξούρι, όπου δίδαξε και ο Ι. Αραβαντινός, εγκωμίαζε τον τελευταίο, «ὅστις διὰ τε τὸ εὐμέθοδον τῆς παραδόσεως, οὐχ ἧττον ἤ καὶ διὰ τὴν ἐπιδεξιότητα, δι’ ἧς λαμβάνει τὸ ἐνδόσιμον κατὰ τὰς ὥρας τῆς διδασκαλίας του, νὰ ἐγχαράττῃ εἰς τὰς ἁπαλὰς τῶν νέων ψυχὰς αἰσθήματα πατριωτικῆς ἀρετῆς, εὐσεβείας καὶ χρηστότητος, συντείνει οὐχί ὀλίγον εἰς τὴν τῶν μαθητευόντων διάπλασιν»,[10] αλλά και ο Ηλ. Τσιτσέλης, μαθητής στην ίδια Σχολή, όπου είχε δάσκαλο τον Ι. Αραβαντινό, μας πληροφορεί ότι διατηρούσε ζωηρή τη μνήμη «τῆς φιλοπάτριδος, καὶ εὐμεθόδου διδασκαλίας του, καὶ τῆς ἐνθουσιώδους εὐγλωττίας αὐτοῦ παραδίδοντος τὴν ἑλληνικὴν ἱστορίαν».[11]

          Ο Ι. Αραβαντινός μεγάλωσε και ανδρώθηκε την εποχή της Αγγλοκρατίας.[12] Ήταν, ωστόσο, τότε αισθητός ακόμη στην Κεφαλονιά και ειδικότερα στο Ληξούρι ο απόηχος του Διαφωτισμού, καθώς η περιοχή υπήρξε σοβαρή εστία της μετακένωσης των ιδεών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Θυμίζουμε την πλούσια παιδευτική δραστηριότητα από τα χρόνια της Βενετοκρατίας: τη Σχολή του Βικέντιου Δαμοδού στα Χαβριάτα καθώς και το Εκπαιδευτήριο των Λειχουδών και τη Σχολή του Μιχαήλ Μοσχόπουλου στο Ληξούρι.[13] – Χαβριάτα και Ληξούρι δεν απέχουν πολύ από τους Σουλάρους, το χωριό καταγωγής του Ι. Αραβαντινού. Αλλά και κατά τη Βρετανική Προστασία στο Ληξούρι λειτούργησε από το 1849 η περίφημη Πετρίτσεια Σχολή με σπουδαίους καθηγητές[14] και μετατράπηκε σε σπουδαίο φάρο παιδείας και φιλελευθερισμού.[15] Όντας, λοιπόν, το Ληξούρι ένας  σημαντικότατος θύλακας του Διαφωτισμού, δεν μπορεί παρά να επηρέασε έναν νέο σαν τον Ι. Αραβαντινό, που είχε έφεση προς τα γράμματα και επιζητούσε τη νέα, τη δημιουργική γνώση. Άλλωστε, η προσωπική του βιβλιοθήκη με πράγματι αξιοπρόσεκτα βιβλία,  όπως θα αναφέρουμε σε άλλο σημείο αυτού του κειμένου, την οποία συγκρότησε από τα νεανικά του προφανώς χρόνια και συνεχώς τη συμπλήρωνε, φιλοξενούσε συγγράμματα Ελλήνων διαφωτιστών και βιβλία γενικότερα επηρεασμένα από το διαφωτιστικό πνεύμα.
          Παράλληλα, ο Ι. Αραβαντινός ωρίμασε πολιτικο-κοινωνικά μέσα σε ένα κλίμα κυβερνητικού αυταρχισμού αλλά και διακίνησης επαναστατικών ιδεών και προσδοκιών, σε ένα κλίμα καταπιέσεων και διώξεων αλλά και αναστατώσεων και συγκρούσεων. Στην παιδική του ηλικία έμαθε ότι είχε ξεκινήσει και συνεχιζόταν εκείνα τα χρόνια στις απέναντι οθωμανοκρατούμενες ελληνικές περιοχές η Επανάσταση των Ελλήνων (1821-1829), στην οποία συμμετείχαν και Κεφαλονίτες συμπατριώτες του, και αμέσως μετά άκουσε για την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους (1830). Στα εφηβικά του χρόνια άκουγε συζητήσεις ανάμεσα σε συμπολίτες του, που ζητούσαν να φύγουν οι Άγγλοι από το νησί του και τα υπόλοιπα Ιόνια νησιά και να ενωθούν τα Επτάνησα με το νέο ελληνικό κράτος.
          Καθώς έφτανε στα 30 του χρόνια (1849) δεν μπορεί παρά και ο ίδιος, όντας ανήσυχος και φιλελεύθερος, να συμμετείχε σε συζητήσεις, συναντήσεις και ομαδοποιήσεις, που σχετίζονταν με αγωνιστικές σκέψεις και δράσεις οι οποίες θα σχηματοποιούσαν και θα ενεργοποιούσαν το ριζοσπαστικό κίνημα.[16] Σύγχρονος των λαϊκών εξεγέρσεων του Σταυρού (1848) και της Σκάλας (1849) με την αιματηρή καταστολή της δεύτερης,[17] είχε πια συνειδητοποιήσει ακόμη περισσότερο τη θέση και το ρόλο του στην τοπική κοινωνία και την υποχρέωσή του στην ανάληψη ατομικής και συλλογικής δράσης, υπεύθυνης και προγραμματισμένης, για την εκπλήρωση του λαϊκού ριζοσπαστικού αιτήματος της ένωσης των Επτανήσων με μια δημοκρατική Ελλάδα. Tότε (τέλη 1849 – αρχές 1850) παρατηρήθηκε στο Ληξούρι έντονη κινητικότητα, που κατέληξε στην ίδρυση της ριζοσπαστικής πολιτικής λέσχης «Η Ομόνοια».[18] Μεταξύ των 36 ιδρυτικών μελών συμπεριλαμβανόταν και ο Ι. Αραβαντινός.[19] Έτσι, τεκμηριώνεται επιτέλους η οργανωτική σχέση του τελευταίου  με τη ριζοσπαστική «Ομόνοια», καθώς μέχρι σήμερα ήταν σίγουρη μόνο η ιδεολογική του σχέση με το ριζοσπαστισμό μέσα από τη δημοσίευση ποιημάτων του σε ριζοσπαστικές εφημερίδες.

          Πράγματι, ο Ι. Αραβαντινός από πολύ νωρίς έγραφε στίχους, με αφορμή καθημερινά πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα ή για να σατιρίσει πρόσωπα και πράγματα του κοινωνικού του περίγυρου και της τρέχουσας πολιτικής κατάστασης, χωρίς ωστόσο να εξαιρεί από τη σάτιρα και τον εαυτό του. Αγαπημένο του μοτίβο ήταν το κρασί, γι’ αυτό και έλαβε το προσωνύμιο «Κρασοπατέρας».[20] Όλα τα «κρασοποιούσε», αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον αδόκιμο όρο. Με άλλα λόγια όλα τα παρατηρούσε με βάση το κρασί, όλα τα συνδύαζε με το κρασί: πολιτική, θρησκεία, πατρίδα, φιλία, εχθρότητα, εκλογικές μάχες, όλα περνούσαν από τα κρασοβάρελά του, όλα μούσκευαν μέσα στις κρασοκανάτες του. Η σάτιρά του διέθετε έμπνευση· ο στίχος του ήταν ανάλαφρος, με μεγάλη επινοητικότητα. Χρησιμοποιούσε συνήθως το διάλογο και έγραφε στο τοπικό ιδίωμα. Γενικότερα, πάντως, ο «Κρασοπατέρας» συνέχιζε μια ζωντανή τοπική προφορική λαϊκή παράδοση. Τα ποιήματά του τα δημοσίευε σε εφημερίδες της εποχής ή τα κυκλοφορούσε σε ξεχωριστά μονόφυλλα, ενώ ωραία λυρικά του ποιήματα μελοποιήθηκαν τότε από τον αξιόλογο συντοπίτη του μουσουργό και ιδρυτή της Φιλαρμονικής Σχολής του Ληξουριού  Πέτρο Σκαρλάτο.[21]
          Αξίζει, λοιπόν, να σταθούμε σε αυτή την πλευρά της προσφοράς του Ι. Αραβαντινού. Γιατί, με τα δεδομένα εκείνης της εποχής και εκείνης της συγκυρίας, η δημοσίευση αντιπροστασιανών κειμένων με εθνικοπατριωτικό και φιλελεύθερο-ριζοσπαστικό περιεχόμενο, που στόχευαν εναντίον της Βρετανικής Προστασίας και των κάθε λογής υποστηρικτών της, συνιστούσε αντιστασιακή πράξη, καθώς  μπορούσε να επιφέρει σκληρές τιμωρίες στους εκδότες των εφημερίδων και τους συγγραφείς των κειμένων. Με τα ποιήματα, που έστελνε για δημοσίευση, καυτηρίαζε το προστασιανό καθεστώς και κατήγγελλε τους εγχώριους  εκφραστές του, εμψύχωνε το εθνικό φρόνημα του λαού και  καλλιεργούσε τον ενωτικό πόθο, ενώ γενικότερα στήριζε το ριζοσπαστικό αγώνα, καλώντας πάντοτε τους συμπολίτες του σε επαγρύπνηση. Οι εφημερίδες, που φιλοξένησαν ποιήματά του, ήταν Ο Φιλελεύθερος του Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου, η Αναγέννησις του Ιωσήφ Μομφερράτου και Ο Χωρικός με συντάκτες τους Δημήτριο Δαυή και Μιλτιάδη Κουρβισιάνο,[22] ο οποίος εκδόθηκε μετά από σχετική απόφαση του «Δημοτικού Καταστήματος»·[23] δημοσιεύτηκαν τρία στην πρώτη,[24] τέσσερα στη δεύτερη[25] και δύο ποιήματα στην τρίτη εφημερίδα αντίστοιχα.
          Το πρώτο χρονολογικά ποίημα του Ι. Αραβαντινού «Κρασοπατέρα» το δημοσιεύει η Αναγέννησις: «Η Άνοιξις και ο θρήνος της Ορφανής» είναι ο τίτλος του.[26] Ορφανή είναι η Επτάνησος, της οποίας τον πόνο δεν καταπραΰνει ούτε η Άνοιξη. Γι’ αυτό «ἐγὼ [= η Επτάνησος] ’ς τὰ τόσα κάλλη / Ὡς νεκρὴ ἀδιαφορῶ»· για 35 χρόνια «’ς τὸ στῆθός μου πατοῦσι / Πόδες ἐχθρικοὶ καὶ ξένοι!». Ελπίζει όμως ότι τα παιδιά της θα πάρουν εκδίκηση και τότε, «ὅταν τῆς μητρός μου / Αἱ ἀγκάλαι μὲ δεχθῶσι, / Καὶ αἱ ἀδελφ’ ἑνωμέναι / Μιὰ τὴν άλλη μᾶς ἰδῶσι», θα μπορέσει να απολαύσει τις ομορφιές της Άνοιξης. Ελπίδα θέλει να προσφέρει ο ποιητής, να τονώσει το αίσθημα του καθήκοντος και του αγώνα.
          Στο Φιλελεύθερο δημοσιεύεται το δεύτερο ποίημα του «Κρασοπατέρα» με τίτλο «Διάλογος βαρυθυμοῦντος ποιητοῦ μετὰ τῆς Λύρας του».[27] Ο ποιητής, απογοητευμένος από την κατάσταση, που επικρατεί στην πατρίδα του, προτρέπει την – προσωποποιημένη – Λύρα του να πάνε στα ελεύθερα δάση, γιατί «Ἐδῶ ποῦ τῶν Ἄγγλων πατεῖ τὸ ποδάρι, / Μαραίνετ᾿ ἡ φύσις καὶ σβυέται μὲ μιά!». Η Λύρα, όμως, τον πείθει να μείνουν, γιατί αν και  συμφωνεί βέβαια «οἱ Ἄγγλοι πῶς εἶναι πασάδες, / Κ᾿ οἱ φίλοι τους ᾿ντόπιοι, μονάτα σκυλιά», ωστόσο πιστεύει βαθιά ότι  «Τῆς φύσις [sic] οἱ νόμοι, ποτὲ δὲν ἀλλάζουν, / Γηράζουν καὶ πίπτουν ζυγοὶ οἱ σκληροὶ. / Κι᾿ ἂν τώρα τὰ ἔθνη, θρηνοῦν καὶ στενάζουν, / Σ᾿ ὀλίγον βροντάει, φωνὴ τρομερή». Είναι προφανής ο στόχος της δημοσίευσης του συγκεκριμένου ποιήματος: επειδή έχει απλωθεί η τρομοκρατία, πρέπει να στηριχθεί ο λαός, να μη φοβηθεί και λουφάξει, γιατί η ιστορία και η ζωή διδάσκουν ότι η αλλαγή θα έρθει οπωσδήποτε και γι’ αυτό δεν πρέπει να χάσει την ελπίδα του.
          Οι επόμενες χρονολογικά δημοσιεύσεις συνιστούν ποιητικές διασκευές δύο γνωστών μύθων του Αισώπου: «Γάϊδαρος και Αλουπού»,[28] «Τσίντσικας και Μέρμηγκας».[29] Μέσα από αυτές του τις δημιουργίες ο ποιητής καλούσε με αλληγορικό τρόπο τους συμπατριώτες του να αντιδράσουν στην παραπλάνηση των Άγγλων, γιατί όσες μεταρρυθμίσεις και αν οι τελευταίοι καθιερώσουν, οι Επτανήσιοι θα παραμένουν υποταγμένοι: μπορεί να φόρεσε το αφεντικό στο γάιδαρό του «χρυσό σαμάρι» και να καμάρωνε το ζώο γι’ αυτό, η αλεπού  όμως που είδε τη σκηνή «ἐξεράθηκε ἀπ᾿ τὰ γέλοια, καὶ τοῦ λέει μὲς τ᾿ αὐτὶ, / ΓΑΪΔΑΡΕ !!! Τὰ ἂλλα ζῶα, μ᾿ ὅσα καὶ ἂν φέρῃς πλούτη / ΓΑΪΔΑΡΟ !… θὲ νὰ σὲ λένε, καὶ τ᾿ Ἀφέντη δουλευτή». Τους καλούσε, επίσης, να μην τεμπελιάζουν σαν τον τζίτζικα, να μην αφήνουν τον καιρό να περνά, γιατί είναι σε βάρος τους· αντίθετα όφειλαν να προετοιμάζονται. Ο Ι. Αραβαντινός, χωρίς ο ίδιος να παίρνει θέση, βάζει τον αναγνώστη, τον κάθε πολίτη να προβληματιστεί: «Ἂν τήν κατάστασίν σου καλὰ παρατηρήσῃς / Εὐκόλως καὶ τὸν μῦθον, μπορεῖς νὰ ἐξηγήσῃς». 
          Τα επόμενα δύο χρονολογικά δημοσιευμένα ποιήματα τα φιλοξένησε η Αναγέννησις: τίτλοι τους είναι «Πρόβατα και λύκοι»[30] και «Επιθύμιον».[31] Οι Επτανήσιοι, που είναι τα πρόβατα, προστατεύονται από τους Ριζοσπάστες, που είναι οι σκύλοι, για τους οποίους λένε οι άνθρωποι της Προστασίας, οι καταχθόνιοι δηλαδή, που είναι οι λύκοι:  «[…] Πρόβατα μ’, ἂν σᾶς μισοῦμε, / Ἡ αἰτία τῆς ἐχθριᾶς μας εἶν’ οἱ φύλακές σας σκύλοι. / Διῶξτέ τους, καὶ τότε φίλοι κι’ ἀδελφοὶ σας θὰ γενοῦμε, […]». Στο «Επιθύμιον» ο ποιητής καλεί το λαό να μην υποκύψει ούτε στις προσφορές αλλά ούτε και στις απειλές της Προστασίας αλλά να μείνει σταθερός στη ριζοσπαστική του ιδεολογία. Αξίζει να μεταφέρουμε εδώ αυτό το μικρό απόσπασμα: «Τέτοια καὶ ὁ Ἄγγλος λέει. – τί σᾶς φταίω ’γώ; Σεῖς φταῖτε / Πὄχετε τοὺς ριζοσπάστας καὶ φωνάζουν καὶ ὑβρίζουν, / Διῶξτέ τους, καὶ, μὰ τὸν ἅδη! ἄλλοτε δὲν ματακλαῖτε, / Οὔτε αἵματα θὰ ἰδῆτε, καθὼς ἴδετε, ν’ ἀχνίζουν. / […] / Αὐτὰ λὲν οἱ λύκοι Ἄγγλοι, ἀδελφοί μου σκλαβωμένοι!!! / Ἔχετ’ ἀνοικτὸ τὸ μάτι, μὴ ὁ λύκος μᾶς ξεσχίσῃ.» Και καταλήγει: «Ὁ καθεὶς νὰ λέῃ πρέπει: Ἂς κρεμάσῃ, ἂς ξεσχίσῃ, / Ἀλλ’ ἀπὸ τὸν ἐθνισμὸν μου δὲν ’μπορῶ νὰ σαλευθῶ, / Οὔτε τὴν ριζοσπαστίαν δύνατ’ Ἄγγλος νὰ μὲ πείσῃ, / Μ’ ὅσους Χάρους κι ἂν προβάλῃ, πώποτε νὰ ἀρνηθῶ». Είναι φανερό ότι στα δύο αυτά ποιήματα ο Ι. Αραβαντινός παίρνει σαφέστατα θέση υπέρ του ριζοσπαστισμού.
          Όσο πλησίαζαν οι εκλογές του 1852 για την ανάδειξη της Ι΄ Ιόνιας Βουλής, ο καθεστωτικός αυταρχισμός δυνάμωνε. Η τοπική εξουσία με  έπαρχο τον καταχθόνιο Δ. Καρούσο και η Υψηλή Αστυνομία εκφόβιζαν και απειλούσαν, εκβίαζαν και εξαγόραζαν, επέβαλλαν «κατ’ οίκον» περιορισμούς και άλλες διώξεις.[32] Η συμμαχία κυβερνητικών/καταχθονίων και μεταρρυθμιστών έπρεπε να χτυπηθεί και ο λαός άφοβα να προσέλθει στην κάλπη, για να καταψηφίσει καταχθόνιους και μεταρρυθμιστές και να υπερψηφίσει με θάρρος τους ριζοσπάστες υποψήφιους. Τότε, λοιπόν, λίγες ημέρες πριν από την ψηφοφορία  (22-23 Ιανουαρίου 1852), δημοσιεύτηκε νέο ποιητικό κείμενο του Ι. Αραβαντινού τούτη τη φορά στο Χωρικό, με τίτλο «Ο Κρασοπατέρας».[33] Στην αρχή περιγράφεται η δύσκολη κατάσταση: «Ἡ ’ψυλὴ [sic] ἀστυνομία … ἕως τώρα κυβερνάει, / Καὶ τοὺς ἄνδρας τῆς Πατρίδας ’ς τὰ ξερονήσια πετάει» και η κυβέρνηση «γυρεύει, μοναχοὶ μας / Νὰ τῆς δώσωμε ’ς τὸ χέρι καὶ Πατρίδα κ’ ὕπαρξί μας». Και σε αυτό της το έργο η Αστυνομία βοηθούς έχει τους μεταρρυθμιστές, που τώρα είναι προδότες, καθώς «προδόταις λέμε ὅλους, ὅσους φίλους σὺ [= η κυβέρνηση] τοὺς ἔχεις». Αλλά «ὁ λαὸς δὲν βεβηλόνει, γιὰ τῶν προδοτῶν χατήρι. / Ναὶ ἡ ἐκλογὴ θὰ δείξῃ, / Πῶς τὸ ἅγιο κρασὶ μας, κάθ’ ἐπιβουλὴ θὰ πνίξῃ». Γι’ αυτό «εἰς τ’ ἀνάθεμα ἄς πᾶνε οἱ δουλεύοντες τοὺς ξένους, / […] / Ὦ Ἀδελφοὶ ἂν ἀγαπᾶτε τὸν Θεὸν καὶ τὴν Πατρίδα, / Ἂν ’ς τὰς φλέβας σας ὑπάρχῃ αἷμα ’λληνικὸ ρανίδα, / Μὴ προδώσετε χιλιάδες / Διὰ δύο-τρεῖς, ποῦ θέλουν νὰ τοὺς ἔχωμε πασάδες». Μπορούμε πράγματι να δεχτούμε ότι με το παραπάνω δημοσιευόμενο ποίημά του ο Ι. Αραβαντινός θέλησε να «δράσει» ως διαμορφωτής της κοινής γνώμης ενόψει των εκλογών.
          Πέρασαν περίπου επτά χρόνια, για να δημοσιευτεί νέο ποίημα του Ι. Αραβαντινού «Κρασοπατέρα». Τον Οκτώβριο του 1858 η Αναγέννησις φιλοξένησε το τιτλοφορούμενο «Ο Κρασοπατέρας εις τα 1858».[34] Αναφέρεται στην άφιξη το Νοέμβριο του 1858 στα Επτάνησα του έκτακτου απεσταλμένου της Μ. Βρετανίας Γλάδστωνα (William Edwart Gladston), ο οποίος ερχόταν, για να πείσει τους Ιόνιους να δεχτούν συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, στην πραγματικότητα δηλαδή τη συνέχιση της Βρετανικής Προστασίας.[35] Ο ερχομός του, βέβαια, συνοδευόταν από υπερβολικού βαθμού ελπίδες για ικανοποιητική λύση του Επτανησιακού Ζητήματος. Και ακριβώς αυτή τη διάσταση του ερχομού του θέλει να διασκεδάσει με το ποίημά του ο «Κρασοπατέρας». Καλοδεχούμενος, λέει, ας είναι ο Γλάδστων, («Εἰς ὑγείαν τῆς Πατρίδος! Καὶ τοῦ Γλάδστωνα! Ποῦ φτάνει [=έρχεται]»), ο οποίος από τις μελέτες του «καλὰ γνωρίζει / Πῶς τοῦ Ἕλληνα τὸ στῆθι γιὰ Ἐλευθεριὰ στραγγίζει». Πρέπει, ωστόσο, να παραδεχτεί ο Άγγλος απεσταλμένος ότι «δὲν εἶν’ πρέπον χωρισμένα / Ἀπ’ τὴ Μάνα [= την Ελλάδα] τὰ παιδιὰ [= τα Επτάνησα] / Τόσους χρόνους νὰ βαστοῦνε, μὲ μία τεχνικὴ σκλαβιά. / […] / Ἂς τὴ μάθῃ, τῆς καρδιᾶς μας καὶ τοῦ νοῦ μας τὴν ἀλήθεια, / Πῶς τὰ ἅγια του λόγια γιὰ ’μᾶς εἶναι παραμύθια. / Κ’ ἔτσ’ ἡ Μάνα μας μᾶς λείψῃ, / Ὅ, τ’ ἡ Μητρυιὰ μᾶς δώσῃ, δὲ μᾶς ἀφαιρεῖ τὴ θλίψι». Δεν αφήνει, δηλαδή, περιθώρια για άλλες σκέψεις ή πράξεις: καλοδεχούμενος θα είναι ο Άγγλος ελληνιστής, αν συμβάλει στην ένωση των Επτανήσων με το ελληνικό κράτος. Κάθε άλλη επιλογή απορρίπτεται από τον επτανησιακό λαό.[36]

          Στο μεταξύ, ο ριζοσπαστικών αντιλήψεων και με τη θεωρητική υποδομή του Διαφωτισμού «Κρασοπατέρας» αποφάσισε να ακολουθήσει μοναστική ζωή. Το Σεπτέμβριο του 1852, στα 33 του χρόνια, αποσύρθηκε στο μοναστήρι των Κηπουριών,[37] για να μονάσει. Δε γνωρίζουμε το λόγο ή τους λόγους,  που οδήγησαν τα βήματά του στο μοναστήρι. Ο βιογράφος του Ηλ. Τσιτσέλης δεν αναφέρει κάτι σχετικό, άλλες πληροφορίες πάντως θεωρούν ως κύριο λόγο εγκατάλειψης των εγκοσμίων το θάνατο και της τρίτης γυναίκας του: αυτόν αναφέρει στο χειρόγραφό του ο Χ. Λιναρδάτος,[38] τον ίδιο αναφέρουν και οι πολιτικοί του αντίπαλοι Τυπάλδοι Ιακωβάτοι[39] με κάποια, βέβαια, περιπαικτική διάθεση οι τελευταίοι.[40] Ο Ιωσήφ πλέον – αντί για το κοσμικό Ιωάννης[41]- Αραβαντινός φαίνεται ότι από την αρχή κέρδισε τη συμπάθεια του ηγουμένου και γενικότερα της μοναστικής κοινότητας. Αυτό αποδεικνύει η ανάθεση, που έγινε στο δόκιμο ακόμη μοναχό Ιωσήφ από τον ηγούμενο, να καταγράψει τα πράγματι αξιόλογα βιβλία της μοναστηριακής βιβλιοθήκης[42] – έργο σημαντικό που απαιτούσε ειδικές γνώσεις και ικανότητες, τις οποίες, όπως φαίνεται, σωστά είχε διαγνώσει ο πνευματικός αρχηγός του μοναστηριού ότι διέθετε ο Ιωσήφ.
          Αξίζει, ωστόσο, να αναφέρουμε εδώ ότι προσερχόμενος στα Κηπούρια ο Ι. Αραβαντινός έφερε μαζί του και  παραχώρησε στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού τα βιβλία της προσωπικής του βιβλιοθήκης: «Ἔχων δὲ ὀλίγα βιβλία τὰ καταγράφω πρὸς μνήμην και ἀποφυγὴν πάσης περιπτώσεως ἐναντίας».[43] Στον αναλυτικό κατάλογο 58 τίτλων, που ο ίδιος συνέταξε, διακρίνουμε, ανάμεσα σε άλλα, αρκετά βιβλία δηλωτικά του διαφωτιστικού ρεύματος, και άρα των κατευθύνσεων και ενδιαφερόντων του κατόχου τους, όπως η Λογική του Βικέντιου Δαμοδού, η Ηθική του Νεόφυτου Βάμβα, η Ελληνική Βιβλιοθήκη του Άνθιμου Γαζή, η Πέτρα σκανδάλου του Ηλία Μηνιάτη, ενώ υπάρχουν και αρκετά εγχειρίδια ελληνικής γραμματικής, ιστορίας και γεωγραφίας (η Γεωγραφία του σημαντικού παιδαγωγού Ι. Κοκώνη), αριθμητικής (η Αριθμητική του περίφημου Κεφαλονίτη Ιωάννη Κουντούρη), λεξικά (λατινικό, ιταλικό, γαλλικό), βιβλία μουσικής (Ανθολογία Μουσικής, Γραμματικαί Μουσικής χειρόγραφοι)[44] καθώς και η σπουδαία τετράτομη Εγκυκλοπαιδεία του Ι. Πατούσα.[45] Τα παραπάνω, επομένως, βιβλία – έργα λογίων που εξέφρασαν ή και υπηρέτησαν το Διαφωτισμό - δε βρέθηκαν τυχαία στη βιβλιοθήκη του Ι. Αραβαντινού.[46]
          Κατά τη διαμονή του στο μοναστήρι δεν αποκλείεται ο μοναχός Ιωσήφ να ανέλαβε και εκπαιδευτικά καθήκοντα απέναντι στους λιγότερο εγγράμματους ή και αγράμματους μοναχούς. Μια τέτοια, άλλωστε,  παιδευτική διαδικασία υποδηλώνουν τα ποικίλα βιβλία και εγχειρίδια γραμματικής, αριθμητικής, ιστορίας, γεωγραφίας, μουσικής κ.λπ., που βρίσκονταν στη μοναστηριακή βιβλιοθήκη μετά και τον εμπλουτισμό της με εκείνα του Ι. Αραβαντινού: είναι λογικό να υποθέσουμε ότι θα αξιοποιείτο για έναν τέτοιο σκοπό.
         
          Ο μοναχικός βίος του Ι. Αραβαντινού δεν κράτησε πολύ· ο μοναχός Ιωσήφ δεν αφιέρωσε το υπόλοιπο της ζωής του στο μοναστήρι.  Μετά από οκτώ μόνο μήνες διαμονής  εγκατέλειψε τα Κηπούρια και γενικότερα τη μοναστική ζωή. Δεν έχουν διασωθεί τα σχετικά μοναχολόγια,[47] αλλά η ομολογία του ίδιου του Ι. Αραβαντινού είναι διαφωτιστική: «Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι διέμεινα εἰς τὴν Μονὴν τῶν Κηπουραίων ὀκτὼ περίπου μῆνας, […] ἐγὼ μετὰ ὀκτάμηνον ἐν τῇ Μονῇ διαμονὴν ὰνεχώρησα […]».[48] Οι μετά την Ένωση (1864), μάλιστα, πολιτικοί του αντίπαλοι αδελφοί Τυπάλδοι Ιακωβάτοι, οι οποίοι στο μεταξύ είχαν καταστεί «ἰσχυρότατοι ἐν Πάλῃ κομματάρχαι»,[49] ισχυρίζονταν ότι ο μοναχός Ιωσήφ «ἀποστατήσας τῆς Μονῆς ὡς παραβάτης, ἠρνήθη τὸ μοναχικὸν σχῆμα, ἐπέστρεψεν εἰς Ληξούριον, καὶ ἀνεμίχθη εἰς τὰ πολιτικὰ πάθη».[50]   
          Ανασκευάζοντας ο «Κρασοπατέρας» την κατηγορία της «αποστασίας», μας αποκάλυψε το λόγο του αποσχηματισμού και της αναχώρησής του από τα Κηπούρια. Ο θάνατος, την άνοιξη του 1853, του θείου του ιερέα Διονυσίου Αραβαντινού και οι συνακόλουθες υποχρεώσεις του απέναντι στην οικογένεια του νεκρού τον οδήγησαν στην εγκατάλειψη του μοναστικού βίου: «Ἀναχωρήσας ἐκ τῆς Μονῆς ἔγινα πατὴρ καὶ μήτηρ τῆς ὀρφανῆς, ἀνηλίκου καὶ ἀπόρου οἰκογενείας τοῦ μακαρίτου θείου μου […] περιέθαλψα καὶ ἔθρεψα αὐτὴν [την οικογένεια] διὰ τῶν ἱδρώτων μου, ὑπάνδρευσα τὰ ὀρφανὰ, […]».[51] Απορρίπτοντας, μάλιστα, την κατηγορία της «αποστασίας», δικαιολογούσε με καθαρότητα και σαφήνεια τη στάση του αυτή, την επιστροφή δηλαδή στα εγκόσμια. Είχε ακράδαντη την πεποίθηση ότι η συνέχιση της παραμονής του στα Κηπούρια μετά το θάνατο του θείου του συνιστούσε προσβολή του Ευαγγελίου.[52] Και εξηγούσε με βάση τον ορθό λόγο ότι δεν είναι αποστασία η εγκατάλειψη της μοναστικής ζωής, προκειμένου κάποιος να αφιερωθεί, εφόσον μπορεί, στην περίθαλψη των οικείων του, γιατί οι θρήνοι και οι νηστείες στο μοναστήρι δε συνιστούν ουσιαστική μέριμνα ούτε άμεση και χειροπιαστή βοήθεια.[53]
          Επομένως, μετά την άνοιξη του 1853 ο Ι. Αραβαντινός επανεντάχθηκε στη ληξουριώτικη κοινωνία,[54] διατηρώντας βέβαια ως λαϊκός τον τίτλο του αναγνώστη.[55]  Για να συντηρήσει την οικογένεια του θείου του και για να επιβιώσει οικονομικά και ο ίδιος, ακολούθησε το λειτούργημα του δασκάλου. Σε πρόχειρο αυτόγραφο αντίγραφο επιστολής του κάνει λόγο για εντεκάχρονη μέχρι τον Ιούλιο του 1867 θητεία του στο διδακτικό έργο,[56] πράγμα που σημαίνει ότι από τα μέσα της δεκαετίας του 1850 είχε μπει στο στάδιο της διδασκαλίας. Το 1859, μάλιστα, τον συναντάμε να διδάσκει Ελληνικά Γράμματα στην Πετρίτσεια Σχολή του Ληξουριού, την οποία τότε διεύθυνε ο εξαίρετος Θεόδωρος  Καρούσος.[57]
          Παράλληλα, ο «Κρασοπατέρας» δε σταμάτησε να αναζητεί και να μελετά νέα βιβλία και προφανώς να συζητεί τις πνευματικές του ανησυχίες  και τους πολιτικούς του προβληματισμούς με φίλους και γνωστούς. Αυτά προκύπτουν από τις επιστολές της περιόδου 1853-1857 από και προς τον Ι. Αραβαντινό, τις οποίες παραπάνω αναφέραμε και όπου ανιχνεύονται ή και διατυπώνονται καθαρά οι ανησυχίες, οι προβληματισμοί και οι απόψεις του για φιλολογικά και γενικότερα θέματα τέχνης, για κοινωνικά και πολιτικά-διπλωματικά ζητήματα της εποχής του.  Με το φίλο του Παναγή Σκαλτσούνη, που εκείνη την εποχή σπούδαζε στην Κέρκυρα,[58] ανταλλάσσονται σκέψεις σχετικά με την ποίηση και τις μεταφραστικές δυσκολίες της, καταγράφονται εκτιμήσεις για διάφορα δημοσιευόμενα άρθρα, ή διατυπώνονται προβληματισμοί για την πορεία του Κριμαϊκού Πολέμου, ενώ δε σταματά να στέλνει ο ένας στον άλλον ποιητικά δημιουργήματα για το σχετικό σχολιασμό τους.[59]
          Ο Ι. Αραβαντινός παρακαλεί τον καλό του φίλο Π. Σκαλτσούνη να του στείλει βιβλία και περιοδικά καθώς και τον επίσης φίλο του γιατρό Π. Γ. Θεοδωρίδη στην Αθήνα να του στείλει την έκδοση λόγων του Δημοσθένη με σχόλια και σημειώσεις του Κωνσταντίνου Ηροκλή Βασιάδη, σύγγραμμα όμως «δυσεύρετον».[60] Παρακαλεί, επίσης, τον ειλικρινή φίλο του ιερομόναχο και δάσκαλο Ιωάννη Σκαλτσούνη,[61] που τότε ησύχαζε στο μοναστήρι του Ταφιού,[62] να του αποδώσει με χρηματικό βέβαια αντίτιμο κάποια βιβλία του [του Ι. Αραβαντινού] – «ειλικρινείς φίλους» του, όπως τα χαρακτηρίζει - τα οποία η κακεντρέχεια κάποιου συμπολίτη τους τον ανάγκασε να τα πωλήσει, προφανώς για να καλύψει ανάγκες της οικογένειας του μακαρίτη θείου του.[63]
          Με τη μελέτη, λοιπόν, και την «κατ’ οίκον» ή σε σχολεία διδασκαλία διάνυσε ο «Κρασοπατέρας» τη δύσκολη για την προσωπική του ζωή περίοδο μετά την αποχώρησή του από τα Κηπούρια μέχρι την Ένωση (1853-1864). Δεν έγινε κατορθωτό να εντοπιστούν για την ίδια περίοδο απτά δείγματα πολιτικής του στάσης και συμπεριφοράς. Φαίνεται, πάντως, ότι εξακολουθούσε να εκτιμά και να τιμά τους γνήσιους ριζοσπάστες, τους πραγματικούς αγωνιστές του ριζοσπαστισμού, και να μέμφεται εκείνους, που έδειξαν ασυνέπεια, είτε μεταπηδώντας  κατά την τελευταία περίοδο της Βρετανικής Προστασίας από τη ριζοσπαστική παράταξη σ’ εκείνη των ενωτιστών,[64] είτε λησμονώντας ότι κάποτε οι ριζοσπάστες τους ανέδειξαν βουλευτές, όπως ο Γ. Τυπάλδος Ιακωβάτος.[65]

            Η μέχρι τώρα έρευνα δεν είχε ασχοληθεί με την προσωπικότητα του Ι. Αραβαντινού «Κρασοπατέρα»· διαθέτουμε μόνο τη μιάμιση σελίδα, που μας έχει αφήσει ο Κεφαλονίτης ιστοριοδίφης Ηλ. Τσιτσέλης. Παίρνοντας υπόψη τις πληροφορίες του τελευταίου και με τη συνδρομή του υπάρχοντος αρχειακού υλικού (εφημερίδες, μονόφυλλα, φυλλάδια, μοναστηριακά έγγραφα, επιστολές), προσπαθήσαμε μέσα από την παραπάνω βιογραφική προσέγγιση να οριοθετήσουμε την ιδεολογία και την πολιτική συμπεριφορά του «Κρασοπατέρα» κατά την περίοδο της Βρετανικής Προστασίας. Η προσωπικότητά του, τοποθετημένη τώρα μέσα στο φόντο του Διαφωτισμού και δραστηριοποιούμενη σε τροχιές ριζοσπαστικές, έγινε, νομίζουμε καθαρότερη, χωρίς ακόμη να έχουν απαντηθεί όλα τα ερωτήματα. Τα συμπεράσματα από τη μελέτη του επιστολικού υλικού (1853-1857), το οποίο μελετά ο καθηγητής Θ. Πυλαρινός, θα εμπλουτίσουν, πιστεύουμε, τις γνώσεις μας για αντιλήψεις και ενδιαφέροντα του Ληξουριώτη λόγιου. Ελπίζουμε ότι μια δεύτερη «βιογραφικού» πάλι τύπου μελέτη για τη μετά την Ένωση δράση  του, με αξιοποίηση του υπάρχοντος πλούσιου αρχειακού, πολιτικού κυρίως περιεχομένου, υλικού, θα ολοκληρώσει γενικά την εικόνα της πράγματι δυναμικής προσωπικότητας του Ι. Αραβαντινού «Κρασοπατέρα».
     
  



[1] Βλ. Ηλίας Α. Τσιτσέλης, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα. Συμβολαί εις την ιστορίαν και λαογραφίαν της νήσου Κεφαλληνίας, τ. Α΄, εν Αθήναις 1904, σ. 25-26, όπου τα βασικά στοιχεία της ζωής και της δράσης του Ιωάννη Αγγέλου Αραβαντινού του επιλεγόμενου «Κρασοπατέρα». Το έτος γέννησης 1825, που ο Ηλ. Τσιτσέλης αναγράφει, αμφισβητείται.· το ίδιο συμβαίνει και με το έτος 1814, που αναφέρεταιι σε ένα σύντομο για τον άνδρα βιογραφικό, που έχει συντάξει ο Χαράλαμπος Λιναρδάτος. Το σωστό έτος γέννησης είναι το 1819: αυτό προκύπτει από κείμενο, που ο ίδιος ο Ι. Αραβαντινός συνέταξε και υπέγραψε, όταν πήγε το 1852 στο μοναστήρι των Κηπουριών, για να μονάσει, όπου αναγράφεται ότι τότε ήταν 33 ετών (1852-33=1819),  βλ. παρακάτω υποσ. 41. (Σημειώνω εδώ ότι ο Χ. Λιναρδάτος, γνωστός από την έκδοση των ποιημάτων του Μικέλη Άβλιχου - Μικέλη Άβλιχου, Τα Ποιήματα. Κριτικό σημείωμα Κωστή Παλαμά, Αθήναι 1959 - μας άφησε 58 αυτόγραφες σελίδες, όπου έχει αντιγράψει ποιητικά κυρίως κείμενα του Ι. Αραβαντινού «Κρασοπατέρα». Την αντιγραφή είχε κάνει από χειρόγραφο του ανιψιού τού Ληξουριώτη λόγιου, όπως προκύπτει από σημείωση του ίδιου του αντιγραφέα Χ. Λιναρδάτου. Ο ανιψιός του Ι. Αραβαντινού είχε μεταγράψει είτε αυτόγραφα του θείου του είτε χειρόγραφα άλλων ή δημοσιευμένα μονόφυλλα με τα ποιητικά δημιουργήματα του Ι. Αραβαντινού. Ευχαριστώ και από τη θέση αυτή τον καλό φίλο  Δημήτριο Συνοδινό, ανιψιό του Χ. Λιναρδάτου,  που μου εμπιστεύτηκε σε φωτοτυπίες το σχετικό χειρόγραφο υλικό του θείου του).
[2] Βλ. Ιωάννου Στοβαίου Ανθολόγιον, «Περί αφροσύνης», 90, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων  τ. Β΄,  Ελληνικός Εκδοτικός Οργανισμός, [Αθήνα] χ.χ., σ. 21.
[3] Βλ. γι’ αυτόν Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π., σ. 174.
[4] Βλ. εξάφυλλο φυλλάδιο με τίτλο Λογίδιον εκφωνηθέν υπό Ι. Α. Αραβαντινού.  Εν τω εν Μεταξάτοις ναώ της Αγίας Παρασκευής υπέρ του ευεργέτου της Λιβαθούς Αντωνίου Β. Ιγγλέση, αποβιώσαντος εν Κωνσταντινουπόλει την 20 Ιουνίου 1872. Το μνημόσυνον ετελέσθη δαπάνη του της Λιβαθούς Δημαρχείου την 24 Ιουνίου 1873. Εν Κεφαλληνία, Τύποις Η Κεφαλληνία, 1873.
[5] Ο κληρικός Διονύσιος Αραβαντινός με σπουδές στην Ιόνια Ακαδημία της Κέρκυρας αναδείχτηκε σε σπουδαίο δημόσιο ιεροκήρυκα και καθηγητή της Εκκλησιαστικής Ιστορίας και της Ερμηνευτικής στην Ιόνια Ακαδημία. Βλ. γι’ αυτόν Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π., σ. 23-25.
[6] Η φοίτηση στα Δευτερεύοντα Σχολεία (Λύκεια) προϋπέθετε την καταβολή διδάκτρων, στοιχείο αποτρεπτικό για τη μόρφωση των παιδιών των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων, βλ. Αγγελο-Διονύσης Δεμπόνος, Η Πειθαρχική Προστασία. Από τους αγώνες του λαού της Κεφαλονιάς, έκδοση της Επιτροπής Καλλιτεχνικών και Πολιτιστικών Εκδηλώσεων Δήμου Αργοστολίου, Αργοστόλι 1985, σ. 351-352. Για το Δευτερεύον Σχολείο του Ληξουριού, που το 1849 απορροφήθηκε από την Πετρίτσεια Σχολή, βλ. στο ίδιο, σ. 362.
[7] Αυτό προκύπτει από τον κατάλογο των βιβλίων της προσωπικής του βιβλιοθήκης, όπως θα αναφερθεί σε άλλο σημείο αυτού του κειμένου.
[8] Δίδαξε στην Πετρίτσεια Σχολή του Ληξουριού (Ελληνικά και Ιστορία) καθώς και στο σχολείο του Α. Ιγγλέση στην Πεσάδα, βλ. Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π., σ. 25, 26, 890.
[9] Πρόκειται για τον καθηγητή των Ελληνικών και της Φιλοσοφίας, το συγγραφέα και πολιτικό Θ. Καρούσο (1808-1876). Βλ. γι’ αυτόν Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π., σ. 216-224, Παύλος Γρατσιάτος, Θεόδωρος Καρούσος, εν Κεφαλληνία 1876.
[10] Βλ. εφ. Νέα Εποχή, φ. 81, 8-11-1859. Πρβλ. Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π., σ. 25. Τούτη τη γνώμη του Θ. Καρούσου αξιοποίησε αργότερα ο Ι. Αραβαντινός για να  υπερασπιστεί τον εαυτό του και τη δράση του απέναντι στην πολιτική επίθεση, που δεχόταν από τους πολιτικούς του αντιπάλους αδελφούς Τυπάλδους Ιακωβάτους, βλ. Κοργιαλένειος Βιβλιοθήκη Αργοστολίου, Μονόφυλλα, Φ. 2 (1864-1870), Υποφάκελος 1868, «Πρὸς τὸ Δημοτικὸν Κατάστημα “Ὁ Πολιτισμὸς”. Ζήτω ἡ Ἀγάπη καὶ ἡ Ὁμόνοια/ Ἄς χαθῆ ἡ Ἔχθρα καὶ ἡ Διχόνοια», Ἐν Ληξουρίῳ 1868 Ἰανουαρίου 12, [υπογραφή] Ἰ. Ἀ. Ἀραβαντινὸς.
[11]  Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π.,  σ. 26.
[12] Για την περίοδο της Αγγλοκρατίας και ειδικότερα της Βρετανικής Προστασίας στην Κεφαλονιά (1815-1864) βλ. Γεώργιος Ν. Μοσχόπουλος, Ιστορία της Κεφαλονιάς (1797-1940). Πολιτική Ιστορία – Πολιτισμός – Παιδεία – Γράμματα – Τέχνες, Αθήνα 2010, σ. 65-252.
[13] Για την πνευματική/διαφωτιστική κίνηση εκείνης της εποχής βλ. Γ. Ν. Μοσχόπουλος, Ιστορία της Κεφαλονιάς, τ. Α΄, σσ. 200-216.
[14] Αργότερα, δίδαξε σε αυτήν, όπως αναφέραμε παραπάνω, και ο ίδιος ο Ι. Αραβαντινός.
[15] Γι’ αυτήν βλ. Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π., σ. 888-891 καθώς και Α-Δ. Δεμπόνος, ό.π., σ. 364-374.
[16] Για το ριζοσπαστικό κίνημα βλ.: Γιώργος Γ. Αλισανδράτος, Κείμενα για τον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό, έκδοση Μουσείου Μπενάκη, Αθήνα 2008· Σπύρος Δ. Λουκάτος, Η Επτανησιακή Πολιτική Σχολή των Ριζοσπαστών, έκδοση Συνδέσμου Φιλολόγων Κεφαλονιάς-Ιθάκης, Αργοστόλι 2009· Μαρία Α. Κοτινά, Το ριζοσπαστικό κίνημα στα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα (1848-1864), εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2014.
[17] Για τα αίτια, την προετοιμασία, την εκτέλεση και τις συνέπειες των εξεγέρσεων αυτών βλ. Μιράντα Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού, Οι εξεγέρσεις της Κεφαλληνίας κατά τα έτη 1848 και 1849, έκδοση Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Αθήνα 1980.
[18] Βλ. σχετικά Α-Δ. Δεμπόνος, Το Αναγνωστήριον «Η Ομόνοια» Ληξουρίου, έκδοση Πολιτιστικού και Εορταστικού Κέντρου Ληξουρίου, Ληξούρι 1995. Βλ. νεότερα στοιχεία στο υπό έκδοση βιβλίο του Πέτρου Πετράτου, Ο Ριζοσπαστισμός στην Κεφαλονιά της Αγγλοκρατίας. Οι πολιτικές λέσχες του νησιού.  
[19]  Βλ. Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη Ληξουρίου, Αρχείο Νικολάου Τυπάλδου Ιακωβάτου, φάκ. 1, Προσωπικά έγγραφα, Αλληλογραφία 1827-1854, υποφάκ. Ατομικά έγγραφα. Βλ. και Π. Πετράτος, ό.π.
[20] Βλ. Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π., σ. 26. Και το προσωνύμιο αυτό, σύμφωνα με μαρτυρία του Χ. Λιναρδάτου, πολύ άρεσε στον Ι. Αραβαντινό.
[21] Βλ. σχετικά Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π., σ. 26, καθώς και Γιώργος Ε. Ραυτόπουλος, Πέτρος Σκαρλάτος 1820-1904. Ο ριζοσπάστης μουσουργός της Επτανησιακής Μουσικής Σχολής, έκδοση Μουσικής Εταιρείας «Διονύσης Λαυράγκας» και εκδόσεις Αλκυών, [Αθήνα 1999], σ. 13, 27-29, 68.
[22] Με ενδιάμεσες διακοπές κυκλοφόρησαν Ο Φιλελεύθερος από φ. 1, 19-2-1849 έως φ. 56, 1-10-1851, η Αναγέννησις από φ. 1, 8-4-1849 έως φ. 60, 23-5-1859 και Ο Χωρικός από φ. 1, 16-2-1850 έως φ. 61, 22-3-1852· βλ. σχετικά Ντίνος Κονόμος, «Επτανησιακός Τύπος 1789-1864. (Ημίφυλλα, φυλλάδια, εφημερίδες και περιοδικά)», Επτανησιακά φύλλα, Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από την Ένωση της Επτανήσου (1864-1964), τ. Ε΄ (1964), σσ. 111-113, 114-116 και 118-119 αντίστοιχα, καθώς και Αγγελική Γιαννάτου, Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός, 1848-1865, [ανέκδοτη διδ. διατριβή], Πανεπιστήμιο Αθηνών – Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Αθήνα 2004, σ. 193-202, 202-217 και 276-280, 238-241 αντίστοιχα.
[23] Το «Δημοτικόν Κατάστημα» ήταν η δραστήρια πολιτική λέσχη των ριζοσπαστών του Αργοστολιού. Για την ίδρυση, τη δράση και την προσφορά του βλ. Π. Πετράτος, ό.π.
[24] Παρουσίαση όλων των ποιημάτων, που δημοσιεύτηκαν στο Φιλελεύθερο, έχει κάνει η Νίκη Αλεξάτου, «Δημοσιεύσεις ποιητικών κειμένων από τις στήλες της εφημερίδας Ο Φιλελευθερος»,  Κυμοθόη, τ. 25 (2015), σ. 37-81.
[25] Το σύνολο των ποιημάτων, που η Αναγέννησις δημοσίευσε, συγκέντρωσε και παρουσίασε η Α. Γιαννάτου, «Αναγέννησις: όταν οι στίχοι συναντούσαν τους πόθους των Επτανησίων Ριζοσπαστών», Πρακτικά Η΄ Πανιονίου Συνεδρίου, (Κύθηρα, 21-25 Μαΐου 2006 ), Εταιρεία Κυθηραϊκών Μελετών, Κύθηρα 2009, σσ. 131-179.   
[26] Βλ. εφ. Αναγέννησις, φ. 3, 25-4-1849, 4βγ. Υπογραφή: Ι. Α. Α. [= Ιωάννης Αγγέλου Αραβαντινός]. Πρβλ. Α. Γιαννάτου, ό.π., σσ. 136, 147-149.
[27] Βλ. εφ. Ο Φιλελεύθερος, φ. 31, 24-3-1851, 4γ. Υπογραφή: Ι. Α. Αραβαντινός. Πρβλ. Ν. Αλεξάτου, ό.π., σ. 41, 64-66.
[28] Το ποιητικό αυτό κείμενο δημοσιεύτηκε σε δυο εφημερίδες: πρώτα στην εφ. Ο Χωρικός, φ. 40, 5-5-1851, 4β, όπου διευκρινιζόταν ότι ήταν ποίημα του Ι. Α. Αραβαντινού «Κρασοπατέρα»,  και μετά από τέσσερις στην  εφ. Ο Φιλελεύθερος, φ. 37, 9-5-1851, 4γ, με την υπογραφή: Ι. Α. Αραβαντινός. Πρβλ. Ν. Αλεξάτου, ό.π., σ. 41, 70.
[29] Βλ. εφ. Ο Φιλελεύθερος, φ. 49, 5-8-1851, 4γ. Υπογραφή: Ι. Α. Α.  Πρβλ. Ν. Αλεξάτου, ό.π., 41-42, 78-80.
[30] Βλ. εφ. Αναγέννησις, φ. 35, 29-9-1851, 4γ.  Υπογραφή: Ι. Α. Α.  Πρβλ. Α. Γιαννάτου, ό.π., σ. 139, σ. 170.
[31] Βλ. εφ. Αναγέννησις, φ. 35, 29-9-1851, 4γ.  Υπογραφή: Ι. Α. Α.  Πρβλ. Α. Γιαννάτου, ό.π., σ. 139, 170-171.
[32] Βλ. Παναγιώτης Χιώτης, Ιστορία του Ιονίου Κράτους από της συστάσεως αυτού μέχρι ενώσεως, έτη 1815-1864, τ. Β΄: Περιέχων τα από αρμοστίας Άδαμ 1824 έως ενώσεως 1864, εν Ζακύνθω 1877, σ. 286-287, όπου το όργιο της κυβερνητικής βίας και τρομοκρατίας.
[33] Βλ. Ο Χωρικός, φ. 55, 19-1-1852, 6-8.  Χαρακτηριστική είναι η υπογραφή: «Ο Γνωστός σας».
[34] Βλ. εφ. Αναγέννησις, φ. 38, 28-11-1858, 4βγ. Υπογραφή: Ι. Α. Α. Πρβλ. Α. Γιαννάτου, ό.π., σ. 139-140, 172-174.
[35] Ο W. E. Gladston, παρότι είχε τη φήμη φιλελεύθερου πολιτικού και φιλέλληνα και ήταν μελετητής του Ομήρου, δεν κατόρθωσε να πείσει την Ιόνια Βουλή για τις «αγαθές» βρετανικές προθέσεις και οι μεταρρυθμίσεις του απορρίφθηκαν. Βλ. σχετικά Αντώνιος Δούσμανης, Η εν ταις Ιονίοις νήσοις αποστολή του εντιμοτάτου Ουΐλλιαμ Εύαρτ Γλάδστων, ελληνική έκδοσις, διανομή πρώτη – διανομή δευτέρα [= τεύχος πρώτο – τεύχος δεύτερο], Κερκύρα 1875, καθώς και Γ. Α. Σουρής, «Ο Γλάδστων στα Επτάνησα. Ενωτικό κίνημα και βρετανικά αδιέξοδα», Τα Ιστορικά, τ. 6, τχ. 11 (1989), σ. 277-312.
[36] Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι ο «Κρασοπατέρας», εκτός από τα ποιήματα, που παραπάνω παρουσιάσαμε, έχει δημοσιεύσει και άλλα σε μονόφυλλα και φυλλάδια, αλλά έχει αφήσει, όπως μας διαβεβαιώνει ο Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π., σ. 26,  και πολλά ανέκδοτα, όπως το «μακρόν επικολυρικόν ποίημα το Κοιμητήριον», τα οποία όμως  λανθάνουν μέχρι σήμερα. Έχουν, επίσης, δημοσιευτεί μερικοί επιτάφιοι λόγοι του, που μένει να συγκεντρωθούν, ενώ αρκετά ενδιαφέροντα παραμένουν τα πολιτικά φυλλάδια, που ο ίδιος, όντας υποψήφιος, κυκλοφόρησε σε εκλογικές περιόδους. Έχει, τέλος, φτάσει έως εμάς ένα φύλλο της εφημερίδας του Δενδροζώγλωσσα και επιστολές του, για τις οποίες θα γίνει αναφορά σε άλλο σημείο αυτού του κειμένου.
[37] Βρίσκεται στη δυτική πλευρά της επαρχίας Παλικής και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μοναστήρια της Κεφαλονιάς . Βλ. σχετικά Γεράσιμος Καλός, Συνοπτική εξιστόρησις της Μονής των Κηπουρίων 1759-1873, εν Κεφαλληνία 1873· Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π., τ. Β΄, εν Αθήναις 1960, σ. 314-335· Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Κεφαλάς, Ιστορία της των Κηπουραίων Ι. Μονής, Αθήναι 1974. Αρχιμανδρίτης Πανάρετος Μοσχονάς, Ιστορία της Ιεράς Μονής Κηπουραίων Κεφαλληνίας, χ.τ., [1979]. Βλ. κυρίως την πρόσφατη μελέτη του Γ. Ν.  Μοσχόπουλου, Κηπούρια. Η ιστορική Μονή του Ευαγγελισμού (1759-2012), ένας θύλακας παράδοσης, τέχνης, παιδείας, έκδοση της Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Αθήνα 2013,  η οποία συμπληρώνει και διορθώνει τις παλαιότερες εργασίες για το μοναστήρι αυτό, αλλά και αναδεικνύει και αξιολογεί με πλούσια τεκμηρίωση την πνευματική ταυτότητα και τη διαχρονική προσφορά τού συγκεκριμένου θρησκευτικού χώρου.
[38] «Όταν απέθανε και η τρίτη γυναίκα του περιεβλήθη το μοναχικόν σχήμα εις το μοναστήρι των Κηπουριών», σημειώνεται στο σύντομο για τον Ι. Αραβαντινό βιογραφικό, που έχει συντάξει ο Χ. Λιναρδάτος.
[39] Πρόκειται για τους γνωστούς Ληξουριώτες πολιτευτές αδελφούς Γεώργιο και Χαράλαμπο Τυπάλδους Ιακωβάτους, οι οποίοι ήταν πολιτικοί αντίπαλοι του Ι. Αραβαντινού «Κρασοπατέρα» σε δύο οξύτατες εκλογικές αναμετρήσεις το 1868 στην εκλογική περιφέρεια της Παλικής: στις αναπληρωματικές βουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου 1868 και στις γενικές βουλευτικές του Μαρτίου του ίδιου χρόνου. Βλ. γι’ αυτούς Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π., τ. Α΄, σ. 649-669. Βλ. επίσης την πρόσφατη διδ. διατριβή (αδημοσίευτη) της Θεοδώρας Ζαφειράτου, Γεώργιος Τυπάλδος Ιακωβάτος. Ο άνθρωπος, ο πολιτικός, Ιόνιο Πανεπιστήμιο – Τμήμα Ιστορίας, Κέρκυρα 2014.  
[40] «Ἀφοῦ ἐχήρευσεν ὁ Ἰωάννης Ἀραβαντινὸς ἀπὸ τρεῖς γυναῖκας, προσῆλθεν εἰς τὴν Μονὴν τῶν Κηπουρίων τὸ 1852 […]»: αυτό αναγράφεται, ανάμεσα σε άλλα, στο φυλλάδιο, που η πολιτική λέσχη των Τυπάλδων Ιακωβάτων «Ο Πολιτισμός» κυκλοφόρησε κατά την προεκλογική περίοδο των αναπληρωματικών βουλευτικών εκλογών του Ιανουαρίου του 1868, βλ. Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη Ληξουρίου, Φυλλάδια, Φ. 8, «Ζήτω ἡ Ἐλευθερία!/ Ζήτω ὁ Ἑλληνισμός!/ Ζήτω καὶ ἡ Ἐκκλησία!/ Ζήτω ὁ Πολιτισμός! / Τὸ Δημοτικὸν Ἀναγνωστήριον “Ὁ Πολιτισμός”/ Πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς Ἐπαρχίας Πάλης./ Οἱ αὐτοκατάκριτοι ὑποψήφιοι τῶν ξένων», Ἐν Ληξουρίῳ τὴν 19ην τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1868, σ. 3. Παρόμοια διαβάζουμε και σε μονόφυλλο της ίδιας περιόδου, βλ. Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη Ληξουρίου, Φ. Μονόφυλλα, «Ζήτω ἡ Ἐλευθερία!/ Ζήτω ὁ Ἑλληνισμός!/ Ζήτω καὶ ἡ Ἐκκλησία!/ Ζήτω ὁ Πολιτισμός! / Τὸ Δημοτικὸν Ἀναγνωστήριον “ὁ Πολιτισμός” / Πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς Ἐπαρχίας Πάλης», Ἐν Ληξουρίῳ τὴν 5ην Ἰανουαρίου 1868, Ἐκ τοῦ Ἀναγνωστηρίου «ὁ Πολιτισμός»: «[…] νυμφευθεὶς τρεῖς γυναῖκας, ἔγινε καλόγηρος εἰς τὰ Κηπούρια […]». 
[41] Στον Κώδικα-Βιβλίο Πρακτικών του μοναστηριού (1820-1949) σημειώνεται από τον ίδιο: «1852, Σεπτεμβρίου 10 ἔ.π., ἦλθα ὁ ὑποφαινόμενος εἰς τὴν ἱερὰν μονὴν Κηπούρια νὰ μονάσω, […] Ἰωάννης Ἀ. Ἀραβαντινὸς πτ. [=ποτέ] Ἀγγέλου» και σε άλλο σημείο: «1852, Ὀκτωβρίου 16, ἡμέρᾳ Πέμπτῃ, λειτουργήσας ὁ ἱερεὺς Χρύσανθος Παπαδημόπουλος, μ’ εὐλόγησε διὰ τῆς τριχοκουρίας μετωνομάσας με Ἰωσὴφ, ἀντὶ τοῦ προτέρου Ἰωάννης, τοῦτο δὲ τὸ ὄνομα μοὶ τὸ ἔδωσεν ὁ γέρων μου Κωνστάντιος. […]. Ἤμην ἐτῶν 33. Ἰωσὴφ μοναχός», βλ.  Γ. Μοσχόπουλος, Κηπούρια…, ό.π.,  σ. 75 και 156, υποσ. 2 αντίστοιχα. (Από αυτό το χωρίο προκύπτει με σιγουριά το έτος γέννησής του). Το όνομα του γέροντα Κωνστάντιου αναφέρει, καθώς ήταν γνώστης του Κώδικα ως κατοπινός ηγούμενος του μοναστηριού, και ο αρχιμανδρίτης Γ. Κεφαλάς στο βιβλίο του ό.π,,  σ. 106, στο σύντομο βιογραφικό, που παραθέτει, για τον Ι. Αραβαντινό (σ. 105-107), στο οποίο κατά τα άλλα αντιγράφει τον Ηλ. Τσιτσέλη. Τον επόμενο χρόνο (1853) ανατέθηκε στο μοναχό Ιωσήφ το διακόνημα του εκκλησιάρχη, του υπεύθυνου δηλαδή για την προετοιμασία του ναού πριν από τις ακολουθίες, βλ. Γ. Μοσχόπουλος,  ό.π., σ. 156.
[42] Βλ. τον κατάλογο των βιβλίων της βιβλιοθήκης του μοναστηριού Γ. Μοσχόπουλος,  ό.π., σ. 191-194.
[43]  Στο ίδιο, σ. 75.
[44] Αργότερα, το 1855, ο Ι. Αραβαντινός, επιθυμώντας να βελτιώσει την πνευματική του κατάρτιση,  σπούδασε βυζαντινή μουσική στο Σχολείο των Τεχνών της Αθήνας, μετά από έγκριση, όπως εξάλλου συνηθιζόταν τότε, του ηγουμένου του μοναστηριού, βλ. Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π., τ. Α΄, σ. 26. Στο προσωπικό αρχείο του Αντώνη Τζουγανάτου (Ληξούρι) απόκειται «Εἰσιτήριον τοῦ ἐν Ἀθήναις Βασιλικοῦ Πολυτεχνείου», με την υπογραφή του τότε διευθυντή του Σχολείου των Τεχνών αρχιτέκτονα Λύσανδρου Καυτατζόγλου, όπου διαβάζουμε ότι ο Ι. Αραβαντινός «ἐξετασθεὶς ἐνεγράφη μαθητὴς τοῦ Πολυτεχνείου εἰς τὴν Μουσικὴν», με ημερομηνία 9 Σεπτεμβρίου 1855. Ως ηλιακό έτος του νέου «μαθητή» αναγράφεται σε αυτό το «εισιτήριον» το 30ό – κάτι που δεν είναι ορθό. Αυτό, προφανώς, το στοιχείο οδήγησε τον Ηλ. Τσιτσέλη, ό.π., σ. 25, στο λαθεμένο υπολογισμό γέννησης του «Κρασοπατέρα», βλ. παραπάνω υποσ. 1. (Ευχαριστώ και από τη θέση αυτή τον αγαπητό συμπολίτη Α. Τζουγανάτο, που μου επέτρεψε να αναδιφήσω το αρχείο του).
[45] Βλ. τον κατάλογο των βιβλίων που παραχώρησε ο Ι. Αραβαντινός Γ. Μοσχόπουλος, ό.π., σ.  195-196.
[46] Ο Ι. Αραβαντινός, εκτός από τα δικά του προσωπικά βιβλία, παραχώρησε στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού και άλλα, που προέρχονταν από το θείο του ιερέα Διονύσιο: «[…] τὰ ἑπόμενα [βιβλία] ἔχω εἰς χεῖρας μου δάνεια, ἐκ τοῦ μακαρίτου θείου μου ἱερέως Διονυσίου», στο ίδιο,  σ. 75· στη σ. 197  ο κατάλογος των βιβλίων του ιερέα Διονυσίου.   
[47] Ένας μοναχός με το όνομα Ιωσήφ, που αναφέρεται σε μοναστηριακά έγγραφα των Κηπουριών πολύ αργότερα, κατά τα έτη 1863 και 1864, (βλ. Γ.  Κεφαλάς, ό.π., σ. 43, 48, 61),  είναι άλλος· πρόκειται για τον Ιωσήφ Αντωνάτο, ο οποίος είχε προσέλθει στο μοναστήρι το 1854, βλ. Γ. Μοσχόπουλος, ό.π., σ. 268 (Μοναχολόγιο του 1869), όπου και μόνασε μέχρι το θάνατό του, βλ. Γ. Κεφαλάς, ό.π., σ. 86 («Οἱ πρὸς Κύριον ἐκδημίσαντες…», σ. 86-101). 
[48] Κοργιαλένειος Βιβλιοθήκη Αργοστολίου, «Διάφορα», αρ. 17: Ο συκοφάντης εξελεγχόμενος, Υπό Ι. Α. Αραβαντινού, Εν Κεφαλληνία 1868, σ. 5. Το φυλλάδιο αυτό το έγραψε και το κυκλοφόρησε ο «Κρασοπατέρας» το καλοκαίρι του 1868, για να ανατρέψει κατηγορίες-συκοφαντίες του πολιτικού του αντιπάλου Γεωργίου Τυπάλδου Ιακωβάτου.
[49] Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π., τ. Α΄,  σ. 653.
[50] Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη Ληξουρίου, Φ. Μονόφυλλα, «Ζήτω ἡ Ἐλευθερία!/ Ζήτω ὁ Ἑλληνισμός!/ Ζήτω καὶ ἡ Ἐκκλησία!/ Ζήτω ὁ Πολιτισμός!/ Τὸ Δημοτικὸν  Αναγνωστήριον “ὁ Πολιτισμός” Πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς Ἐπαρχίας Πάλης», Ἐν Ληξουρίῳ τὴν 5ην Ἰανουαρίου 1868, Ἐκ τοῦ Ἀναγνωστηρίου «Ὁ Πολιτισμός».  Το αναγνωστήριο αυτό ήταν πολιτική λέσχη στο Ληξούρι ελεγχόμενη από τους αδελφούς Τυπάλδους Ιακωβάτους, αντίπαλη της λέσχης «Η Κρήτη», στέλεχος της οποίας ήταν ο Ι. Αραβαντινός «Κρασοπατέρας».
[51] Κοργιαλένειος Βιβλιοθήκη Αργοστολίου, Ο συκοφάντης εξελεγχόμενος, ό.π., σ. 6.
[52] «[…] πιστεύων ἀδιστάκτως ὅτι προσέβαλλον καιρίως τὸ Εὐαγγέλιον, διαμένων ἐν τῇ Μονῇ», ό.π., σ. 5.
[53] Έγραφε χαρακτηριστικά, ό.π., σσ. 6-7: «Εἶναι ἀποστασία τοῦτο ἄν, δυνάμενός τις νὰ ὠφελήσῃ, κλείηται εἰς μονὴν τινα ἀμεριμνῶν περὶ τῶν οἰκείων του; ἤ εἶναι χείρων ἀπίστου ὁ τῶν οἰκείων μὴ προνοῶν; Αἱ δύο τοῦ Θεοῦ ἀκρόταται ἐντολαὶ δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἐν τῇ Μονῇ; Ἔχει μισθὸν παρὰ τῷ Θεῷ ὁ τὸν ἀδελφὸν του μὴ ὠφελῶν, ἀλλὰ κεκλεισμένος ἐν τῇ Μονῇ νηστεύει καὶ θρηνεῖ; Ὄχι. Μυριάκις ὄχι, λέγει ὁ Χρυσόστομος. […] Ἄς κρίνῃ λοιπὸν ἕκαστος τῶν ἀναγνωστῶν, ἄν, ὁ περιθάλπων καὶ τρέφων ἄπορα καὶ ἀνήλικα ὀρφανὰ, ὁ μορφόνων καὶ ἀνατρέφων κατ’ οἶκον νέους τιμῶντας καὶ τιμήσαντας τὴν Πατρίδα, ὁ ἀνέκαθεν κατὰ τῶν προδοτῶν, ἀπατεώνων καὶ ἀγυρτῶν ἀνθιστάμενος πρὸς ὠφέλειαν τοῦ κοινοῦ, ἦναι ἀποστάτης καὶ Ἰουλιανὸς παραβάτης». Είναι προφανής η ορθολογική σκέψη του «Κρασοπατέρα».
[54] Εντύπωση προκαλεί η επιστολή της 27ης-9-1856 έ. α. [= έτος αρχαίο] του ιερομόναχου Γεράσιμου Καλού, ο οποίος, τρία χρόνια μετά τον αποσχηματισμό του Ι. Αραβαντινού, προσφωνεί τον τελευταίο με τη φράση «πάτερ Ἰωσὴφ», κάτι που δε συμβαίνει με τις υπόλοιπες επιστολές της ίδιας περιόδου, καθώς η προσφώνηση είναι «φίλτατε (ή «ἀγαπητέ») Ἰωάννη», βλ. επιστολές του Π. Γ. Θεοδωρίδη από την Αθήνα της 2ας-8-1856, της 5ης-9-1856, της 20ής-9-1856 και της 13ης-12-1856. Οι παραπάνω επιστολές προέρχονται από μια σειρά επιστολών από και προς τον «Κρασοπατέρα», που εντοπίσαμε στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης και που αυτήν την περίοδο τις μελετά ο συνταξιοδοτηθείς καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Ιονίου Πανεπιστημίου Θεοδόσης Πυλαρινός. Η μελέτη τους θα δώσει ποικίλες πληροφορίες για πρόσωπα και πράγματα της εποχής εκείνης, αλλά και για  τις αντιλήψεις και τους προβληματισμούς του Ληξουριώτη λόγιου. 
[55] Στους ταχυδρομικούς φακέλους των επιστολών διαβάζουμε ως παραλήπτη τον «ἐλλόγιμον (ή «ἐλλογιμότατον») κύριον Ἰωάννην Ἀραβαντινὸν ἀναγνώστην».  Άλλωστε, και πριν από τη μοναστική του περίοδο  ο «Κρασοπατέρας» έψαλλε σε διάφορες εκκλησίες, βλ. Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π., τ. Α΄, σ. 26. Το αναφέρει και ο Χ. Λιναρδάτος.
[56] Με επιστολή του (17-7-1868) προς το νομάρχη της Κεφαλονιάς, ως πρόεδρο της Επιτροπής του Πετριτσείου Κληροδοτήματος, του υπενθυμίζει, ενόψει διορισμών διδακτικού προσωπικού στην Πετρίτσεια Σχολή, ότι έχει αποστείλει στο Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Παιδείας από τον Ιούλιο του 1867 «πάντα τὰ τὴν ἑνδεκαετῆ διδασκαλικήν μου θέσιν ἀφορῶντα ἔγγραφα». Το έγγραφο αυτό απόκειται στο προσωπικό αρχείο του Γεράσιμου Σωτ. Γαλανού (Ληξούρι), στο Φάκελο «Κρασοπατέρας». (Ευχαριστώ και από αυτήν τη θέση το συνάδελφο Γερ. Γαλανό, που πρόθυμα μου επέτρεψε να μελετήσω το σχετικό Φάκελο).
[57] Στο Φάκελο «Κρασοπατέρας» του αρχείου Γερ. Γαλανού διαβάζουμε υπηρεσιακό σημείωμα (27-5-1859 έ.ε. [= έτος ελληνικό]) του σχολάρχη Θ. Καρούσου προς το «διδάσκαλον τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων» Ι. Αραβαντινό, με το οποίο καλείται  ο δεύτερος να αντικαταστήσει στην «ἐπιστασίαν καὶ τὴν διεύθυνσιν τῆς Σχολῆς» τον πρώτο κατά την ημέρα της απουσίας του.
[58] Για το δικηγόρο και ποιητή Π. Σκαλτσούνη βλ. Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π., τ. Α΄, σ. 869.
[59] Βλ. αντίστοιχα επιστολές του Π. Σκαλτσούνη της 7ης-11-1853 έ.ε. και του Ι. Αραβαντινού της 21ης-12-1853 έ.ε., επιστολή του Π. Σκαλτσούνη της 1ης-5-1854,  επιστολή του Ι. Αραβαντινού της 31ης-12-1856 για δημοσίευμα του Πέτρου Βράιλα Αρμένη, επιστολή του Π. Σκαλτσούνη της 15ης-5-1854, επιστολή του Π. Σκαλτσούνη της  9ης-12-1854.
[60] Βλ. αντίστοιχα  επιστολές του Ι. Αραβαντινού της 10ης-11-1853 έ.ε. («Ἔχω ἀνάγκην τῆς “Πανδώρας” ἢ τῆς φιλολογικῆς “Μνημοσύνης” ἢ τοῦ Γαλλικοῦ περιοδικοῦ συγγράμματος “Musée des familes”») και της 19ης-11-1856 («Ἔχω ἀνάγκην ἀπαραίτητον διὰ τὸν Διονύσιον Ἁλικαρνασσέα») και επιστολή του Π. Γ. Θεοδωρίδη της 13ης-12-1856 («[…] δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω, διότι εἶνε σύγγραμμα δυσεύρετον»).   
[61] Βλ. γι’ αυτόν Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π., τ. Α΄, σ. 600 και τ. Β΄, σ. 340. (Να μη συγχέεται με το γνωστό νομικό, δημοσιολόγο και συγγραφέα Ιωάννη  Σκαλτσούνη, βλ. Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π., τ. Α΄, σ. 577-600, 909).
[62] Είναι ένα από τα παλαιότερα μοναστήρια της Κεφαλονιάς, «μητρικό» κατά κάποιο τρόπο εκείνου των Κηπουριών, από το οποίο η απόσταση είναι μικρή.  Για το μοναστήρι του Ταφιού βλ. Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π., τ. Β΄, σ. 336-340, καθώς και Γ. Μοσχόπουλος, ό.π., σ. 21-29.
[63] Πρόκειται για μια ιδιότυπη, όπως φαίνεται, περίπτωση. Αντιγράφουμε από την επιστολή της 5ης-11-1853 έ. α.: «Εὐλαβέστατέ μοι Διδάσκαλε! […] σπεύδω νὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ μοὶ ἀποδώσητε τὰ βιβλία μου, μετὰ τὴν παραλαβὴν τοῦ ἀντιτίμου χρηματικοῦ σας. Εἶναι τόλμη ἀσυγχώρητος εἰς τὸν ἐκποιοῦντά τι κατὰ τοὺς ἐμπορικοὺς νόμους, νὰ ζητῇ τὴν ἀνάκτησίν του· ἀλλ’ εἰς τὴν ὑμετέραν ἐλλογιμότητα εἶναι ἔγκλημα καθοσιώσεως νὰ τὸ φαντασθῇ τις. Πεποιθὼς εἰς τὸν ἀκραιφνῆ καὶ χριστομίμητον χαρακτῆρα σας, ὅν εὐτύχησα ἐκ τοῦ σύνεγγυς νὰ γνωρίσω, εὐελπίζω ὅτι δὲν θέλετε μ’ ἀρνηθῆ τὴν φυσικὴν καὶ ἠθικὴν ὕπαρξίν μου. […]. Ἄπόδοτέ μοι, ἱκετεύω, τοὺς εἰλικρινεῖς τούτους φίλους μου! οὕς ἡ κακεντρέχεια τοῦ γνωστοῦ ὑμῖν … [αποσιωπητικά – δεν αναφέρεται όνομα] μ’ ἠνάγκασε νὰ ἐκποιήσω, ἡ δὲ ὑμετέρα καλοκαγαθία, θέλει μ’ ἐπιτρέψει τὴν αὖθις μετ’ αὐτῶν συμφιλίωσίν μου. […]». Επανέρχεται ο «Κρασοπατέρας» με δεύτερη επιστολή του (29-12-1853 έ. α.) προς τον Ι. Σκαλτσούνη, εξηγώντας του γιατί επιμένει στην επαναπόκτηση των «δυσαπόκτητων» για τον ίδιο βιβλίων του: «Ἡ ἠθικὴ ἀνάγκη, ἡ μόνωσίς μου, τὰ δεινὰ μου, καὶ ἡ δυσκολία νὰ τ’ ἀποκτήσω ἄλλοθεν εἶναι τὰ μόνα εἰς τοῦτο αἴτια». Το υπάρχον υλικό δε μας διαφωτίζει αν ικανοποιήθηκε το αίτημα του Ληξουριώτη λόγιου.
[64] Οι ενωτιστές με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Λομβάρδο απονεύρωσαν το ριζοσπαστισμό, αρνούμενοι τη δημοκρατική/κοινωνική του διάσταση, και είχαν ως βασικό τους σύνθημα το «Ἕνωσις καὶ μόνον Ἕνωσις». Βλ. σχετικά Γ. Αλισανδράτος, ό.π., σσ. 207-229, 311-359· Σπ. Λουκάτος, ό.π., σσ. 156-158, 186-188· Μ. Κοτινά, ό.π., σσ. 333-341. 
[65] Παρότρυνε τους συμπολίτες του: «Τίμαε τοὺς ριζοσπάσταις – Ὄχι ὅμως κατὰ γράμμα / Ἀλλ’ ἐκείνους ποὺ τοιούτους, τοὺς ἀπέδειξε τὸ πρᾶγμα», η ζωή δηλαδή και ο συνεχής και συνεπής αγώνας, η ίδια η πραγματικότητα. Το απόσπασμα προέρχεται από το ποίημα του Ι. Αραβαντινού «Εξομολόγησις του Κρασοπατέρα», το οποίο περιλαμβάνεται – όχι ολόκληρο – στο υλικό του Χ. Λιναρδάτου, αλλά το αναδημοσιεύει στο σύνολό του ο ίδιος ο «Κρασοπατέρας» στο φυλλάδιό του Ο συκοφάντης εξελεγχόμενος, ό.π., σσ. 14-20, (εδώ σ. 19).