Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

ΠΟΛΙΤΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ



Ομιλία που έγινε στο Θέατρο Αργοστολιού "Ο Κέφαλος" στις 21Δεκεμβρίου 2011στο πλαίσιο εκδήλωσης 
με ομιλίες και δρώμενα, που συνδιοργανώθηκε από την Κοινωφελή Επιχείρηση Δήμου Κεφαλονιάς
(ΚΕ.ΔΗ.ΚΕ) και το Σύνδεσμο Φιλολόγων Κεφαλονιάς-Ιθάκης

 

           Εκείνο που περισσότερο εδώ μας ενδιαφέρει είναι πώς συμπεριφέρθηκαν και συμπεριφέρονται οι πολίτες και οι πολιτικοί αυτήν την περίοδο της κρίσης και όχι τόσο η ίδια η κρίση. Άλλωστε, δεν είμαι ο ειδικός γι’ αυτό το ζήτημα. Επιβάλλεται, όμως, να δώσω σύντομα το περίγραμμα της κρίσης, έτσι όπως εγώ την έχω καταλάβει με βάση τις γνώσεις μου και τα προσωπικά μου διαβάσματα.
 Η ΚΡΙΣΗ
          Η κρίση δεν είναι κρίση αποκλειστικά της Ελλάδας, παρ’ όλο που έτσι παρουσιάστηκε πριν από δυο χρόνια. Η κρίση δεν είναι μόνο κρίση της Ευρωζώνης, όπως τελευταία παρουσιάζεται. Είναι κρίση του καπιταλιστικού συστήματος. Ο καπιταλισμός και στο παρελθόν παρουσίασε κρισιακά φαινόμενα, λιγότερο ή περισσότερο βαθειά. Και τα ξεπερνούσε, με σοβαρό κόστος για τον ίδιο, μέχρι να φτάσει σε μια νέα κρίση.
          Η μεγάλη κρίση που ξέσπασε το 2007 ενσωματώνει όλες τις αντιφάσεις του καπιταλισμού της εποχής μας. Ξεκίνησε από το χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ μετά από τη φούσκα ακινήτων του 2001-2006 και γρήγορα μετατράπηκε σε παγκόσμια ύφεση. Η κρατική, στη συνέχεια, παρέμβαση του 2008-2009 απέτρεψε την κατάρρευση των τραπεζών και έφερε στοιχειώδη σταθεροποίηση στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Αλλά αυτή η παρέμβαση οδήγησε στην επόμενη φάση της παγκόσμιας οικονομικής αναταραχής, δηλαδή την κρίση δημόσιου χρέους του 2010.        
          Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, εάν δηλαδή πρόκειται για βαθειά οικονομική κρίση του καπιταλισμού, τότε πρέπει να γνωρίζουμε ότι για να ξεπεραστεί στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος απαιτείται καταστροφή κεφαλαίου – αυτό τουλάχιστο δείχνει η ιστορία των καπιταλιστικών κρίσεων. Για να περιορίσει, όμως,  το κεφάλαιο τη δική του καταστροφή στο μεγαλύτερο δυνατό σημείο, αρχίζει, αφού έχει την πολιτική κάλυψη, να καταστρέφει την εργατική δύναμη  και τα φτωχά κοινωνικά στρώματα. Για να πετύχει, βέβαια, τη μεγαλύτερη δυνατή οικονομική αφαίμαξη του λαού, πρέπει να καλλιεργήσει αντιλήψεις και ιδεολογήματα στην κοινή γνώμη, προκειμένου να την υποτάξει μέσω του φόβου και να την αναγκάσει να αποδεχτεί την αντιλαϊκή κλιμάκωση μέσω μιας στρεβλής αντίληψης της πραγματικότητας. Και το προσπαθεί αυτό μέσω της προπαγάνδας με τη βοήθεια των ΜΜΕ, όπως εξάλλου συμβαίνει και τώρα στη χώρα μας.
          Φυσικά η κάθε κρίση χτυπά περισσότερο τους αδύναμους κρίκους του καπιταλιστικού συστήματος. Η Ευρωζώνη κινδυνεύει, γιατί οι δημιουργοί της  προχώρησαν στο ενιαίο νόμισμα,  χωρίς να παγιώσουν ενιαία δημοσιονομική πολιτική ρυθμιζόμενη και ελεγχόμενη από ενιαίο θεσμικό φορέα, καθώς καθιέρωσαν ένα και το αυτό νόμισμα για διαφορετικές κρατικές οικονομίες, οι οποίες παρά τις όποιες πολιτικές σύγκλισης δεν μπόρεσαν να συμβαδίσουν. Η Ελλάδα βρέθηκε στο «μάτι του κυκλώνα» για δύο δομικούς, κατά τη γνώμη μου,  λόγους: Η ένταξή της στην Ευρωζώνη αποδείχτηκε πάρα πολύ επισφαλής, καθώς η Ευρωζώνη έχει μετατραπεί σε μηχανισμό δημιουργίας μόνιμων πλεονασμάτων για τη Γερμανία και αντίστοιχα μόνιμων ελλειμμάτων για τις περισσότερες περιφερειακές χώρες, όπως η Ελλάδα, της οποίας ο παραγωγικός ιστός είναι ταυτόχρονα εξασθενημένος εξαιτίας και της ευρωπαϊκής πολιτικής. Και δεύτερο, η κατάρρευση των δημόσιων εσόδων, που προκλήθηκε από την ύφεση, αποκάλυψε τις διαρθρωτικές αδυναμίες του ελληνικού κράτους, όπως φορολογική εύνοια προς το κεφάλαιο, πελατειακές σχέσεις, έλλειψη μηχανισμών πρόνοιας κ.λπ.
          Η αποτυχία, βέβαια, του ελληνικού κράτους σχετίζεται εξολοκλήρου με την αποτυχία της αστικής τάξης και των συμμάχων της κοινωνικών στρωμάτων, που κυβέρνησαν τη χώρα τις τελευταίες προπάντων δεκαετίες και εισέπραξαν το σύνολο σχεδόν του παραχθέντα κοινωνικού πλούτου. Η εγχώρια αστική τάξη θεμελίωσε  την ανάπτυξή της στην προνομιακή πρόσβαση στα κρατικά κονδύλια, στην απαίτηση για χαμηλότερους φόρους και μικρότερους μισθούς και όχι στις επενδύσεις και νέες δραστηριότητες. Στηρίχθηκε στο κράτος, αφού εξάλλου οι πελατειακές σχέσεις, που έχουν διαβρώσει το ελληνικό δημόσιο, οφείλονται κυρίως στις στενές σχέσεις των επιχειρηματιών με τον Τύπο και τους πολιτικούς. Η ελληνική αστική τάξη ευθύνεται, επίσης, για την αποτυχημένη επιλογή της συμμετοχής της χώρας μας στην Ευρωζώνη, καθώς η νομισματική ένωση αποδείχτηκε ένας σκληρός μηχανισμός πίεσης, από τη μια πλευρά, πάνω στους εργαζόμενους, και δημιουργίας, από την άλλη, δομικών ελλειμμάτων για τη χώρα μας.
          Έτσι, η τελευταία έγινε ευάλωτη στις πιέσεις της κρίσης του 2007-2009, που το 2010 την έφερε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Και για να αποτραπεί – που τελικά δε θα αποτραπεί - η χρεοκοπία,  η ίδια η αστική τάξη μέσω της πρόσφατης  κυβέρνησης Παπανδρέου, τυφλού οργάνου της Τρόϊκας, αποφάσισε την επιβολή σκληρών αντιλαϊκών οικονομικών μέτρων, προκειμένου να μεταφερθεί η κρίση στις πλάτες αυτών, που τελικά δεν έχουν την ευθύνη για ό,τι έχει συμβεί.  Έτσι, για να χρησιμοποιήσω όρο του θεάτρου, ανοίγει η αυλαία μιας επώδυνης περιόδου για το λαό μας, καθώς η  χώρα έχει πλέον απειληθεί καθοριστικά από την ιστορική αποτυχία της αστικής τάξης και των πολιτικών εκπροσώπων της.
ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ
          Στη συνέχεια θα αναφερθούμε σε αυτούς τους πολιτικούς εκπροσώπους της αστικής τάξης – στους πολιτικούς των δύο κομμάτων εξουσίας που κυβέρνησαν τη χώρα μετά τη μεταπολίτευση.
          Με τις πολιτικές που υποστηρίζουν τα δύο μεγάλα κόμματα δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι η χώρα έχει πιθανότητες να βγει από την κρίση. Με το ανθρώπινο υλικό που διαθέτουν τα δύο κόμματα εξουσίας δεν είμαστε σίγουροι για την έξοδο της χώρας από την κρίση. Αντίθετα, οι πολιτικοί αυτοί με τις πολιτικές τους είναι διατεταγμένοι να προσαρμόσουν την πολιτική διαχείριση στα κελεύσματα της παγκόσμιας οικονομικής ολιγαρχίας. Η αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία που πάνε να εφαρμόσουν, δηλαδή δραστική μείωση των κρατικών δαπανών και αύξηση της φορολογίας των κατώτερων στρωμάτων, υλοποιήθηκε στην Αργεντινή με τα γνωστά αποτελέσματα. Κάτι παρόμοιο γίνεται και τώρα στην Ελλάδα: φοροληστεία των λαϊκών στρωμάτων με φόρους που επιβάλλονται άμεσα, όπως χαράτσια στα ακίνητα, η λεγόμενη έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, η υπερβολική μείωση του αφορολόγητου εισοδήματος, φορολογική μείωση των κεφαλαιοκρατών κ. ά. Βρίσκεται δηλαδή σε εξέλιξη ένας πόλεμος εναντίον των αποδοχών των  εργαζομένων και των δημοκρατικών κοινωνικών κατακτήσεων. Η πολιτική της τελευταίας κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ ευθύνεται –ποιος το αμφισβητεί αυτό - για τα πρωτόγνωρης βαρβαρότητας μέτρα, που ο καθένας μας βιώνει στην καθημερινότητά του.         
          Ο στόχος, όμως, και η προοπτική των κυρίαρχων πολιτικών αποκαλύπτονται ολοφάνερα με το ποια τύχη επιφυλάσσουν στο Σύνταγμα, στο δικό τους δηλαδή αστικό δημιούργημα, απαραίτητο εργαλείο για τη διακυβέρνηση του κράτους. Από τη στιγμή, λοιπόν,  που το ντόπιο πολιτικό προσωπικό με τους νόμους του στη Βουλή αποφάσισε να καταργήσει τον κατώτατο μισθό και το κατώτατο μεροκάματο, που εννοείται τα προστάτευε το ελληνικό Σύνταγμα, χάθηκε μια τελευταία ελπίδα του εργαζόμενου. Γιατί ο άνθρωπος της δουλειάς τα έβλεπε αυτά σαν τελευταίο ανάχωμα· του δημιουργούσε μια αίσθηση ασφάλειας, ένιωθε μέρος ενός ισχυρού και προστατευόμενου όλου, που μπορούσε να επιβιώσει μέσα στην αγριότητα της αγοράς.  Κατάφεραν να καταργήσουν την εθνική συλλογική σύμβαση. Και ας μη γελιόμαστε, έχουν ήδη καταπατήσει, για να μην πω καταργήσει, και το Σύνταγμα, αφού στην πράξη το έχουν κάνει «λάστιχο» και το προσαρμόζουν μόνο στις ανάγκες της αγοράς.  Για ποια συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος της εργασίας μπορούμε να μιλάμε, όταν, για παράδειγμα, ένας στους πέντε είναι επίσημα άνεργος, όταν καταργούνται οι συλλογικές συμβάσεις; Αυτή η «οικονομοποίηση» του καταστατικού χάρτη της χώρας βαρύνει αποκλειστικά τους σημερινούς διαχειριστές της εξουσίας, αλλά βαρύνει ακόμη περισσότερο και τον πρόεδρο της δημοκρατίας.
          Αλλά και αυτοί οι ίδιοι οι πολιτικοί, εκτός από το Σύνταγμα, έχουν καταπατήσει κάθε έννοια «εθνικής» - με την αστική σημασία του όρου – αξιοπρέπειας, έχουν απαξιώσει και το θεσμό της αστικής Βουλής. Όλοι θυμούμαστε την παρουσία και ομιλία του πρώην προέδρου του ΔΝΤ Στρος-Καν στην ελληνική Βουλή. Τον προσκάλεσε ο τότε πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου, για να μας μιλήσει. 170 χρόνια κοινοβουλευτικού βίου σε αυτό το κράτος και δεν ανέβηκε ποτέ στο βήμα της Βουλής άνθρωπος που να μην έχει εκλεγεί από το λαό του. Ο Στρος-Καν τι ήταν; Ένας διορισμένος υπάλληλος. Αυτό ήταν μεγάλη προσβολή. Αυτό σήμαινε υποτέλεια. Και είναι προς τιμή της Αριστεράς που αρνήθηκε να παραβρεθεί σ’ εκείνη τη συνεδρίαση. Έτσι, η Αριστερά έσωσε τους θεσμούς – ναι , τους θεσμούς τους αστικούς.
          Επισημαίνω, επίσης, τους απαράδεκτους όρους της Δανειακής Σύμβασης του Μάη του 2010, η οποία έχει δέσει την Ελλάδα χειροπόδαρα. Αυτό το κείμενο η τότε κυβέρνηση δεν το έφερε για συζήτηση στη Βουλή, εφαρμόζοντας πρακτικές αντιδημοκρατικές, ολοκληρωτικές. Κυρίως, όμως, θυμίζω το άρθρο 14, παρ. 5, σύμφωνα με την οποία η δανειολήπτρια χώρα μας «αμετάκλητα και άνευ όρων» παραιτείται από κάθε ασυλία που έχει η ίδια ή τα περιουσιακά της στοιχεία. Πρόκειται για όρο που, σύμφωνα με έγκυρους νομικούς, για πρώτη φορά ενσωματώνεται σε δανειακή σύμβαση, πρόκειται για όρο που η ελληνική κυβέρνηση τον αποδέχτηκε χωρίς καμιά αντίρρηση, παρ’ όλο που στην πράξη σήμαινε απώλεια εθνικής κυριαρχίας.
          Επομένως, με όσα είπαμε έως τώρα φαίνεται ολοφάνερα πόσο επικίνδυνοι είναι αυτοί οι πολιτικοί και οι πολιτικές τους: εκχωρούν κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας, παραβιάζουν το Σύνταγμα - το αστικό Σύνταγμα - υπονομεύουν την ποιότητα της δημοκρατίας - της αστικής δημοκρατίας. Δεν έχω τίποτε με τους πολιτικούς και την πολιτική. Αντίθετα, πιστεύω στην πολιτική, καθώς τη θεωρώ απαραίτητη λειτουργία του δημοκρατικού συστήματος. Θυμώνω, όμως, και οργίζομαι με όλους εκείνους τους πολιτικούς που, σαν να μην έχει συμβεί τίποτε, εξακολουθούν να κυβερνούν τη χώρα ατιμώρητοι και ανεξέλεγκτοι, που φαίνεται να ξεχνούν ότι το μοντέλο διακυβέρνησης και εξουσίας που εφάρμοσαν συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία της σημερινής κατάστασης: διαχείριση των εθνικών και κοινοτικών πόρων (με σπατάλες, διανομές και λεηλασίες) και πλούσια δάνεια από το εξωτερικό για τη χρηματοδότηση του πελατειακού κράτους τους και τη συντήρηση του πολιτικού τους συστήματος Θυμώνω και οργίζομαι με τη συντεχνιακή αλληλεγγύη τους, προκειμένου να καλύψουν και να παραγράψουν τις ευθύνες τους για τη διαφθορά και την αναξιοκρατία, για τις διαπλοκές και τα σκάνδαλα – σα να τα έχουμε ξεχάσει όλα αυτά τώρα τελευταία. Θυμώνω και οργίζομαι με αυτούς τους  πολιτικούς που μας προκαλούν με την ανανδρία τους, καθώς εξισώνουν τις δικές τους διαχρονικές ευθύνες με αυτές των πολιτών, μαζί και των χιλιάδων νέων, που ακόμη δεν πρόλαβαν να κάνουν το παραμικρό. Γιατί σήμερα οι νέοι ξέρουν ότι δε θα ζήσουν σαν τους γονείς τους· ξέρουν ότι πρέπει να αποδεχτούν ότι σε όλη τους τη ζωή θα παραδέρνουν σε μια άγρια θάλασσα αβεβαιότητας και ανασφάλειας.
          Αλλά και ο σημερινός πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είναι άμοιρος ευθυνών για το σημερινό τρόπο διακυβέρνησης. Εξακολουθεί να συμπεριφέρεται σαν να μην έχει αλλάξει τίποτε σε αυτή τη χώρα και σε αυτόν το λαό. Και όχι μόνα αυτό, αλλά κάλυψε τα όποια κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα συνέβησαν στη Βουλή και υπέγραψε νόμους αντισυνταγματικούς και απάνθρωπους. Δε θέλησε ή δεν μπόρεσε να συγκρουστεί με την τρέχουσα βάρβαρη μνημονιακή πολιτική και πρακτική και έτσι αποδείχτηκε, κατά τη γνώμη μας,  κατώτερος των περιστάσεων.
          Είναι, λοιπόν, δυνατόν αυτοί οι πολιτικοί, όντας αυτουργοί εθνικών, πολιτικών και κοινωνικών εγκλημάτων, να ζητούν να τους αναθέσουμε την έξοδό μας από την κρίση; Είναι λογικό και σωστό να πιστεύουμε ότι θα μας σώσουν με ή χωρίς μνημόνιο οι υπαίτιοι της εφιαλτικής κατάστασης της χώρας μας; Άλλωστε, και μόνο το γεγονός ότι ο πολιτικός κόσμος παρέδωσε τη διακυβέρνηση της χώρας τούτη την κρίσιμη περίοδο σε τεχνοκράτη, στον κ. Παπαδήμο, δε μαρτυρά την αποτυχία αλλά και την παραπέρα ανικανότητα της σημερινής πολιτικής ηγεσίας;
          Αυτό που συνέβη το Νοέμβρη του 2011 με τη δημιουργία της κυβέρνησης Παπαδήμου θυμίζει, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών, τον Ιούλιο του 1974. Τότε, οι στρατιωτικοί, εξαιτίας των συνεχών πολιτικών αποτυχιών τους και κάτω από το βάρος της προδοσίας της Κύπρου αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν τη διακυβέρνηση της χώρας στους πολιτικούς. Τώρα, οι πολιτικοί, κάτω από το βάρος της λαϊκής δυσαρέσκειας και διαμαρτυρίας και του δικού τους κυβερνητικού αδιεξόδου, αναγκάζονται να παραχωρήσουν τη θέση τους στους εξωκοινοβουλευτικούς τεχνοκράτες. Τότε, όλοι αποφάνθηκαν για την ολοκληρωτική αδυναμία και ανικανότητα των στρατιωτικών να υπερβούν την τότε πολιτική και γενικότερα εθνική κρίση. Τώρα, μήπως έφτασε πια η ώρα να αποφανθούμε για την οριστική χρεοκοπία του κυρίαρχου πολιτικού κόσμου και του συστήματός του; Τότε, όλοι μίλησαν για την αμετάκλητη επιστροφή του στρατού στους στρατώνες. Τώρα, μήπως πρέπει να συζητάμε για την τοποθέτηση αυτών των πολιτικών σε εργασιακή εφεδρεία; «Είναι ανάξιος για αρχηγός εκείνος που ρίχνει το λαό του σε πελάγη συμφορών», έχει γράψει εδώ και χιλιάδες χρόνια ο Όμηρος. Χωρίς, βέβαια να ξεχνάμε ότι το κύριο ζήτημα δεν είναι ή τουλάχιστο δεν είναι μόνο τα πρόσωπα αλλά είναι κυρίως οι πολιτικές. Δηλαδή στην εφεδρεία και από εκεί στη συνταξιοδότηση πρέπει να πάει το σημερινό πολιτικό σύστημα με τις δομές, τις νοοτροπίες του και τους πολιτικούς του εκφραστές.
 
 ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ
           Αλλά για να δούμε τι συμβαίνει με το λαό, πώς βιώνουν οι πολίτες το σημερινό εφιαλτικό γίγνεσθαι, πώς συμπεριφέρονται απέναντι στους υπεύθυνους για την απαράδεκτη κατάστασή του πολιτικούς.
          Ακόμη ο λαός δεν έχει αντιδράσει οργανωμένα και συντεταγμένα σε μόνιμη και σταθερή βάση, με πρόγραμμα και προοπτική. Ένα μεγάλο ποσοστό του κόσμου περιορίζεται σε αποδοκιμασίες των πρωτοκλασάτων κυρίως πολιτικών με το γιουχάισμα, το σφύριγμα, το γιαούρτωμα. Βέβαια, είναι ενέργειες αυτές που δε συνιστούν πράξεις βίας, καθώς δεν αποβλέπουν σε τραυματισμό ούτε προκαλούν σωματική κάκωση, αλλά δε δίνουν λύση στο πρόβλημα. Υπογραμμίζουν, όμως, την ύπαρξη σοβαρού προβλήματος. Και επιπλέον συνειδητοποιεί ο κάθε «μαζί τα φάγαμε» πολιτικός ότι δεν είναι πια εύκολο να περπατά ανέμελος στους δρόμους ούτε να απολαμβάνει τον καφέ του στην πλατεία της πόλης. Ο κάθε «μαζί τα φάγαμε» κομματάνθρωπος γνωρίζει πια ότι παντού τον παραμονεύει η αποδοκιμασία.   Εδώ θυμίζω την ακτιβιστική πράξη του Μ. Αντύπα: χαστούκισε το 1906 μες στην πλατεία Συντάγματος το μεγαλοτσιφλικά και βουλευτή  Αγιάς  Θεσσαλίας Αγαμέμνονα Σλήμαν, επειδή άδικα τον κατηγορούσε. Δικάστηκε βέβαια, αλλά η δίκη του μετατράπηκε σε πολιτικό γεγονός.  Και έγραψε τότε μια αθηναϊκή εφημερίδα: μακάρι να αντηχούσε όλη η Ελλάδα από τέτοια ραπίσματα...    
          Βέβαια, από την άλλη πλευρά προγραμματίζονται στις μεγάλες πόλεις και υλοποιούνται ποικίλες μορφές διαμαρτυρίας και αντίδρασης. Και διαδηλώσεις πραγματώνονται, και καταλήψεις δημόσιων χώρων και κτιρίων γίνονται και απεργίες πραγματοποιούνται. Και μάλιστα κάποιες φορές αυτές οι κινητοποιήσεις είναι μαζικές και δυναμικές. Και μάλιστα αρκετές φορές το λαϊκό αυτό κίνημα ενίσχυσε τα πολιτικά του χαρακτηριστικά  και προσπάθησε να συσπειρώσει ευρύτερα στρώματα, χωρίς ωστόσο να μπορεί να αγκαλιάσει τις αναγκαίες δυνάμεις, για να παίξει ουσιαστικό ρόλο παρέμβασης στα πολιτικά δρώμενα. Είναι αλήθεια ότι στα δυο χρόνια της μνημονιακής πολιτικής καταγράφηκαν πρωτοβουλίες και προσπάθειες αντίδρασης, ανυπακοής και αντίστασης Τόλμησαν κοινωνικές ομάδες και συσπειρώσεις να βγουν στο προσκήνιο, να καταθέσουν προτάσεις, να προχωρήσουν σε συγκεκριμένες δράσεις. Ακόμη, όμως, δεν έχει γίνει καθοριστική και αποτελεσματική η παρουσία του λαϊκού παράγοντα στα πολιτικά δρώμενα. Στην πλειοψηφία τους οι πολίτες ακόμη δεν έχουν αποφασίσει να μπουν στον αγώνα· προτιμούν, για την ώρα, να κάθονται παράμερα, να παρακολουθούν και να περιμένουν.
          Και τίθεται το ερώτημα: γιατί, παρ’ όλη αυτή την κατάσταση, παρ’ όλη τη λεηλασία των αποδοχών των κατώτερων στρωμάτων, παρά τον ευνουχισμό ή και την κατάρρευση του ΕΣΥ, του προνοιακού συστήματος και του ασφαλιστικού οικοδομήματος, γιατί παρ’ όλα αυτά ο λαός ακόμη δεν έχει αποφασίσει να κινηθεί δυναμικά για την ανατροπή της κατάστασης; Θα προσπαθήσουμε να καταθέσουμε κάποιες σκέψεις.
          Μετά τη μεταπολίτευση πολλά έγιναν και πολλά δεν έγιναν. Αρκετά θέματα προωθήθηκαν, ενώ άλλα έμειναν ουσιαστικά στάσιμα, παρά την όποια επιφανειακή της πρόοδο. Πολλά πράγματα θεμελιώθηκαν πάνω σε απατηλές υποσχέσεις και κερδοφόρα ρουσφέτια. Διογκώθηκε ο δημόσιος τομέας από χουβαρντάδες υπουργούς και ανεκτικούς πρωθυπουργούς. Δημιουργήθηκαν θεσμικά παραμάγαζα, που διαχειρίζονταν ανεξέλεγκτα κρατικό χρήμα. Κοινωνικές κατηγορίες έφτιαξαν τα δικά τους φέουδα. Με τέτοιες πολιτικές και πρακτικές, κοινές στα δύο μεγάλα κόμματα που κυβέρνησαν, οι πολιτικοί μετατράπηκαν σε εμπόρους και ο λαός σε καταναλωτή. Έτσι, άλλαξαν και του λαού οι νοοτροπίες, οι συμπεριφορές και οι απαιτήσεις·  εκμαυλίστηκαν συνειδήσεις. Ο πολύς κόσμος εθίστηκε στη λογική του «ψηφίζω για να εξασφαλίσω ρουσφέτι»· έμαθε ότι δεν τρέχει και τίποτε με το να φοροδιαφεύγει, αφού «όλοι κλέβουν και φοροδιαφεύγουν» με πρώτους και καλύτερους τους πολιτικούς· έμαθε να προωθείται αναξιοκρατικά και να επιδοτείται ρουσφετολογικά· έμαθε να μην αντιδρά σωστά και απαιτητικά για αδικία που του έγινε, αλλά, αποδεχόμενός την,  να προσπαθεί  με υπόγειους τρόπους να εξισορροπήσει το κακό.         
          Ουσιαστικά, λοιπόν, και πρακτικά  ο λαός είχε μπει  στο περιθώριο. Απλώς πίστευε ότι μέσα από τις εκλογικές διαδικασίες άλλαζε ο ίδιος τους εκλεκτούς του. Αλλά κάτι τέτοιο απείχε από την πραγματικότητα, γιατί στο μεταξύ η κυβέρνηση προσάρμοζε τον εκλογικό νόμο στα μέτρα της, γιατί ο αρχηγός του κόμματος κατάρτιζε τις λίστες υποψηφίων που αυτός ήθελε και όπως ήθελε, γιατί μεγαλοεπιχειρηματίες και εταιρείες χρηματοδοτούσαν υποψήφιους και ΜΜΕ, γιατί είχαν κάνει τη δουλειά τους οι πληρωμένες εταιρείες δημοσκοπήσεων. Αλλά και για σοβαρότατα ζητήματα εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής ποτέ δεν ζητήθηκε η γνώμη του λαού. Τα δημοψηφίσματα, κατοχυρωμένη διαδικασία συνταγματικά, αγνοήθηκε επιδεικτικά από όλες τις κυβερνήσεις.
          Έτσι, δημιουργήθηκε, σιγά-σιγά αλλά σταθερά, ο πολίτης του καναπέ. Η μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία περιορίστηκε στις θεωρητικές συζητήσεις και άφησε τις δυναμικές διεκδικήσεις, επαναπαύτηκε στις «φιλολαϊκές» εξαγγελίες των εκλεκτών της κομματανθρώπων. Βέβαια, υπήρχε πάντοτε ένα μικρό αλλά και δυναμικό  τμήμα της κοινωνίας που συνέχιζε να μάχεται και να απαιτεί, που συνέχιζε να υπερασπίζεται τα δημοκρατικά και κοινωνικά δικαιώματα. Σίγουρα υπήρχε σε συνεχή ετοιμότητα και δράση αυτό το προοδευτικό, αριστερό κομμάτι, ο πολύς όμως λαός δεν ακολουθούσε.
          Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, δεν ήταν εύκολο να αντιδράσει συντονισμένα και προγραμματισμένα ο ελληνικός λαός αμέσως μετά την εκδήλωση της κρίσης. Όντας εθισμένος στη λογική των διευκολύνσεων, συνέχιζε να τρέφει ελπίδες και να καλλιεργεί αυταπάτες. Δεν είναι αμελητέο το ποσοστό του λαού, που ακόμη και τώρα ελπίζει στο κόμμα της Ν. Δ., καθώς δεν έχει ή δε θέλει να καταλάβει ότι πρόκειται για ένα κόμμα που στηρίζει την πολιτική του μνημονίου, παρ’ όλο που ταυτόχρονα δηλώνει ότι την αντιπαλεύει, υποστηρίζει και συμμετέχει στην κυβέρνηση Παπαδήμου, ενώ συγχρόνως ισχυρίζεται ότι είναι αντιπολίτευση. Αλλά και με το άλλο κόμμα εξουσίας, το ΠΑΣΟΚ, τα πράγματα είναι εξίσου θολά για ένα τμήμα των ψηφοφόρων του: ενώ έχει πια αποκτήσει χαρακτηριστικά αντιλαϊκού κόμματος, καθώς επιμένει στην υπεράσπιση την μνημονιακής πολιτκής, παρ’ όλο που κατά καιρούς κάποια στελέχη του παραδέχονται το αδιέξοδο της εφαρμοζόμενης πολιτικής, δεν αποκλείεται ενόψει εκλογών να αναβαπτιστεί μέσω μιας τεχνητής πόλωσης με τη Ν. Δ. – μια τακτική που βοηθούσε τα δυο κόμματα εξουσίας να συσπειρώνουν τους ψηφοφόρους τους. Όσο για το τρίτο κόμμα της σημερινής συγκυβέρνησης, ο ΛΑΟΣ, είναι πασιφανές ότι οι συνεχείς μετακινήσεις του έχουν δείξει την εξουσιομανία του αρχηγού του και την χωρίς αρχές τακτική, με αποτέλεσμα να το καθιστούν προβληματικό, για να μην πω επικίνδυνο για τη δημοκρατική πορεία της χώρας.   
          Πάντως, αν ο λαός μας στη μεγαλύτερη δυνατή πλειοψηφία του δε συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης, ώστε σοβαρότατα, συνειδητοποιημένα και αποφασισμένα να μπει στον αγώνα για την ανατροπή αυτής της μαύρης συγκυβέρνησης, τότε η οικονομική και κοινωνική του κατάσταση θα επιδεινωθεί κατά τρόπο απερίγραπτο. Από εδώ και στο εξής οι επιπτώσεις της μνημονιακής πολιτικής θα γίνονται – και ήδη έχουν αρχίσει να γίνονται - πια ορατές, χειροπιαστές: φτώχεια, πείνα, λιποθυμίες, εξαθλίωση, κατάθλιψη, αυτοκτονίες, μετανάστευση.
          Στο σημείο αυτό θα μου επιτρέψετε να υπενθυμίσω κάποια στοιχεία από την κρίση του 1929 στις ΗΠΑ, για να αντιληφθούμε πού ενδεχομένως θα φτάσει και στη χώρα μας η κατάσταση. Διαβάζω αποσπάσματα από εφημερίδες της εποχής [Είναι από το βιβλίο του Μόριτς Χόλγκρεν «Σπόροι της εξέγερσης», 1933]:
--   Πόλη Ίνγκλαντ, Αρκάνσας, 3 Ιανουαρίου 1931: [...] 500 αγρότες, οι περισσότεροι λευκοί και αρκετοί από αυτούς οπλισμένοι, πήγαν στην εμπορική συνοικία της πόλης. Οι εισβολείς φώναζαν ότι πρέπει να εξασφαλίσουν τροφή για τους ίδιους και τις οικογένειές τους και δήλωσαν ότι ήταν αποφασισμένοι να αρπάξουν τρόφιμα από τις αποθήκες, εκτός κι αν μπορούσαν να τους παραχωρηθούν δωρεάν από άλλες πηγές.
--   Λιμάνι της Ιντιάνα, 5 Αυγούστου 1931: Περίπου 1500 άνεργοι κατέλαβαν το εργοστάσιο εταιρείας  Fruit Growers Express Company, απαιτώντας να προσληφθούν για να μη λιμοκτονήσουν. Αντί άλλης απάντησης, η εταιρεία κάλεσε την αστυνομία που εκδίωξε τους άνεργους, χτυπώντας τους με ρόπαλα.
--   Σικάγο, 1 Απριλίου 1932: 500 μαθητές, οι περισσότεροι ταλαιπωρημένοι και με κουρελιασμένα ρούχα, έκαναν πορεία στο κέντρο του Σικάγου και κατευθύνθηκαν στα γραφεία του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, ζητώντας να τους παρέχεται τροφή στο σχολείο.
--    Νέα Υόρκη, 21 Ιανουαρίου 1933: Εκατοντάδες άνεργοι πολιόρκησαν σήμερα ένα εστιατόριο που βρίσκεται στην πλατεία Γιούνιον, απαιτώντας να γευματίσουν δωρεάν.
          Ήδη και στη χώρα μας τα συσσίτια παίρνουν καθολικό χαρακτήρα, καθώς οι άνεργοι πολλαπλασιάζονται, η φτώχεια διευρύνεται, τα χαράτσια μονιμοποιούνται και γενικότερα η αδιέξοδη τροϊκανική διατεταγμένη πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης δημιουργεί όλο και νέες εστίες εξαθλίωσης. Οδηγούμαστε στην πλήρη υποταγή της εργασίας στις αξιώσεις του κεφαλαίου.
           Τι κάνουμε λοιπόν; Τι πρέπει να γίνει; Δεν είμαι εδώ για να δώσω λύσεις, καθώς άλλωστε δεν είμαι κατάλληλος για κάτι τέτοιο. Μπορώ, όμως, ως σκεπτόμενος πολίτης να καταθέσω κάποιες απόψεις: Η υπέρβαση της κρίσης δε θα είναι εύκολη, δε  θα είναι γρήγορη, ούτε θα είναι ανώδυνη. Θα απαιτηθεί μακροχρόνια διαδικασία, μέσα στην οποία πρέπει ακριβώς να κατακτηθεί η συμπόρευση των λαϊκών δυνάμεων για την οριστική έξοδο από την κρίση και την εξάρτηση. Χρειάζεται δηλαδή  αποφασιστικότητα και ενότητα, γιατί η ρήξη θα γίνει με το πολιτικό κατεστημένο, ένα κατεστημένο πολύ γερά ριζωμένο στο κορμί της χώρας. Χρειάζεται οργάνωση και ενότητα, γιατί η σύγκρουση θα γίνει με την οικονομική ολιγαρχία και τα διεθνή της στηρίγματα.
          Και όλα αυτά πρέπει να γίνουν με όρους κινήματος: να παραμερίσουμε τον ατομισμό και να αποδεχτούμε την ομαδικότητα, να κάνουμε πράξη τη συλλογική δράση και αλληλεγγύη, να επιζητάμε την ενότητα στη βάση των στόχων του κινήματος. Άλλωστε, η διαλεκτική των ιδεών και των πράξεων, η ίδια η ζωή πάντα ανοίγει δρόμους, αρκεί κι εμείς να είμαστε έτοιμοι να τους περπατήσουμε. Ένα παλλαϊκό Μέτωπο έχουμε ανάγκη, που θα οργανώσει και θα συντονίσει τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού μας σε μαζική αντίσταση - τους εργαζόμενους, τους άνεργους, τα μεσαία στρώματα.  Ένα προγραμματικό παλλαϊκό Μέτωπο που θα βάλει στόχους και γύρω από αυτούς θα συνενώσει τη μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία.
          Ποιους στόχους; Θα μου επιτρέψετε να διατυπώσω 3-4 βασικούς: Πρώτα-πρώτα μπαίνει το ζήτημα χρέους, το οποίο δηλώνουμε ότι δεν αναγνωρίζουμε, γι’ αυτό και παραγράφουμε. Έπειτα, πρέπει να τεθεί ζήτημα κοινωνικοποιήσεων τραπεζών και κλάδων παραγωγής κοινωνικών σε πρώτη φάση αγαθών (νερό, ηλεκτρικό) με ριζική αναδιανομή παράλληλα εισοδήματος και πλούτου. Αλλά τότε εύκολα γίνεται κατανοητό ότι μια τέτοια πολιτική, σίγουρα σωτήρια για το λαό, δε θα γίνει αποδεκτή από την άρχουσα τάξη και από την Ε. Ε., της οποίας τώρα είμαστε μέλος. Άρα, υποχρεωτικά, και για να είμαστε πειστικοί και συνεπείς με τα προηγούμενα, οφείλουμε να θέσουμε ζήτημα εξόδου από την Ε. Ε. Όσο κι αν σε κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο να συμφωνήσουν όλοι, η ίδια ωστόσο η πορεία του αγώνα θα πείσει γι’ αυτήν την αναγκαιότητα. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι οι ευρωπαϊκές ντιρεκτίβες οδήγησαν στην αποβιομηχάνιση της χώρας και στην αποψίλωση της αγροτικής παραγωγής.
          Το παλλαϊκό Μέτωπο με το συντονισμό και την οργάνωση του λαού θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τα εγχώρια και ξένα αντιδραστικά κέντρα, θα ξεκινήσει συντονισμένες προσπάθειες για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών των πολιτών και θα αρχίσει να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την οικονομική αυτοδυναμία της χώρας, καθώς η τελευταία διαθέτει σημαντικές πλουτοπαραγωγικές πηγές, αρκεί να ιεραρχηθούν σωστά οι προτεραιότητες και πάντα προς όφελος του λαού και της χώρας. Στο βαθμό που αυτά θα προωθούνται - όχι πάντα εύκολα και χωρίς πισωγυρίσματα – θα ανοίγει ο δρόμος, σε συνεργασία με άλλες χώρες, για την αποδέσμευση από τη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς.
          Όχι, λοιπόν, άλλη αναμονή. Όχι αυταπάτες και προσμονές από εξωλαϊκές δυνάμεις. Όχι στον «από μηχανής θεό», για να μιλήσω με θεατρικούς όρους. Η πρωτοβουλία για τις εξελίξεις  πρέπει να περάσει στο Χορό της παράστασης, στο λαό της χώρας. Πρέπει, επιτέλους, ο χώρος της ορχήστρας να αναλάβει τις ευθύνες του· φτάνει πια ο ρόλος των πρωταγωνιστών της σκηνής.  Ο Χορός να καταλάβει τη σκηνή, να ανεβεί στη σκηνή και να κατεβάσει τους πρωταγωνιστές, να τους βγάλει έξω από την παράσταση, για να γίνει αυτός ο πρωταγωνιστής στη σκηνή, για να παίξει αυτός τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
  ΠΕΤΡΟΣ ΠΕΤΡΑΤΟΣ  
 
 
 

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ : Δυο δίδυμα αδέλφια ... αγνώριστα!


 
Ομιλία που έγινε στη Σάμη (αίθουσα τελετών Γυμνασίου-Λυκείου Σάμης)
σε εκδήλωση του Θεατρικού Εργαστηρίου Σάμης στις 2 Απριλίου 2011
 

          Θα αποδειχθεί, νομίζω, παρακάτω ότι δεν είναι αυθαίρετος ο συνδυασμός που μου υπαγορεύει να συμπαραθέσω μέσα στον ίδιο τίτλο τον πολιτισμό και την πολιτική, γιατί και ο ένας και η άλλη προέρχονται από την ίδια λεκτική μήτρα και είχαν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μια αμφίδρομη δημιουργική σχέση και πορεία, για να καταλήξουν σήμερα σ’ έναν ακήρυκτο πόλεμο.
          Πολιτισμός είναι – ας το πούμε απλά – ό,τι χαρακτηρίζει και προσδιορίζει τη φυσιογνωμία, την ιστορία και την εξέλιξη ενός έθνους, ενός λαού· και συγκεκριμένα τα επιτεύγματά του στον υλικό τομέα (τεχνικός πολιτισμός) καθώς και τα δημιουργήματά του στον πνευματικό τομέα (πνευματικός πολιτισμός). Την πεμπτουσία, βέβαια, του πολιτισμού αποτελεί ο δεύτερος τομέας, η καλλιέργεια δηλαδή των πνευματικών δυνάμεων των πολιτών, η καλλιέργεια με άλλα λόγια της γνώσης και της νόησης μέσα από τις επιστήμες, η καλλιέργεια των συναισθημάτων και της ευαισθησίας του ανθρώπου μέσα από τα γράμματα και τις τέχνες, γενικότερα η καλλιέργεια της προσωπικότητας του ανθρώπου, η διαμόρφωση ενός υπεύθυνου και ενεργού πολίτη με δικαιώματα και υποχρεώσεις, με αξίες και ιδανικά.
          Άλλωστε, η λέξη πολιτισμός ετυμολογικά σχετίζεται άμεσα με τη λέξη πολίτης, αδιάφορο αν στην αρχαία εποχή η λέξη πολιτισμός είχε άλλη σημασία: σήμαινε τη διαχείριση των υποθέσεων της πόλης-κράτους. Ο Α. Κοραής,  την πρωτοχρησιμοποίησε με το σύγχρονό της περιεχόμενο. Πάντως, η ετυμολογική σχέση της λέξης πολιτισμός με τη λέξη πολίτης και αυτής με τη λέξη πόλις δεν είναι τυχαία, δεν είναι χωρίς νόημα.
          Ωστόσο, από τις λέξεις πόλις και πολίτης προέρχεται και η λέξη πολιτική, λέξη αρχαιοελληνική. Τη συναντάμε στον Πλάτωνα αλλά και τον Αριστοτέλη, οποίος την ορίζει ως το σύνολο των προσπαθειών μιας κοινότητας για τη συγκρότηση μιας δίκαιης πολιτείας. Πολιτική σημαίνει σήμερα το σύνολο των θεμάτων που έχουν σχέση με τα κοινά, είναι ο τρόπος δράσης πολιτών και κρατών, ο τρόπος που χειρίζεται κανείς την κρατική εξουσία - συνολικά ή τμήματά της. Ουσιαστικά δηλώνει τη συμμετοχή στα κοινά, στις υποθέσεις του κράτους. Σήμερα, βέβαια, η πολιτική έχει καταστεί ολοκληρωμένη επιστήμη. Και κυρίως αυτό που εδώ μας ενδιαφέρει είναι η επαγγελματικοποίηση της πολιτικής.
           Η αρχαία πόλις-κράτος υπήρξε το κέντρο της πολιτικής και συνακόλουθα της κοινωνικής συγκρότησης των Ελλήνων. Ο πολίτης της αθηναϊκής ιδίως δημοκρατίας, μιας άμεσης μορφής δημοκρατίας, συμμετείχε συνειδητά στα κοινά, άλλοτε ως πολεμιστής, άλλοτε ως στρατηγός, άλλοτε ως πρεσβευτής, άλλοτε ως δικαστής, άλλοτε ως ομιλητής στην εκκλησία του δήμου διατυπώνοντας την άποψή του για εξωτερικά και εσωτερικά θέματα, άλλοτε ως βουλευτής φτάνοντας μια τουλάχιστο φορά στη ζωή του να κρατά για μια μέρα στα χέρια του τα κλειδιά και τη σφραγίδα της πόλης, να εκτελεί δηλαδή χρέη σημερινού αρχηγού κράτους.  Ασκώντας δηλαδή τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ως πολίτης λειτουργούσε ο ελεύθερος Αθηναίος ταυτόχρονα και ως πολιτικός. Γιατί ο πολίτης που καθημερινά μιλά δημόσια για τις κρατικές υποθέσεις ή διαχειρίζεται τομείς της κρατικής εξουσίας στην πράξη είναι ένας πολιτικός – όχι βέβαια επαγγελματίας πολιτικός.
          Ακριβώς αυτός ο τρόπος οργάνωσης και λειτουργίας της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας δημιούργησε από εκείνα τα χρόνια την έννοια του πολιτικού και μαζί την έννοια της πολιτικής. Ωστόσο, μαζί με την καθημερινή πρακτική ενασχόλησή του με τα κοινά, ο Αθηναίος πολίτης γινόταν μέτοχος, λιγότερο ή περισσότερο, ενός σημαντικού πολιτισμού, μιας σημαντικής παιδείας – με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου -  η οποία (παιδεία) δεν περνούσε αναγκαστικά μέσα από ένα κρατικό εκπαιδευτικό σύστημα, που φυσικά δεν υπήρχε τότε, αλλά με διάφορους τρόπους η ίδια η πολιτεία φρόντιζε γι’ αυτήν την παιδεία των ελεύθερων πολιτών της.
          Ας προσέξουμε πώς η παιδεία, η πολιτισμική καλλιέργεια, όπως εμείς την εννοούμε σήμερα, ήταν συνυφασμένη με την πολιτική: Ο πλούσιος Αθηναίος πολίτης είχε την υποχρέωση να λειτουργήσει ως χορηγός, να καταβάλει δηλαδή τα έξοδα του χορού και κατεπέκταση να αναλάβει όλα τα έξοδα για το ανέβασμα μιας θεατρικής παράστασης. Για εκείνους τους ανθρώπους το θέατρο, η δραματική παράσταση, δίδασκε, εκπαίδευε, και άρα η πολιτεία, έχοντας την ευθύνη της δημοκρατικής διαπαιδαγώγησης των πολιτών της, απαιτούσε από τον εύπορο πολίτη να χρηματοδοτήσει εκδηλώσεις με καθαρά πολιτισμικό στόχο την αγωγή της ψυχής, την ψυχαγωγία των πολιτών. Και ο πλούσιος Αθηναίος κατανοούσε αυτή του την υποχρέωση απέναντι στην πολιτεία και τους συμπολίτες του.
          Εξάλλου, το θέατρο στην αρχαία δημοκρατική Αθήνα ήταν υπόθεση της πολιτείας: το θεατρικό είδος, ο χρόνος και ο τόπος των παραστάσεων, οι διαδικασίες οργάνωσης, λειτουργίας και απονομής βραβείων, η λαϊκή παρουσία και συμμετοχή – όλα ήταν κρατική υπόθεση και φροντίδα· από την αρχή έως το τέλος η δημοκρατική πολιτεία ρύθμιζε τη ζωή του θεάτρου. Στις μέρες των παραστάσεων οι Αθηναίοι συνωστίζονταν στο θέατρο. Το θέατρο, όπως και η εκκλησία του δήμου, ήταν οι δύο χώροι που λειτουργούσαν ως σχολεία δημοκρατίας, ήταν οι δύο θεσμοί που καταξίωναν τη δημοκρατική λειτουργία. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο θεσπίστηκε η αποζημίωση, τα λεγόμενα θεωρικά, που πλήρωνε η πολιτεία και επέτρεπε στους πιο φτωχούς να παρακολουθούν την παράσταση δωρεάν. Το γεγονός αυτό απεικονίζει εύστοχα τον πολιτικό ρόλο του θεάτρου. Όλα τα παραπάνω φρονώ ότι συνιστούν μέγιστο μάθημα παιδείας και δημοκρατίας και υπογραμμίζουν τη συσχέτιση πολιτισμού και πολιτικής.
           Ο πολιτισμός και η πολιτική, λοιπόν, εκτός από την κοινή ετυμολογική τους προέλευση,  συνδέονται με το δημόσιο αγαθό, με τα κοινά, με το λαό. Στα νεότερα βέβαια χρόνια, που κυρίως μας ενδιαφέρουν, βρίσκονται σ’ έναν ακήρυκτο μεταξύ τους πόλεμο. Ας εξετάσουμε τι συμβαίνει.
          Μετά τη μεταπολίτευση υπήρξε στη χώρα μας πράγματι μια έκρηξη πολιτικοποίησης· δημιουργήθηκαν δυνατότητες και προϋποθέσεις για ουσιαστική πολιτική ζωή. Ταυτόχρονα, φαινόταν μια τάση πολιτιστικής αναγέννησης· πρόσωπα και φορείς προσπαθούσαν να σηκώσουν το νήμα που είχε κόψει η δικτατορία των συνταγματαρχών, να αναστήσουν και να διευρύνουν την πολιτιστική άνοιξη της δεκαετίας του 1960. Και πράγματι έγιναν πράγματα και θαύματα θα έλεγα. Φαινόταν στην πράξη η απελευθερωτική δύναμη που κρύβει μέσα της η πολιτιστική δημιουργία και δράση. Αναμφισβήτητα έχουμε ως χώρα σοβαρές κατακτήσεις: έχουμε καλό, πολύ καλό θέατρο, έχουμε σημαντικούς κινηματογραφιστές-σκηνοθέτες, συνθέτες και άλλους καλλιτέχνες, έχουμε αξιόλογες πνευματικές καταθέσεις, έχουμε και ερευνητικές-επιστημονικές πρωτοτυπίες. Τι λείπει, όμως, χρόνια τώρα;
          Πρώτα-πρώτα λείπει μια μακρόπνοη πολιτιστική πολιτική από την πλευρά της πολιτείας. Όλοι θα συμφωνήσουμε ότι, αν μια πολιτεία θέλει να χαράξει μια πολιτική ουσίας και προτεραιοτήτων, μια πολιτική γόνιμη και δημιουργική, δεν μπορεί να μην προτάξει τον πολιτισμό. Αντίθετα, όλοι γνωρίζουμε ότι από τότε που ιδρύθηκε το νεοελληνικό κράτος μέχρι σήμερα για τον πολιτισμό διατίθεται το μικρότερο ποσοστό από τα κονδύλια του κρατικού προϋπολογισμού, ίσως γιατί οι διοικούντες  θεωρούν τον πολιτισμό ως κάτι δευτερεύον και τριτεύον ή στην καλύτερη περίπτωση τον εκλαμβάνουν ως πολυτέλεια. Με άλλα λόγια, ο πολιτισμός δεν έχει ριζώσει στη πολιτική των πολιτικών, δε διαπερνά τις σκέψεις και τις δράσεις τους, δεν αποτελεί μόνιμη έγνοια  τους. Άλλωστε, η εξουσία  αντιλαμβάνεται τον πολιτισμό και τους ανθρώπους του μόνο ως αξιοποιήσιμους για τα δικά της σχέδια.
          Λείπει, επιπλέον, και κάτι άλλο: λείπει η επίμονη φωνή των ίδιων των δημιουργών του πολιτιστικού γίγνεσθαι στη χώρα μας, λείπει η ουσιαστική και μόνιμη παρέμβασή τους στα γενικότερα κοινωνικά ή, αν θέλετε, πολιτικά, με την αριστοτελική σημασία του όρου, προβλήματα. Και λείπει, επειδή κάποιοι είτε βολεύονται είτε δεν ακούγονται.
          Η πολιτεία έχει τους τρόπους, αφού έχει και το χρήμα και την εξουσία, να επηρεάζει ποικιλότροπα τους πνευματικούς και πολιτιστικούς δημιουργούς, για να πετύχει την αλλοτρίωσή τους, γεγονός εξαιρετικής σημασίας για την εξουδετέρωσή τους ως πολιτιστικών συνειδήσεων. Έτσι, όσοι από αυτούς συμμετέχουν σε κομματικές κοινοβουλευτικές ομάδες ή και σε υπουργικές θέσεις, αλλά και σε στελεχικές θέσεις πολιτιστικών οργανισμών ή ζουν με την προσδοκία αναρρίχησης σε κάποια θέση ή κρατικής επιχορήγησης είναι υποχρεωμένοι, στην πλειονότητά τους, να ταυτίζονται με τα κομματικά ή κυβερνητικά κατεστημένα, με αποτέλεσμα να θέτουν το πολιτιστικό αγαθό σε δεύτερη μοίρα.
          Υπάρχει, όμως, και η κατηγορία των πνευματικών εκείνων ανθρώπων, οι οποίοι δε βολεύονται με την υπάρχουσα κατάσταση, γι’ αυτό και την κρίνουν και την κατακρίνουν, πληρώνοντας βέβαια το ανάλογο τίμημα. Πνευματικοί άνθρωποι, επιστήμονες, πανεπιστημιακοί καθηγητές, λογοτέχνες κ.λπ. αρθρογραφούν σε περιοδικά και εφημερίδες, ανοίγουν διάλογο, προβληματίζουν και προτείνουν, αλλά και οι ίδιοι παίρνουν πρωτοβουλίες, συμμετέχουν σε ποικίλες δράσεις, μάχονται για την προώθηση των πολιτιστικών και γενικότερα των κοινωνικοπολιτικών ζητημάτων της χώρας. Και ποιοι είναι αυτοί;
          Είναι όλοι εκείνοι οι άνθρωποι του πνεύματος, της τέχνης και της επιστήμης, που ξεπερνώντας κομματικές γραμμές και προσωπικές φιλοδοξίες, έχουν αποδείξει ότι ξέρουν να ακούουν και όχι να υπακούουν. Η ακοή και η υπακοή – το «ακούω» και το «υπακούω» – είναι αντιστρόφως ανάλογες έννοιες-δυνάμεις: όσο μεγαλώνει η μία, μικραίνει η άλλη. Το «ακούω» δημιουργεί  γόνιμους ανυπάκουους, το «υπακούω» δημιουργεί κοινωνικά κουφούς. Δε μιλάμε εδώ για κάποια πεισματική άρνηση κακομαθημένου παιδιού, ούτε για στείρα ανυπακοή. Μιλάμε για την υπεύθυνη, άγρυπνη ακρόαση των πραγμάτων, - «πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής» κατά τον εθνικό μας ποιητή – έτσι που αφού έχει κάποιος μελετήσει με θάρρος και σε βάθος την κατάσταση, αφού έχει ακούσει τι γίνεται γύρω του, προτείνει και χαράζει τότε τη νέα πορεία, την εκτροπή από την κατεστημένη αντίληψη, την ανυπακοή στην άγονη υπακοή στα μέχρι τώρα παραδεκτά. Άλλωστε, η κινητήρια δύναμη των τεχνών, οι πηγές εξέλιξης των ιδεών βρίσκονται στην ανυπακοή στα ισχύοντα και τα καθιερωμένα και στη γόνιμη ανατροπή τους.
           Όμως υπάρχει και άλλη μια πλευρά της σύγχρονης σχέσης πολιτισμού και πολιτικής. Πολιτισμός γενικότερα είναι τρόπος ζωής, όταν αναφερόμαστε σε κάποιον πολίτη, ενώ όταν αναφερόμαστε σε πολιτικούς είναι το πώς αντιλαμβάνονται και εφαρμόζουν τη διαχείριση των κοινών. Με άλλα λόγια πόσο σέβονται και εκτιμούν τον ιδρώτα του απλού πολίτη, πόσο σέβονται και εκτιμούν τη γνώμη του λαού.
          Και εδώ υπάρχει το μεγάλο πρόβλημα: Πώς φτάσαμε και γιατί φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση; Αναφέρομαι στην κρίση – μια κρίση οικονομική που αφορά, νομίζω, πρώτα και κύρια την Ευρωπαϊκή Ένωση και γενικότερα το καπιταλιστικό οικονομικό μοντέλο, αλλά που για την Ελλάδα είναι ουσιαστικά κρίση πολιτισμική.  Δε θέλω να σας κουράσω με γνωστά πράγματα. Άλλωστε, όλοι βιώνουμε τα αποτελέσματα αυτής της κρίσης. Θα σταθώ μόνο σε κάποιες διαπιστώσεις, για να δείξω ότι η όλη πολιτική των κομμάτων που μας κυβέρνησαν τα τελευταία χρόνια κάθε άλλο παρά από πολιτισμό διαπνεόταν. Γιατί, στη συγκεκριμένη περίπτωση μια κυβέρνηση δε δείχνει το ενδιαφέρον της για τον πολιτισμό μόνο από το ποσοστό του κρατικού προϋπολογισμού που διαθέτει για τα γράμματα, τις τέχνες και την επιστήμη, αλλά κυρίως από την όλη συμπεριφορά της, την πολιτική δηλαδή και την τακτική της απέναντι στο λαό και τα προβλήματά του, απέναντι στους πολίτες και τα αιτήματά τους, απέναντι στους νέους και τα οράματά τους.
          Πολλά οικοδομήθηκαν πάνω σε υποσχέσεις απατηλές, ρουσφέτια, πατρωνίες και κουμπαριές. Ξεχειλώθηκε ο δημόσιος τομέας από χουβαρντάδες υπουργούς και ανεκτικούς πρωθυπουργούς. Κατηγορίες κοινωνικές έφτιαξαν τα δικά του φέουδα.  Θεσμικά παραμάγαζα έπαιρναν αρμοδιότητες και διαχειρίζονταν ανεξέλεγκτα δημόσιο χρήμα. Και όλα αυτά αφορούν και στα δύο μεγάλα κόμματα, της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, που είχαν την ευθύνη της διακυβέρνησης τα τελευταία 37 χρόνια.
          Η πολιτική χρησιμοποιούσε πρακτικές εμπορευματοποίησης και πελατειακής ψηφοθηρίας. Η εξουσία έγινε εμπόρευμα, οι πολιτικοί έμποροι και ο λαός καταναλωτής. Οι ρουσφετολογικές εισαγωγές ή τροποποιήσεις νόμων εξέθρεψαν κυκλώματα και δημιούργησαν κατεστημένα. Ο συνδικαλισμός στα ανώτερα και ανώτατα κλιμάκιά του δε διέθετε πραγματικούς μαχητές των κοινωνικών αιτημάτων. Τα ΜΜΕ ελέγχονταν από οικονομικά κέντρα, τα πιο πολλά με σχέσεις εργολαβικές με τις κυβερνήσεις. Και το δικαστικό σύστημα δεν έμεινε έξω από τα σκάνδαλα, καθώς η δικαιοσύνη δεν είναι τυφλή, ενώ παραμένει ταξική. Το πολιτικό προσωπικό, οι κυβερνήσεις δηλαδή του δικομματισμού, ευτέλισαν και αυτό ακόμη το αστικό σύνταγμα, ποδοπάτησαν και αυτές ακόμη τις αστικές ελευθερίας και δικαιώματα. Πότε ζητήθηκε η γνώμη του λαού μέσα από δημοψηφίσματα για σοβαρότατα θέματα εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής; - Ο λαός δηλαδή στο περιθώριο. - Η κοινοβουλευτική δημοκρατία απαξιώθηκε. Προβληματίζομαι ακόμη μήπως και ο θεσμός του προέδρου της Δημοκρατίας δεν έχει σταθεί σε αυτές τουλάχιστον τις κρίσιμες ώρες στο ύψος των περιστάσεων.
          Μα θα ρωτήσει κάποιος: όλα αυτά τα 37 περίπου χρόνια τίποτε σωστό δεν έγινε σε αυτή τη χώρα; Και βέβαια έγινε. Αρκετά θετικά έγιναν, και σε νομοθετικό έργο και σε υποδομές, αλλά στο πέρασμα του χρόνου τα μεγάλα λόγια και τα μεγάλα έργα εξανεμίζονταν, γιατί μέσα σε όλα αυτά ενυπήρχε και ενυπάρχει η ίδια παθογένεια: ένας διχασμός που διαπερνά ολόκληρη τη νεοελληνική πολιτική σκέψη και πρακτική. Αναφέρω το παράδειγμα του ΕΣΥ. Το ΕΣΥ ξεκίνησε σαν μια φιλόδοξη μεταρρύθμιση με στόχο την αποεμπορευματοποίηση του αγαθού της υγείας, για να καταλήξει σήμερα να είναι η υγεία στην Ελλάδα περισσότερο εμπορευματοποιημένη παρά ποτέ. Η περίθαλψη κοστίζει πολύ στους ασθενείς, ενώ η ιδιωτική ιατρική συνεχίζει να διογκώνεται. Αλλά παρόμοια δεν είναι η κατάσταση και στην Εκπαίδευση, που έχει ζήσει τα τελευταία χρόνια συνεχείς μεταρρυθμίσεις; Ποιος γονιός σήμερα πιστεύει ότι το παιδί του κινείται μέσα σε μια δημόσια δωρεάν εκπαίδευση; Πόσο σίγουροι είμαστε για την ορθότητα των αναλυτικών προγραμμάτων;  Έτσι, έχουμε φτάσει στην απαξίωση της δημόσιας υγείας και παιδείας. Παρόμοιες καταστάσεις και στο χώρο του πολιτισμού: μόνιμοι τρόφιμοι του δημόσιου κορβανά συγκεκριμένα ονόματα του θεάτρου, της μουσικής, της λογοτεχνίας. Ελάχιστες έως μηδενικές οι επιχορηγήσεις νέων σχημάτων, πρωτοποριακών κινήσεων, νέων καλλιτεχνών και δημιουργών.
          Όμως, ενώ αυτή είναι ή τείνει να γίνει η κυρίαρχη όψη του προβλήματος, υπάρχει και η άλλη, η θετική, η ελπιδοφόρα: υπάρχουν γιατροί, εκπαιδευτικοί, καλλιτέχνες που επιμένουν σε αξιακά συστήματα αντίθετα στη διαφθορά, τον εκμαυλισμό και τον εκφυλισμό. Υπάρχουν δηλαδή και αντιστέκονται λαμπροί επιστήμονες και άνθρωποι, σπουδαίοι δάσκαλοι και παιδαγωγοί, αξιόλογοι καλλιτέχνες και ευέλπιδες νέοι ηθοποιοί, σκηνοθέτες, τραγουδιστές, συνθέτες. Παράδειγμα ζωντανό για τη Σάμη παραμένει το Θεατρικό Εργαστήρι, που έχει απόψε την ευθύνης της εκδήλωσης. Νέοι άνθρωποι, καθημερινοί, της διπλανής πόρτας, όπως λέμε, δουλεύοντας 10-11 χρόνια τώρα συστηματικά, με υπομονή και επιμονή, υπεύθυνα και εγκάρδια, έχουν δημιουργήσει μια ομάδα ζωντανή και πρωτοπόρα, που με τις παραστάσεις τους και τις ποικίλες άλλες εκδηλώσεις τους τροφοδοτούν και ανατροφοδοτούν εαυτούς και κοινωνία. Έχουν ανοίξει ένα διάλογο με τους συμπολίτες τους, συμβάλλουν ουσιαστικά στην καλλιέργεια θεατρικής συνείδησης, γίνονται παράδειγμα ομαδικής συσπείρωσης και δράσης. Τέτοιες πρωτοβουλίες χρειαζόμαστε, τέτοια ρυάκια, δροσερά και γάργαρα, πρέπει να τρέξουν στη μεγάλη κοίτη του πολιτισμού μας. Υπάρχει δηλαδή η «κρίσιμη μάζα»,  το «κοινωνικό κεφάλαιο», που ωστόσο είναι μόνο η επαρκής συνθήκη για την όποια αλλαγή και ανατροπή.  Από κει και πέρα χρειάζονται οργανωτικές διαδικασίες, επίμονες και συνεπείς.
          Και ενώ η χώρα σα σκάφος ακυβέρνητο προσπαθεί να ταξιδέψει σε μια αγριεμένη θάλασσα με πολλά και απρόβλεπτα τσουνάμι, και ενώ η οικονομική και πολιτική χρεοκοπία είναι δεδομένη, τι κάνουν  οι πολιτικοί μας; Ποια είναι η πολιτική τους;
          Οι πολιτικοί μας αποποιούνται τη διαφθορά τους, χρεώνοντας ως διεφθαρμένους συλλήβδην τους Έλληνες και ζητώντας να πληρώσουν το κόστος της δικής τους υποταγής στα ποικίλα μεγαλοσυμφέροντα. Μήπως έκαναν τίποτε στο μεγάλο πρόβλημα της φοροδιαφυγής και φοροκλοπής; – για να σταθώ σ’ ένα κομβικό ζήτημα. Όλοι θυμούμαστε τις κατά καιρούς βαρύγδουπες εξαγγελίες για την πάταξή του, η οποία θα υπερκάλυπτε το ετήσιο έλλειμμα των δημόσιων εσόδων και κυρίως θα είχε απαλλάξει τα συνήθη υποζύγια (δηλαδή εμάς, το λαό) από την υπέρβαρη φορολογία. Αλλά, βλέπετε, η πάταξη της φοροδιαφυγής και της φοροκλοπής έχει πολιτικό κόστος και οι φοροδιαφεύγοντες και φοροκλέπτες συνιστούν μια ισχυρή συντεχνία.         
          Οι πολιτικοί μάς προκαλούν με την ανανδρία τους, καθώς εξισώνουν τις δικές τους τεράστιες διαχρονικές ευθύνες με αυτές των πολιτών, μαζί και των χιλιάδων νέων, που ακόμη δεν πρόλαβαν να κάνουν το παραμικρό, μαζί και των χιλιάδων γερόντων, που βολοδέρνουν με την αναιμική σύνταξή τους. Οι πολιτικοί μας δε φαίνεται να δείχνουν έμπρακτα λύπη ή ντροπή για ό,τι έκαναν  και κάνουν. Μόνο για την πολιτική τους καριέρα ενδιαφέρονται. Εξακολουθούν να φέρονται αλαζονικά.
          Όλα τα παραπάνω συνιστούν πρακτικές πολιτισμού; Φυσικά όχι. Όλα τα παραπάνω είναι πέρα και έξω από μια λογική που πάνω απ’ όλα βάζει τον άνθρωπο και τις ανάγκες του, τον πολίτη και τα όνειρά του, τη νεολαία και το μέλλον της.
          Επομένως, είναι παράλογο να αναθέτουμε την έξοδό μας από την κρίση στους αυτουργούς κοινωνικών εγκλημάτων, στους δημιουργούς εγκληματικής πολιτικής. Είναι παρανοϊκό να πιστεύουμε ότι θα μας σώσουν με ή χωρίς μνημόνιο οι υπαίτιοι της εφιαλτικής κατάστασης της χώρας μας. Πολιτικοί χωρίς πολιτισμό είναι επικίνδυνοι για τον τόπο και το λαό. «Είναι ανάξιος για αρχηγός εκείνος που ρίχνει το λαό του σε πελάγη συμφορών», έχει γράψει εδώ και χιλιάδες χρόνια ο Όμηρος.
           Και εδώ μπαίνει τώρα ένα άλλο καίριο ερώτημα: οι πολιτικοί έχουν τις ευθύνες τους, οι πολιτικοί ενδιαφέρονται για την ικανοποίηση των δικών τους συμφερόντων και των κοινωνικών τους ομάδων, τι έκανε όμως ο λαός, για να αποτρέψει ή τουλάχιστο να ελαχιστοποιήσει τα αποτελέσματα της απαράδεκτης πολιτικής των πολιτικών; Ο λαός είναι αμέτοχος σε όλο αυτό το κακό;
           Είναι αλήθεια ότι ο κόσμος προτιμούσε τους ανοιχτοχέρηδες πολιτικούς και απαιτούσε δάνεια, διορισμούς και διευκολύνσεις. Για πολλά χρόνια είχε εθισθεί στη λογική του «ψηφίζω, για να εξασφαλίσω ρουσφέτι και κάθε άλλου είδους πελατειακή σχέση». Είχε εθισθεί, μετά από φυσικά επιμελημένη προετοιμασία, να γοητεύεται από την επίδειξη πλούτου, έστω και δανεικού. Είχε θεωρήσει επιβεβλημένο να κλέβει και να φοροδιαφεύγει, αφού «όλοι κλέβουν και φοροδιαφεύγουν» με πρώτους και καλύτερους τους πολιτικούς μας. Είχε μάθει να αποδέχεται την αδικία, με την έννοια ότι δεν αντιδρούσε δυναμικά και απαιτητικά, αλλά αποδεχόμενός την προσπαθούσε με υπόγειους τρόπους να ισοσκελίσει το κακό. Τα διαπιστώνουμε αυτά, όταν αποκαλύπτονται διάφορες απάτες σε βάρος του Δημοσίου – απάτες στις οποίες συμμετέχουν εκατοντάδες συμπολιτών μας: από τις αναπηρικές συντάξεις-μαϊμού μέχρι τις συστηματικές καταπατήσεις δημόσιας γης.              
          «Εν συντομία / φοράμε τη μπέρτα του πολιτισμού / μα οι ψυχές μας ζουν στη λίθινη εποχή. /Οι εχθροί μας δε διέσχισαν τα σύνορά μας. / Διείσδυσαν μέσα στην αδυναμία μας σαν τα μυρμήγκια», μας προειδοποιεί ο Νιζάρ Κουαμπάνι, ποιητής από τη Συρία, για να θυμηθούμε και κάτι από τον αραβικό κόσμο, που αυτή την περίοδο βρίσκεται σε μια διαδικασία λαϊκών εξεγέρσεων και ανακατατάξεων.
          Από την άλλη πλευρά, οι πολίτες ουσιαστικά ούτε εξέλεγαν, ούτε έλεγχαν κάποια εξουσία. Είχε καλλιεργηθεί η ψευδαίσθηση της ελεύθερης επιλογής. Οι επιλογές όμως ήταν κατευθυνόμενες, από τη στιγμή που κάθε κυβέρνηση, λίγο πριν από τις εκλογές, άλλαζε τον εκλογικό νόμο και χάρη στην κοινοβουλευτική της πλειοψηφία τον έραβε στα μέτρα της, από τη στιγμή που ο αρχηγός του κόμματος κατάρτιζε λίστες και ψηφοδέλτια, από τη στιγμή που μεγαλοεπιχειρηματίες και εταιρείες χρηματοδοτούσαν υποψήφιους και ΜΜΕ.
          Να τι έχει γράψει σχετικά ο Μπρεχτ στις «Ιστορίες του κ. Κόινερ»: «Ο κ. Κ. μιλούσε για την κακή συνήθεια των ανθρώπων να καταπίνουν σιωπηρά την αδικία που τους κάνουν κι αφηγήθηκε τούτη την ιστορία: Κάποιος περαστικός είδε ένα παιδί να κλαίει και το ρώτησε τι το βασάνιζε. «Να, είχα δυο γρόσια για να πάω στον κινηματογράφο, μα ήρθε ένα αγόρι κι άρπαξε το ένα απ’ το χέρι μου», αποκρίθηκε το παιδί κι έδειξε ένα άλλο αγόρι που στεκόταν λίγο πιο πέρα. «Καλά και δε φώναξες βοήθεια»; ρώτησε ο άνθρωπος. «Πώς, φώναξα», είπε το παιδί κι άρχισε τώρα να κλαίει λίγο πιο δυνατά. «Και δε σ’ άκουσε κανένας»; ξαναρώτησε τώρα ο άνθρωπος και χάιδεψε στοργικά το παιδί. «Όχι», αποκρίθηκε εκείνο κλαίγοντας μ’ αναφιλητά. «Δεν μπορείς να φωνάξεις πιο δυνατά»; ρώτησε ο άνθρωπος. «Όχι», αποκρίθηκε το παιδί, που βλέποντας τον άνθρωπο να χαμογελάει είχε αρχίσει πάλι να ελπίζει. «Τότε δώσε μου και τ’ άλλο», είπε ο άνθρωπος. Πήρε και το τελευταίο γρόσι από το χέρι του παιδιού και συνέχισε ξένοιαστος το δρόμο του».       
          Είναι, λοιπόν, φανερό ότι η σύγχρονη νεοελληνική πολιτική έχει πάρει διαζύγιο από τον πολιτισμό. Και τούτο γιατί ο πολιτισμός δεν έχει καμιά σχέση με τη  διαφθορά και το ρουσφέτι, τον εκμαυλισμό των συνειδήσεων και την υποτίμηση της νοημοσύνης των πολιτών. Επομένως, αντικειμενικά πολιτισμός και πολιτική έχουν σήμερα ακροβολιστεί σε διαφορετικά στρατόπεδα. Και ο πόλεμος θα συνεχιστεί, μέχρι να επικρατήσει μια άλλη νοοτροπία και μια άλλη πρακτική, μέχρι που ο πολιτισμός δε θα είναι το περιτύλιγμα της κοινωνικής μας ζωής, αλλά το κύριο συστατικό αυτής της ζωής.
           Τι κάνουμε λοιπόν; Πώς προχωράμε; Προς τα πού βαδίζουμε; Γνωρίζω πως δεν είμαι εγώ ο κατάλληλος, για να δώσω απαντήσεις στα αγωνιώδη αυτά ερωτήματα. Άλλωστε, δεν είναι αυτός ο σκοπός  της αποψινής μου ομιλίας. Κάποιους προβληματισμούς θέλησα να καταθέσω για τη σχέση πολιτισμού και πολιτικής. Επομένως, μην περιμένετε από μένα λύσεις και προτάσεις. Ένα μόνο θα τολμήσω να πω: Η λύση ούτε εύκολη θα είναι ούτε ανώδυνη.  Θα είναι όμως προς τη σωστή κατεύθυνση, μόνο εάν αρχίσει να καλλιεργείται και να εφαρμόζεται μια άλλη νοοτροπία. Έχει υπογραμμίσει ο Θουκυδίδης ότι όσο η ανθρώπινη φύση δεν αλλάζει, η Ιστορία θα επαναλαμβάνεται. Είναι ανάγκη να υπερβούμε το φόβο και να παραμερίσουμε τον ωχαδερφισμό·  να κοιτάξουμε μπροστά με όρους κινήματος: να παραμερίσουμε τον ατομικισμό και να αποδεχτούμε την ομαδικότητα, να κάνουμε πράξη τη συλλογική δράση και την αλληλεγγύη, να μάθουμε ν’ ακούμε και να διαλεγόμαστε, να μπορούμε να υπερβαίνουμε τους εαυτούς μας και τα καθιερωμένα,  να προσπαθούμε να πρωτοπορούμε, να επιζητάμε την ενότητα.
          Από το αύριο ήδη έρχεται το βουητό της αλλαγής και της ανατροπής. «Ακούω να ’ρχεται καινούριο βήμα» γράφει ο ποιητής. Και επειδή πρόκειται για κάτι το καινούριο, οφείλουμε να το υποδεχτούμε με νέες θέσεις και απόψεις, με νέα μέτρα και πρακτικές. Πιστεύω πως χρειάζονται νέα υλικά. Ποια είναι αυτά δεν μπορώ να ξέρω. Ξέρω μόνο, και είμαι πεισμένος γι’ αυτό, ότι οι γνωστοί μας τρόποι αντιμετώπισης, οι σημερινές διαδικασίες διεκδίκησης και οι σημερινές  δομές  προώθησης και επίλυσης ζητημάτων δεν είναι οι κατάλληλες. Η διαλεκτική των ιδεών και των πράξεων, η ίδια η ζωή θ’ ανοίξει τους νέους δρόμους, αρκεί κι εμείς να τους αναζητάμε, αρκεί κι εμείς να είμαστε έτοιμοι να τους περπατήσουμε. Και, για να κλείσω με κάτι από το θεατρικό χώρο, θα έλεγα ότι δεν έχουμε πια καιρό να περιμένουμε τον «από μηχανής θεό»...
                                                                                                                       ΠΕΤΡΟΣ ΠΕΤΡΑΤΟΣ   
 
 
 
         
 
 

ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΣΤΟ ... ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ



Σύντομη ομιλία που έγινε στις 16 Νοεμβρίου 2010 στην Πλατεία Καμπάνας (Αργοστόλι)
με την ευκαιρία των αποκαλυπτηρίων του μνημείου για το Πολυτεχνείο.
 
 

 
 Αγαπητοί φίλοι,
          Μια προσπάθεια, που ξεκίνησε πριν από δυο χρόνια, το 2008, φτάνει στο τέλος της.
Σας θυμίζω ότι με τα 35χρονα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου - πρόπερσι – ξεκινήσαμε και ολοκληρώσαμε τη συγγραφή ενός βιβλίου, με το οποίο θελήσαμε, τιμώντας τους φίλους, συντρόφους και συναγωνιστές, που είχαν φύγει από τη ζωή, να καταθέσουμε το δικό μας λόγο – εμπειρίες, βιώματα, εκτιμήσεις - για εκείνα τα συγκλονιστικά γεγονότα. Ταυτόχρονα, στο βιβλίο αυτό – γνωστό πια με τον τίτλο «Κεφαλονίτες και Ιθακήσιοι στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973» - συγκεντρώσαμε ό,τι είχε δημοσιευτεί σε βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά από Κεφαλονίτες και Θιακούς για τη δικτατορία και το Πολυτεχνείο.
          Σίγουρα υπάρχουν ελλείψεις και παραλείψεις. Είναι όμως μια πρώτη σοβαρή προσπάθεια, που μπορεί μελλοντικά να βελτιωθεί, να συμπληρωθεί. Το βιβλίο διακινήθηκε στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη, την Αθήνα και την Πάτρα. Μας το ζήτησαν, βέβαια, και το στείλαμε και σε άλλα μέρη: στην Κέρκυρα, στη Θεσσαλονίκη, στη Θεσσαλία, στην Κρήτη κ.α.    
          Όσα χρήματα μας έμειναν από τη διακίνηση, μετά από την εξόφληση του τυπογραφείου – γιατί οι επιχορηγήσεις της Τοπικής και Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης κάλυψαν ένα μόνο μέρος της έκδοσης – αποτέλεσαν τη μαγιά του ποσού που χρειάστηκε για το στήσιμο του μνημείου, που σήμερα όλοι εμείς εδώ αποκαλύψαμε. Υπολείπεται, ωστόσο, ένα ποσό, 10.000 € περίπου, για τη συγκέντρωση του οποίου σας καλούμε να βοηθήσετε, αν θέλετε.
          Από σήμερα, λοιπόν, τούτο το μνημείο του συμπολίτη γλύπτη Μεμά Καλογηράτου θα συντροφεύει τα περιστέρια που θα πετούν, τα παιδιά που θα παίζουν, τους μεγάλους που θα κινούνται σ’ αυτήν την πλατεία.
          Απεικονίζονται δύο νεανικές μορφές – ένα αγόρι και ένα κορίτσι – σαν εκείνα τα αγόρια και τα κορίτσια, τους άντρες και τις γυναίκες που εξεγέρθηκαν κατά της Χούντας το Νοέμβρη του 1973. Απεικονίζονται δύο νεανικές μορφές - ένα αγόρι και ένα κορίτσι – δύο μορφές που δίνουν την αίσθηση της μιας, της ενιαίας μορφής – έτσι όπως ενιαίος μέσα στη διαφορετικότητά του ήταν ο αγώνας του Πολυτεχνείου.
         Αυτοί, λοιπόν, οι δυο νέοι ήρθαν από τα χρόνια της Χούντας εδώ, στην πλατεία Καμπάνας, για να συναντήσουν κάποιους άλλους δημοκράτες και αγωνιστές, που τον Αύγουστο του 1797, εδώ, σ’ αυτόν το χώρο έκαιγαν το Libro doro – σύμβολο της φεουδαρχίας -, φύτευαν το δέντρο της Ελευθερίας και διακήρυτταν ότι «νέα διάταξις πραγμάτων» ξεκινά για την Κεφαλονιά και ότι ο νέος κώδικας είναι «η Ελευθερία, η Ισότης και η Δικαιοσύνη». Ήρθαν εδώ, στην πλατεία Καμπάνας, οι δυο αυτοί νέοι του αντιδικτατορικού αγώνα, για να συναντήσουν κάποιους άλλους αγωνιστές, τους Ριζοσπάστες, που εδώ, σε κτίριο αυτής της πλατείας στεγαζόταν το πολιτικό τους κέντρο, το λεγόμενο «Δημοτικόν Κατάστημα», μέσα στο οποίο γαλουχήθηκαν με τις αρχές και τις ιδέες του Ριζοσπαστισμού οι θαρραλέοι και πρωτοπόροι νέοι εκείνης της δύσκολης αγγλοκρατούμενης εποχής, μέσα στο οποίο καταστρώθηκε ο ενωτικός αγώνας  και μέσα από το οποίο εκπορεύτηκαν γενικότεροι ιδεολογικοί και κοινωνικοί στοχασμοί.  
          Επομένως, δε βρίσκεται τυχαία εδώ, σ’ αυτήν την πλατεία Καμπάνας, το μνημείο του Πολυτεχνείου. Την επιλέξαμε λόγω της ιστορικότητάς της, εκτιμώντας έτσι ότι είναι ο καταλληλότερος χώρος μες στο Αργοστόλι,  για να δώσουμε τη σύνδεση του χτες με το σήμερα.
           Και ευχαριστούμε και από τη θέση αυτή το Δήμαρχο Γιώργο Τσιλιμιδό και όλα εκείνα τα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου, τα οποία δέχτηκαν την πρότασή μας και μας επέτρεψαν να στήσουμε εδώ το μνημείο. Δυστυχώς, η απόφαση δεν ήταν ομόφωνη: όλοι, πλην Λακεδαιμονίων. Ο εκπρόσωπος της Δημοτικής Αγωνιστικής Κίνησης, της σημερινής Λαϊκής Συσπείρωσης, μας αρνήθηκε το δικαίωμα να στήσουμε μνημείο για το Πολυτεχνείο, γιατί, λέει, μεθοδεύσαμε το όλο θέμα, για να παράσχουμε στη Δημοτική Αρχή «προσχήματα προοδευτικότητας», γιατί είμαστε, λέει, κάποιοι που «συστηματικά τιμούμε το Πολυτεχνείο με την παρουσία κυβερνητικών στελεχών» και διάφορα άλλα. Και όταν ζήτησα από το συγκεκριμένο συμπολίτη Δημοτικό Σύμβουλο να συναντηθούμε και να μου εξηγήσει τις θέσεις του και τις δυο φορές απέφυγε τη συνάντηση μαζί μου. Η σχετική ανακοίνωση, πάντως, της Λαϊκής Συσπείρωσης φανερώνει έλλειψη ιστορικής μνήμης, αλλά και σοβαρότητας, είναι γεμάτη από ανακρίβειες, αποτελεί μνημείο πατερναλιστικής αντίληψης και επικίνδυνης υπεροψίας.
          Δεν εκδώσαμε το βιβλίο, ούτε στήσαμε το μνημείο για να προβληθούμε. Να προβληθούμε άλλωστε, γιατί;
          Το βιβλίο συνιστά μια ανοιχτή επιστολή μας στην κοινωνία και όποιος θέλει τη διαβάζει και την κρίνει. Και το μνημείο αποτελεί σημείο αναφοράς ενός αγώνα που το θιακο-κεφαλονίτικο στοιχείο ήταν παρόν.
          Και με τα δύο αυτά εκπληρώνουμε ένα χρέος τιμής προς εκείνη την εξέγερση. Και έτσι, με αυτή την έννοια, σας καλούμε να δείτε αυτές μας τις πρωτοβουλίες και ενέργειες.
           Δε συμφωνούμε με τη μετατροπή του Πολυτεχνείου σε μύθο. Δε θέλουμε το Πολυτεχνείο μουσειακό είδος.
          Είναι και θέλουμε να είναι πηγή αέναη νέων αγώνων. Είναι και θέλουμε να παραμείνει ζώσα πραγματικότητα. Θέλουμε να παραμείνει φωτεινό ορόσημο. Θέλουμε να εμπνέει νέους αγώνες πολιτικούς,  κοινωνικούς, αντιϊμπεριαλιστικούς
          Και σήμερα έχουμε ανάγκη από ένα Πολυτεχνείο, μια δηλαδή συνολική λαϊκή συστράτευση για την ανατροπή της σημερινής κατάστασης.
          Και σήμερα χρειάζεται αγώνας – αγώνας ενωτικός, λαϊκός – για Ψωμί και Δημοκρατία, για Εθνική Ανεξαρτησία και Ανθρώπινη Αξιοπρέπεια.
           Σήμερα ο υπαρκτός καπιταλισμός αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση της ιστορίας του – η κρίση δηλαδή δεν είναι φαινόμενο μόνο ελληνικό -. Οι λαοί – και ο δικός μας λαός – βλέπουν το βιοτικό τους επίπεδο να καταβαραθρώνεται, τα εργασιακά τους κεκτημένα να εξανεμίζονται, την ανεργία να καλπάζει, τη χειραγώγηση να ενισχύεται, τη διαφθορά και την ευτέλεια να κατακλύζουν τη ζωή μας.
          Η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική. Επεκτείνεται σε κοινωνική, πολιτική, πολιτισμική, θεσμική. Κρίνεται η τύχη του συστήματος αλλά συγχρόνως και η αποτελεσματικότητα των ριζοσπαστικών, αντισυστημικών οργανώσεων.
          Στη χώρα μας το εγχώριο πολιτικό κατεστημένο, αυτονομημένο ως ένα βαθμό από την κοινωνία, αντιμετωπίζει σοβαρή δομική κρίση. Παρ' όλα αυτά καταφέρνει ακόμη να λειτουργεί σύμφωνα με τις επιταγές του κεφαλαίου. Έτσι, οδηγεί το λαό μας στο Δ.Ν.Τ. για την τελική φάση της σφαγής και συγχρόνως διαπραγματεύεται κυριαρχικά εθνικά δικαιώματα στο Αιγαίο σε αγαστή συνεργασία με ΝΑΤΟ και ΗΠΑ -  θυμάστε το σύνθημα στην πύλη του Πολυτεχνείου – σε συνεργασία με την Ε.Ε.
          Από πολλές πλευρές ακούγεται ότι το υπάρχον πολιτικό σκηνικό δεν μπορεί να κάνει την αναγκαία υπέρβαση. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να δώσει βελτιωμένες μόνο εκδοχές της σημερινής δραματικής κατάστασης.
          Είναι, νομίζω, ανάγκη όλοι να συνειδητοποιήσουμε ότι τα αμέσως επόμενα χρόνια θα είναι εφιαλτικά : θα επεκταθεί η φτώχεια, θα διογκωθεί το φάσμα της πείνας, θα εξακοντιστεί η τρέλα της απόγνωσης των ανέργων, θα στραγγαλιστούν τα εργασιακά δικαιώματα, θα φαλκιδευτούν οι ελευθερίες μας, θα περιοριστεί η δημοκρατική λειτουργία, θα διακινδυνεύσει σοβαρά η εθνική μας ανεξαρτησία.
          Ήδη πολλά από αυτά τα ζούμε, τα βιώνουμε κατά την εφαρμογή του Μνημονίου. Θυμίζω, χωρίς να θέλω να επεκταθώ, ότι η εφαρμογή συγκεκριμένων άρθρων (4 και 14) της Δανειακής Σύμβασης του Μάη του 2010 θέτει σε διακινδύνευση την ίδια την κυρίαρχη κρατική υπόσταση της χώρας μας. Οι διεθνείς κεφαλαιοαγορές έχουν τα μέσα και τους τρόπους να επιβάλουν την κυριαρχία τους και να μετατρέπουν σε οικονομικά εξαθλιωμένα προτεκτοράτα εθνικά κράτη.
          Θυμίζω, επίσης ότι παρά, ή καλύτερα, με την εφαρμογή του Μνημονίου ο αριθμός των ανέργων στη χώρα μας αυξάνεται, τα μεσαία στρώματα συρρικνώνονται, τα εργασιακά δικαιώματα θυμίζουν μεσαίωνα. Αντίθετα, οι Τράπεζες επιδοτούνται με τα δικά μας χρήματα, χωρίς η κυβέρνηση να παίρνει ούτε καν τα αντίστοιχα μετοχικά δικαιώματα, η παραοικονομία βασιλεύει, οι μεγάλοι φοροφυγάδες απαλλάσσονται από τις υψηλές οφειλές τους στο Δημόσιο.
          Κι ενώ το δικομματικό σύστημα δεν μπορεί και δε θέλει να οδηγήσει στην υπέρβαση της κρίσης, έχουμε μια κοινωνία που φαίνεται ακόμη να περιμένει, να ελπίζει. Και τούτο, γιατί έτσι έμαθε τις τελευταίες δεκαετίες. Δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει την οδυνηρή πραγματικότητα. Αποφεύγει να δράσει, γιατί την τραβά ακόμη η τηλεόραση και ο καναπές. Εξακολουθεί να επιζητεί τη συναλλαγή με το κράτος και τους εκπροσώπους του. Συνεχίζει να εκμεταλλεύεται τους μετανάστες, οι οποίοι έχουν την ανάγκη μας. Δε θέλει να πιστέψει ότι υπήρξαν αρκετές οι φορές που βίασε την – ανάπηρη έστω – δημοκρατία και κατασπατάλησε τις – κουτσουρεμένες έστω – ελευθερίες της.
         Από την άλλη μεριά εκφράζεται οργή και θυμός· φαίνονται στο προσκήνιο ριζοσπαστικά τμήματα της μισθωτής εργασίας και της νεολαίας, που παλεύουν· ισχυροποιούνται κάποια άλλα ριζοσπαστικά, αντισυστημικά ρεύματα.
          Είναι, όμως, ανάγκη τούτες οι μαχόμενες δυνάμεις να συντονιστούν. Να πείσουν την κοινωνία, που περιμένει, πως πρέπει να σταθεί όρθια, πως δεν μπορεί η πατρίδα να μετατραπεί σε «πεδίο βολής φτηνό»,  πως δεν μπορούμε να ζήσουμε κάτω από το βούρδουλα της επιτήρησης. Όραμα και στόχο καθαρό θέλει η κοινωνία και αυτά, νομίζω, μπορούν να τα δώσουν μόνο ριζοσπαστικές, αντισυστημικές δυνάμεις. Οι μαχόμενες, με άλλα λόγια, δυνάμεις της Αριστεράς, όπως έγινε και στην περίοδο της Χούντας, όπως έγινε και στο Πολυτεχνείο. Γιατί μόνο αυτές οι δυνάμεις μπορούσαν – αυτό λέει η ιστορική ανάλυση – να δώσουν καθαρά το στόχο της εξέγερσης. Το σύνθημα «Ψωμί - Παιδεία – Ελευθερία – Εθνική Ανεξαρτησία» συμπύκνωσε το νόημα εκείνου του αγώνα.
           Αλλά μήπως και σήμερα – τηρουμένων φυσικά των αναλογιών – δεν είναι ζητούμενα και το ψωμί και η εργασία και η παιδεία και η πνευματική και πολιτιστική αναγέννηση και η ελευθερία και τα δημοκρατικά δικαιώματα και η εθνική ανεξαρτησία;
          Γι' αυτό, λοιπόν, πρέπει να συντονιστούμε. Πρέπει να βρούμε κοινή γλώσσα επικοινωνίας – χωρίς σεχταρισμούς και αποκλεισμούς, χωρίς ηγεμονισμούς και μονοπωλιακές νοοτροπίες.
          Πρέπει να μείνουμε όρθιοι και να αντισταθούμε. Πρέπει να αγωνιστούμε πατριωτικά – με τη  λαϊκή, ταξική σημασία του όρου. Πρέπει να μείνουμε και να παλέψουμε.
          Ο Άρης Βελουχιώτης, εμβληματική μορφή της Εθνικής μας Αντίστασης, είχε πει  «Ποιός είναι  ο πατριώτης; Αυτοί ή εμείς; Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα, γιατί τρέχει να βρει κέρδη.[..] Γι’ αυτό εμείς το μόνο που διαθέτουμε είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά, αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει όπου βρει κέρδη, δεν μπορούν να κινηθούν. Γι’ αυτό και παραμένουμε μέσα στη χώρα που κατοικούμε. Ποιός, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του;  Αυτοί που ξεπορτίζουνε τα κεφάλαιά τους από τη χώρα ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;».
          Γι’ αυτό, εδώ θα μείνουμε, Καπετάνιε, να φυλάμε τα πεζούλια μας. Θα μοιραστούμε ακόμα και τη φτώχεια μας και την οργή μας, αλλά δεν θα φύγουμε.
         Θα μείνουμε για το νέο Πολυτεχνείο.
         Και τούτες εδώ οι δυο νεανικές μορφές θα ελέγχουν τα βήματά μας.
         Και θα μας θυμίζουν εκείνες τις επιγραφές που τα παλιά χρόνια, το 1797, οι δημοκράτες τότε του Αργοστολιού είχαν γράψει γύρω από το Δέντρο της Ελευθερίας: «Η αγάπη στην πατρίδα, το μίσος στα προνόμια, είναι οι βάσεις της δημοκρατίας» και «Η ενότητα και η αδελφοσύνη όλων των πολιτών συνιστούν τη δύναμη της δημοκρατίας» και ακόμη «Το να προτιμά κανείς το γενικό καλό από το ιδιωτικό είναι η πρώτη αρετή του δημοκράτη».
          Αυτό προτίμησαν και πριν από 37 χρόνια μέσα κι έξω από το Πολυτεχνείο οι μαχητές της νοεμβριανής εξέγερσης. Αυτό οφείλουμε να επιλέξουμε κι εμείς σήμερα, αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς με ό,τι κάναμε και με ό,τι πιστέψαμε τότε.
          Θέλω να πιστεύω ότι στο νέο Πολυτεχνείο, που δε θ’ αργήσει, θα ’μαστε όλοι παρόντες.  
                                                                                                                      ΠΕΤΡΟΣ ΠΕΤΡΑΤΟΣ
                      
   

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ: Από το πεδίο της μάχης και της πολιτικής στο πεδίο της επιστήμης




Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε ως "Πρόλογος του επιμελητή" στο βιβλίο του
Σπύρου Δημ. Λουκάτου Τα χρόνια της Απελευθέρωσης και του Εμφυλίου Πολέμου στην Κεφαλονιά
και Ιθάκη 1944-1950, εκδ. Νόβολι, Αθήνα 2012, σσ. 15-31, του οποίου είχαμε την επιμέλεια.

 
 

Ο Δ.Σ.Ε. ΗΤΤΗΘΗΚΕ – Ο ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΣΥΝΕΧΙΣΤΗΚΕ

            Τα χαράματα της 25ης Αυγούστου 1949 άρχιζε η τελική φάση των μαχών του Εμφυλίου Πολέμου με την έφοδο του Εθνικού Στρατού εναντίον των δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (Δ.Σ.Ε.) στο Γράμμο με στόχο την κατάληψη της κεντρικής κορυφογραμμής του βουνού και τον ταυτόχρονο εγκλωβισμό και καταστροφή των δυνάμεων του Δ.Σ.Ε. Οι μάχες των επόμενων ημερών ήταν πολύ σκληρές. Ο κυβερνητικός στρατός υπερκέρασε τη γραμμή άμυνας του Δ.Σ.Ε. και αναπτυσσόταν κατά μήκος των ελληνοαλβανικών συνόρων με στόχο την περικύκλωση και αιχμαλωσία των αντιπάλων, ενώ οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού, με πολύ υποδεέστερες δυνάμεις, πολεμώντας μέχρις εσχάτων κατόρθωναν να αποφεύγουν τον εγκλωβισμό τους, βοηθώντας παράλληλα τις υπόλοιπες δυνάμεις τους να συμπτύσσονται. Στις 29 και 30 Αυγούστου έπεφταν τα τελευταία προπύργια του Δ.Σ.Ε., το Γκόλιο και το Κάμενικ, και οι υπερασπιστές τους τα εγκατέλειπαν υποχωρώντας συγκροτημένα προς το αλβανικό έδαφος. Το Γενικό Αρχηγείο του Δ.Σ.Ε. παίρνοντας την οριστική απόφαση για υποχώρηση διαπίστωνε την αδυναμία συνέχισης του πολέμου μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες και ιδιαίτερα με το διαμορφωμένο ήδη συσχετισμό δυνάμεων.[1]  Ο Δ.Σ.Ε. είχε ηττηθεί· ο Εθνικός Στρατός είχε θριαμβεύσει.
           Έτσι, τελείωνε, στο πολεμικό πεδίο, ο τρίχρονος Εμφύλιος Πόλεμος, η μεγαλύτερη πολεμική περιπέτεια της σύγχρονης Ιστορίας του ελληνικού κράτους και από την άποψη των θυμάτων και των υλικών καταστροφών αλλά και από την άποψη των συνεπειών της στη μετέπειτα δομή και λειτουργία του κράτους, στη μετέπειτα διαμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας, στη μετέπειτα ζωή των Ελλήνων πολιτών. Γιατί η νικήτρια του Εμφυλίου, η Δεξιά, μη όντας σίγουρη για τη νίκη της, όχι μόνο δεν ανέστειλε το αυταρχικό νομοθετικό πλέγμα, που είχε θέσει σε ισχύ από την εμφυλιοπολεμική περίοδο (Γ΄ Ψήφισμα (1946), Α.Ν. 509/1947, Α.Ν. 516/1948, Ψήφισμα ΜΘ΄/1948 κ.ά),[2] αλλά αντίθετα το ενίσχυσε, εγκαθιστώντας στη χώρα ένα καθεστώς παρατεταμένης «εκτάκτου ανάγκης». Ο στόχος προφανής: η ολοκληρωτική εξουθένωση της ηττημένης Αριστεράς, ο ευτελισμός και η ισοπέδωσή των κομμουνιστών και γενικότερα των αριστερών. Άλλωστε, αυτός είναι ο στόχος σε κάθε εμφύλια σύγκρουση: η ολοσχερής καταστροφή του αντιπάλου, ώστε η κοινωνία να επαναλειτουργήσει χωρίς την ενεργή παρουσία του ηττημένου. Ο τελευταίος πρέπει τελείως να υποταγεί στο νικητή και, μέχρι να καταστεί αυτό δυνατό, ο εμφύλιος συνεχίζεται.
          Με αυτήν την πάγια εμφυλιοπολεμική λογική η λήξη του Εμφυλίου τον Αύγουστο του 1949 ήταν μόνο στρατιωτική. Ήταν λήξη τυπική, γιατί ουσιαστικά, στην πράξη, στην καθημερινή πρακτική οι μάχες μες στην ελληνική κοινωνία δε σταμάτησαν. Εξάλλου, κανένας εμφύλιος πόλεμος δεν τελειώνει – έτσι τουλάχιστον έχει δείξει η ζωή και έχει αποδείξει η Ιστορία – με τη νίκη της μιας πλευράς στο πεδίο της μάχης. Όπως σιγά-σιγά έρχεται και ριζώνει η εμφύλια αντιπαράθεση και στη συνέχεια η σύγκρουση μες στο κοινωνικό σώμα, χωρίς να δηλώνει ημερομηνία έναρξης, έτσι και το τέλος της έρχεται σιγά-σιγά μέσα από μια διαδικασία μαρασμού και απονέκρωσης, μετά από επώδυνες και επίμονες διεργασίες συλλογικής επούλωσης των τραυμάτων. Μέχρι τότε όμως ο εμφύλιος, αν και απών, είναι παρών.
          Έτσι, και στην ελληνική περίπτωση το μετεμφυλιοπολεμικό κράτος, διατηρώντας μια κοινοβουλευτική δημοκρατική πρόσοψη, συνέχιζε αυταρχικά αλλά μεθοδικά την ιδεολογική και πολιτική του επίθεση κατά του Κ.Κ.Ε. και της Αριστεράς γενικότερα. Ο δημόσιος λόγος της «εθνικοφρόνου παρατάξεως» δε σταμάτησε να αναφέρεται σε «συμμορίτες» και «αιμοδιψείς κομμουνιστές», σε  «ξενοκίνητους προδότες» και «σλαβόδουλον Κ.Κ.Ε.», που επιχείρησαν να δώσουν κομμάτια ελληνικής γης στους Σλάβους, σε μια προσπάθεια να ταυτίσει τον εσωτερικό εχθρό με μια εξωτερική απειλή, για να πετύχει αποτελεσματικότερα την απομόνωση των κομμουνιστών και των «συνοδοιπόρων» τους. Η όλη, όμως, διαδικασία «“απο-ΕΑΜοποίησης” του πληθυσμού»[3] δε θα είναι εύκολη υπόθεση.
 
Η ΣΙΩΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ

           Στο μεταξύ, από το λόγο της άλλης, της ηττημένης, πλευράς απουσίαζε ο Εμφύλιος. Στάση κατανοητή, στάση δικαιολογημένη. Πώς να μιλήσει η Αριστερά για τον Εμφύλιο μέσα στο κύμα των διώξεων, των φυλακίσεων, των εξοριών και των εκτελέσεων, πώς να μιλήσει μέσα στο κλίμα της λογοκρισίας και –γιατί όχι – και της αυτολογοκρισίας; Πώς να απαντήσει στον αγοραίο αντικομμουνισμό, που εξακολουθούσε να διοχετεύει παντού το ιδεολόγημα της εθνικής προδοσίας των κομμουνιστών, σερβιρισμένο με τους «τρεις γύρους» και τα «κονσερβοκούτια»; Οι αριστεροί πολίτες, και σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο, υποχρεώνονταν, μέσα στο ασφυκτικό κλίμα της σιωπής, να διαχειριστούν την ήττα τους και να προστατεύσουν την αξιοπρέπειά τους.
          Παραταύτα, η Αριστερά προσπάθησε παρά την αναγκαστική σιωπή να απαντήσει δημιουργικά. Προσπάθησε και πέτυχε μια διπλή υπέρβαση. Μπορεί να  σιώπησε για τον Εμφύλιο, μίλησε όμως για την Αντίσταση. Βίωνε τις διώξεις αλλά απέφευγε να κατονομάσει τους λόγους, που δεν ήταν άλλοι από τη συμμετοχή στον Εμφύλιο, μετατόπιζε όμως το λόγο στην Αντίσταση, στην ΕΑΜική Αντίσταση, στην προσφορά και τη σημασία της για την πατρίδα και το λαό. Επιχειρηματολογούσε για την πατριωτική δράση των ΕΑΜιτών αγωνιστών,  τους οποίους τώρα η κυβερνητική εξουσία δίωκε, δίκαζε και καταδίκαζε, βασάνιζε και φυλάκιζε, εξόριζε και εκτελούσε.  Μπορεί να υιοθέτησε τη λήθη για τον Εμφύλιο, με τον καθημερινό της όμως πολιτικό αγώνα προσπαθούσε να επιβάλει τη διεύρυνση της δημοκρατίας, προστατεύοντας ταυτόχρονα τον κόσμο της από την πολιτική των διακρίσεων και τις συνεχιζόμενες διώξεις. Η προσήλωση τότε της Αριστεράς στην πολιτική της αστικής νομιμότητας, που την είχε προφανώς ανάγκη για την προώθηση μες στην ελληνική κοινωνία των θέσεών της, δεν επέτρεπε την ανάδειξη της εμφύλιας βίας και σύγκρουσης και την προβολή του σκληρού ένοπλου αγώνα. Γι’ αυτό και σε όλη τη μετεμφυλιοπολεμική περίοδο μέχρι και τη χούντα του 1967 ο αριστερός δημόσιος λόγος «εξαργύρωσε» τη σιωπή του για τον Εμφύλιο με την προώθηση και κατοχύρωση της Αριστεράς μες στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, με την ανάδειξη της αναντικατάστατης προσφοράς της κατά την κατοχική περίοδο και την καταξίωσή της ως αναντίρρητης πατριωτικής δύναμης, καθώς υπήρξε η σπονδυλική στήλη της Εθνικής Αντίστασης, αλλά και με την αντιμετώπιση  της επίσημης κρατικής αντικομμουνιστικής εκστρατείας και με την καταγγελία των  «εθνικών φρονηματισμών» τύπου Μακρονήσου.
          Η επιβολή, όμως, της δικτατορίας των συνταγματαρχών, παρ’ όλο που αποτέλεσε την τελευταία αναλαμπή του Εμφυλίου, υπήρξε ταυτόχρονα και ο καταλύτης, καθώς αμέσως μετά την κατάργησή της είχε ήδη δημιουργηθεί στα πολιτικο-κοινωνικά πράγματα της χώρας μια άλλη κατάσταση, μια άλλη δυναμική. Κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης και το ΚΚΕ νομιμοποιήθηκε (1974) και η Εθνική Αντίσταση αναγνωρίστηκε (1982) και ήρθησαν και οι τελευταίες συνέπειες του Εμφυλίου (1989). Από το 1974 και μετά το εντελώς διαφορετικό πολιτικό κλίμα  και τοπίο, που άρχισε να διαγράφεται και σιγά-σιγά να παγιώνεται – ήδη οι πρώτες διεργασίες είχαν διαφανεί από τα χρόνια της χούντας – δημιούργησε εκείνες τις προϋποθέσεις και παρήγαγε εκείνες τις συνθήκες, ώστε ο αντικομμουνιστικός λόγος και το εμφυλιοπολεμικό κλίμα να υποχωρούν, να συρρικνώνονται, να γίνονται ανενεργά. Έτσι,  ώριμα, πλέον, τα πράγματα  έφθασαν στο τέλος τους και ο νόμος 1863 / 1989 «Περί άρσης των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου» ήρθε  απλώς να επικυρώσει αυτήν την ουσιαστική λήξη του Εμφυλίου, 40 ακριβώς χρόνια από την τυπική, στρατιωτική λήξη του.
          Αναντίρρητα, η όλη κατάληξη δικαίωνε το Κ.Κ.Ε. και γενικότερα την Αριστερά, με την έννοια ότι τα ποικίλα μέτρα της «εθνικοφρόνου παρατάξεως» δεν κατόρθωσαν να εξουδετερώσουν την τότε ηττημένη του Εμφυλίου, η οποία, ελεύθερη τώρα, μπορούσε να αρθρώσει τον πολιτικό της λόγο, μπορούσε να λύσει τη σιωπή της για τον Εμφύλιο και άρα μπορούσε να γράψει και να μιλήσει για εκείνον τον πόλεμο.
          Η σιωπή, πάντως, της μετεμφυλιοπολεμικής περιόδου είχε τις επιπτώσεις της στην αφήγηση και την καταγραφή των γεγονότων της αμέσως προηγούμενης εμπόλεμης εποχής.[4] Οι αριστεροί «δράστες» εκείνων των γεγονότων απέφευγαν να γράψουν ή να μιλήσουν για τα βιώματα και τις εμπειρίες τους, να διατυπώσουν τη συμφωνία ή διαφωνία τους με όσα συνέβησαν. Δεν υπήρξε δηλαδή η δυνατότητα κατάθεσης μαρτυριών και φυσικά επεξεργασίας τους, για να μετατραπούν σε ιστορικό λόγο. Αντίθετα, από το 1950 έως το 1974 η κυρίαρχη, των νικητών,  άποψη και ιδεολογία μονοπωλούσε την ιστοριογραφία για ολόκληρη τη δεκαετία του 1940 (Κατοχή, Αντίσταση, Απελευθέρωση, Δεκεμβριανά, Λευκή Τρομοκρατία, Εμφύλιος). Έτσι, η νικήτρια πλευρά ενοχοποιούσε ανενόχλητα τους αντιπάλους της, προκαλώντας μια γενικότερη σύγχυση στην κοινή γνώμη. Η εκδοχή της,  διοχετευόμενη σε ενημερωτικά φυλλάδια πλατειάς κατανάλωσης, σε σχολικά βιβλία και σχολικές γιορτές, σε δημόσιες εκδηλώσεις και «εθνικές» επετείους, απέβλεπε στον εξοβελισμό της ισχνής τότε εμβέλειας της άποψης της άλλης πλευράς. Βέβαια, και στην «εθνικόφρονα» βιβλιακή παραγωγή παρατηρούνται διαφοροποιήσεις και αναπροσαρμογές, χωρίς πάντως να αλλάζει το βασικό ερμηνευτικό σχήμα των «τριών γύρων» του Κ.Κ.Ε.
 
Ο ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

            Από το 1956 και μετά - και ουσιαστικά μέχρι τη δικτατορία των συνταγματαρχών - ο ημερήσιος και περιοδικός τύπος του παράνομου Κ.Κ.Ε. αλλά και γενικότερα της Αριστεράς (της Ε.Δ.Α. τότε) καθώς και άλλα κομματικά έντυπα άρχισαν να προβάλουν τον αντιστασιακό αγώνα του κομμουνιστικού-αριστερού χώρου εναντίον των κατακτητών και των εγχώριων συνεργατών τους. Επίσης,  και  παράλληλα προς τα παραπάνω, έγραφαν και διαμαρτύρονταν για τις παράνομες διώξεις, φυλακίσεις και εξορίες, τα απάνθρωπα βασανιστήρια και μαρτύρια στη Μακρόνησο και αλλού των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης. Ταυτόχρονα, τόσο στον προσφυγικό κόσμο των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών όσο και στη χώρα μας άρχισαν να βλέπουν το φως της δημοσιότητας μαρτυρίες αγωνιστών για τον αντιστασιακό τους αγώνα σε εκείνη την κατοχική περίοδο. Ο Εμφύλιος ακόμη απουσίαζε.  
          Με τη μεταπολίτευση πληθαίνουν τα βιβλία για την Αντίσταση - όχι μόνο σε επίπεδο κομματικών εκδόσεων αλλά και προσωπικών. Οι προθήκες των βιβλιοπωλείων γεμίζουν με μαρτυρίες, αυτοβιογραφίες και απομνημονεύματα στελεχών και απλών αγωνιστών του αντιστασιακού αγώνα. Ήδη κυκλοφορούν και οι πρώτες ιστορικές μονογραφίες, ενώ υπάρχει αρκετός χώρος για το πολιτικό δοκίμιο. Και πάλι σε αυτήν την πρώτη πράγματι παραγωγική δεκαετία της μεταπολίτευσης ο Εμφύλιος δεν έχει πάρει τη θέση του. Η αναφορά σε αυτόν υπάρχει στις μαρτυρίες, τις αυτοβιογραφίες και τα απομνημονεύματα αγωνιστών, παραμένει όμως ακόμη στη σκιά της Αντίστασης. Η σιωπή θα σπάσει ουσιαστικά μετά το 1981. Από τότε και ιδιαίτερα μετά το 1990 θα γνωρίσουμε μια πραγματική έκρηξη: ποικίλες μαρτυρίες μαχητών του Δ.Σ.Ε., μελέτες κριτικής αποτίμησης για τη στρατιωτική και πολιτική παράμετρο του Εμφυλίου, κυκλοφορία ιστορικών μονογραφιών για τον Εμφύλιο, συνέδρια για τον Εμφύλιο. Επιτέλους, ο Εμφύλιος γίνεται αντικείμενο ιστορικής έρευνας και μελέτης· επιτέλους, ο Εμφύλιος μπαίνει στη ζωή μας, μαθαίνουμε γι’ αυτόν, συζητάμε γι’ αυτόν. Μπορούμε, επιτέλους, ως επιστημονική κοινότητα, ως πολίτες, ως κοινωνία, να αγγίξουμε την απωθημένη χρόνια τώρα εμφύλια σελίδα της σύγχρονης Ιστορίας μας, την οποία και οφείλουμε να γνωρίσουμε.
          Η έκρηξη των δεκαετιών του 1990 και 2000 προμήνυε κάτι το ελπιδοφόρο. Διαφορετικές θέσεις και εκδοχές, διαφορετικές εκτιμήσεις και αξιολογήσεις, διαφορετικές αφετηρίες και μεθοδολογικές προσεγγίσεις δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ουσιαστικού επιστημονικού διαλόγου, ενώ στον ερευνητικό στίβο συμμετείχαν όχι μόνο ιστορικοί αλλά και πολιτικοί και οικονομικοί επιστήμονες, κοινωνιολόγοι και ανθρωπολόγοι, οι οποίοι μέσα από βιβλία και αφιερωματικές-επετειακές εκδόσεις, περιοδικά και ηλεκτρονικές σελίδες, συμπόσια και συνέδρια[5] κατέθεταν το λόγο τους. Ερευνιόταν νέο αρχειακό υλικό (βρετανικά, αμερικανικά, γερμανικά αρχεία, αρχεία των πρώην ανατολικών χωρών και ιδιαίτερα των βαλκανικών, Αρχείο Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας (Γ.Δ.Μ.), Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), όπου απόκειται τμήμα του Ιστορικού Αρχείου του Κ.Κ.Ε και το αρχείο του Ραδιοφωνικού Σταθμού «Ελεύθερη Ελλάδα», έντυπα του Δ.Σ.Ε. (σε 2 τόμους  επανέκδοση του περιοδικού Δημοκρατικός Στρατός από το Κ.Κ.Ε. το 1996), Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ), όπου φυλάσσεται ποικίλο σχετικό αρχειακό υλικό, Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), κρατικά πολιτικά, διπλωματικά, δικαστικά και στρατιωτικά αρχεία (σε 16 τόμους τα Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου, 1944-1949 από τη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού του Γ.Ε.Σ. το 1998), ποικίλες άλλες ιδιωτικές πηγές κ.λπ.),  εξεταζόταν στη βάση στέρεων τεκμηρίων η οικονομία, η πολιτική, η διπλωματία, η ιδεολογία, και οι διεθνείς διαστάσεις του Εμφυλίου. Η έρευνα  απαγκιστρωνόταν από τη συνωμοσιολογική ανάλυση της Ιστορίας, ξεπερνούσε την κομματική σκοπιμότητα  και απομακρυνόταν από τη μυθολογία των νικητών. Η μελέτη των νέων αρχειακών τεκμηρίων και η επαναξιολόγηση των παλαιότερων με τη χρήση νέων μεθοδολογικών εργαλείων άνοιγε νέους δρόμους.
          Η προοδευτική-αριστερή βιβλιογραφία με την ανανέωση και τον εμπλουτισμό της εξουδετέρωνε ουσιαστικά την τριαντάχρονη κυριαρχία της εθνικόφρονης βιβλιογραφίας, κατακτώντας πλέον την πρωτοκαθεδρία. Ωστόσο, ο λόγος της δεν ξέφευγε κάποιες φορές - τον πρώτο τουλάχιστον καιρό -  από την εγγενή αδυναμία να αξιοποιήσει ολοκληρωτικά τις επιστημονικές μεθόδους και να προσλάβει αδιαμφισβήτητο επιστημονικό χαρακτήρα, καθώς προσπαθούσε να δικαιολογήσει ή να δικαιώσει πολιτικούς προσανατολισμούς και κομματικές αποφάσεις. Δύο περιπτώσεις είναι χαρακτηριστικές:
        1. Πολύς λόγος γίνεται μεταξύ των μελετητών για το ρόλο που έπαιξε στην πορεία προς τον Εμφύλιο η αποχή της Αριστεράς στις εκλογές του Μαρτίου του 1946. Ένα σημαντικό μέρος των ερμηνειών, εκτιμώντας  ότι η αποχή επέτρεψε τις εξελίξεις που ακολούθησαν, επαναφέρει παλιές ενδοκομματικές κρίσεις και επικρίσεις, οι οποίες στο φως της σύγχρονης τεκμηριωμένης έρευνας δεν ευσταθούν. Η αποχή ήταν τακτική και όχι στρατηγική επιλογή της Αριστεράς και με αυτήν στόχευε στην άσκηση πολιτικής πίεσης στην κυβέρνηση Σοφούλη για αναβολή των εκλογών, προκειμένου να προετοιμαστούν πραγματικά ελεύθερες εκλογές. (Να σημειωθεί ότι λίγο αργότερα πήρε μέρος στο δημοψήφισμα για την επάνοδο του Γεωργίου και μάλιστα με πολύ χειρότερους όρους).  Εξάλλου, το Κ.Κ.Ε. ήταν το τελευταίο από τις δυνάμεις του Ε.Α.Μ. και του τότε  Πανδημοκρατικού Μετώπου που μίλησε για την αποχή, αλλά και πάλι χωρίς να αρνείται την αστική νομιμότητα. Η αποχή, βέβαια, εκτός από άλλα, έδωσε τη δυνατότητα στους αντιπάλους της Αριστεράς να την κατηγορήσουν ως αντιδημοκρατική και εξωκοινοβουλευτική πολιτική δύναμη, επικίνδυνη για το δημοκρατικό καθεστώς. Από την άλλη πλευρά, η συμμετοχή της Αριστεράς στις εκλογές θα παρείχε σίγουρα μια εκπροσώπηση, ενδεχομένως περιορισμένη και παραχαραγμένη λόγω της κινητοποίησης του κρατικού και παρακρατικού μηχανισμού, η οποία όμως (εκπροσώπηση) δε θα απέτρεπε – ενδεχομένως να καθυστερούσε - τη συνέχιση της λευκής τρομοκρατίας και την πορεία προς την εμφύλια σύγκρουση. Η μελέτη των τεκμηρίων μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι μετεκλογικές εξελίξεις με τελική κατάληξη τον Εμφύλιο σχετίζονταν αναμφίβολα με τη γενικότερη στρατηγική της ελληνικής αστικής τάξης και των πολιτικών εκφραστών της, που απέβλεπαν μέσα από την αυταρχικοποίηση του κράτους στον εξοβελισμό της Αριστεράς από την πολιτική σκηνή με κάθε κατασταλτικό μέσο.[6]
      2. Πολύς, επίσης, λόγος γίνεται για την επέμβαση του βρετανικού παράγοντα στις μετακατοχικές εξελίξεις μέχρι την έναρξη του Εμφυλίου. Το σχήμα, που σε γενικές γραμμές επικράτησε μεταξύ των αριστερών διανοουμένων αμέσως μετά την ήττα, προκειμένου να «ξορκιστεί το κακό», και που αποδέχεται ακόμη σήμερα ένας αριθμός ιστορικών ερμηνειών, αποδίδει αποκλειστικά στη βρετανική εμπλοκή τα αίτια της μετακατοχικής «κακοδαιμονίας» στη χώρα και την έκρηξη του Εμφυλίου Πολέμου, υποβαθμίζοντας τις ευθύνες των εγχώριων πολιτικών δυνάμεων και το ρόλο των εσωτερικών ταξικών αντιθέσεων. Δεν είναι ιστορικά σωστό να περιθωριοποιούνται ή να ακυρώνονται οι ενδογενείς αντιθέσεις, που ενυπάρχουν στον εγχώριο κοινωνικό σχηματισμό. Τα λαϊκά στρώματα, κυρίως η αγροτιά (η πολυαριθμότερη τότε κοινωνική κατηγορία), η εργατική τάξη, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι μικρέμποροι και οι μικροβιοτέχνες, οι προοδευτικοί διανοούμενοι ήρθαν μέσα από τον ΕΑΜικό απελευθερωτικό αγώνα στο ιστορικό προσκήνιο και διεκδίκησαν μαζί με το διώξιμο των κατακτητών οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές αλλαγές. Άλλωστε, μέσα από την οργάνωση για την αντιμετώπιση του κατακτητή ο λαός με την καθοδήγηση του Ε.Α.Μ. είχε δημιουργήσει φορείς κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας. Και ήταν επόμενο και ιστορικά λογικό εκείνα τα φύτρα πολιτικής εξουσίας να θέλει το ΕΑΜικό απελευθερωτικό κίνημα να τα διατηρήσει, να τα διευρύνει και να τα κατοχυρώσει. Αυτή, όμως, η προοπτική ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης, η οποία από την πλευρά της επιδίωκε να μη χάσει τα προπολεμικά της κεκτημένα και να επανακάμψει στην εξουσία. Και φυσικά σε αυτήν της την επιδίωξη ήταν ιστορικά λογικό να αξιοποιήσει τους πέρα από τα εθνικά σύνορα συμμάχους και προστάτες της, που κι αυτών τα συμφέροντα κινδύνευαν. Έτσι, οι δεξιές και κεντρώες πολιτικές δυνάμεις, αν και ουδέτερες ή αδρανείς, εκτός από ελάχιστες μεμονωμένες περιπτώσεις, κατά  τον απελευθερωτικό αγώνα, δεν ήταν δύσκολο να γίνουν οι επικίνδυνοι αντίπαλοι του Κ.Κ.Ε. και του ΕΑΜικού κινήματος. Βέβαια, έπρεπε να υπάρξει και η αναγκαία συνθήκη, η ουσιαστική βοήθεια δηλαδή του ξένου παράγοντα, για να δρομολογηθούν  οι γνωστές εξελίξεις. Αλλά το κύριο δεν παύει να είναι οι εσωτερικές κοινωνικο-οικονομικές αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας και οι χειρισμοί των πολιτικών της εκφραστών, που προκάλεσαν την επέμβαση του βρετανικού αρχικά και του αμερικανικού παράγοντα στη συνέχεια. Η διαπάλη, λοιπόν, και η σύγκρουση είχε ενδογενή χαρακτήρα, ήταν ελληνική επιλογή και απόφαση.[7]
 
Ο «ΕΜΦΥΛΙΟΣ» ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ

           Ωστόσο, πέρα από τις παραπάνω ενστάσεις,  η όλη κινητικότητα που εμφανίστηκε κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 έδωσε τη δυνατότητα να αναπτυχθεί ένας πλούσιος διάλογος, ο οποίος αναμφισβήτητα συνέβαλε στην προώθηση της έρευνας. Προέκυψαν, όμως, και σοβαρότατα προβλήματα στον επιστημονικό διάλογο, με αποτέλεσμα ένας νέος «εμφύλιος» να διεξάγεται στο επιστημονικό-ιστορικό πεδίο. Ο Εμφύλιος μεταφέρθηκε από το πεδίο της μάχης στο πεδίο της ιστορικής επιστήμης προκαλώντας νέο «εμφύλιο».[8]
          Αν και είναι θεμιτές οι διαφορές μεταξύ των μελετητών, αν και οι διαφωνίες προωθούν το διάλογο και την έρευνα, στη συγκεκριμένη περίπτωση το ζήτημα δεν είναι απλό ούτε αθώο. Συγκεκριμένα, μια ομάδα μελετητών του Εμφυλίου, που έχει αυτοπροσδιοριστεί ως «νέο κύμα»,[9]  επέδειξε  νέα ερευνητικά πεδία, των οποίων ωστόσο η μεθοδολογία κρίνεται προβληματική και τα πορίσματα της έρευνας αμφισβητούμενα. Οι διαφωνίες, που οριοθετούν την «εμφύλια» επιστημονική διαμάχη, εστιάζονται στα παρακάτω τρία σημεία:
      1.  Έχει τεθεί το ερώτημα πότε ξεκίνησε ο Εμφύλιος Πόλεμος. Και οι δυο πλευρές δέχονται – άλλωστε τα τεκμήρια υπάρχουν – ότι ήδη από τον τρίτο χρόνο (1943) της κατοχικής περιόδου παρατηρήθηκαν, κάποιες φορές με ιδιαίτερη οξύτητα, συγκρούσεις μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων αλλά και μεταξύ του Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ. και των εγχώριων συνεργατών των κατακτητών. Το «νέο κύμα» θεωρεί ότι αυτές οι συγκρούσεις σηματοδοτούν την έναρξη του Εμφυλίου.[10] Αυτή, όμως, η θεώρηση αντικειμενικά υποβαθμίζει την Κατοχή, δηλαδή τοποθετεί σε δεύτερη μοίρα την παρουσία των ξένων κατακτητών και την κατοχική τους πολιτική και τακτική, και απαξιώνει την Εθνική Αντίσταση, δηλαδή τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του ελληνικού λαού. Η εστίαση στις ενδοαντιστασιακές συγκρούσεις υποβαθμίζει τις συγκρούσεις του Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ. με τους κατακτητές, τον κύριο δηλαδή αγώνα εκείνης της περιόδου. Κι ακόμη, η εμμονή σε αυτές τις ενδοελληνικές συγκρούσεις παραγνωρίζει και το γεγονός ότι η άλλη πλευρά, με την οποία συγκρούστηκαν οι ΕΑΜικές αντιστασιακές οργανώσεις ήταν οι συνεργάτες των κατακτητών. Ταυτόχρονα, η ομάδα του «νέου κύματος», εφόσον κατά την άποψή της ο Εμφύλιος ξεκίνησε το 1943, δε βλέπει τις διεργασίες που έγιναν μετά την Απελευθέρωση, μηδενίζει δηλαδή  αντιλήψεις και γεγονότα με βαρύνουσα σημασία στη μετακατοχική περίοδο μέχρι την έναρξη του Εμφυλίου. Έτσι, με την «κατασκευή» αυτή, παρέχεται η εικόνα μιας συνέχειας Κατοχής-Εμφυλίου, χωρίς ενδιάμεσο στάδιο.
      2.  Κατά την εξέταση ενός κεντρικού γεγονότος, όπως ο Εμφύλιος, ενδιαφέρον πάντοτε έχουν και οι τοπικές εκδηλώσεις αυτού του γεγονότος, καθώς αναδεικνύουν χρήσιμες πλευρές του, εμπλουτίζοντας έτσι τη συνολική εικόνα του, βοηθώντας ακόμη καλύτερα να κατανοηθεί το φαινόμενο του Εμφυλίου στο επίπεδο των απλών ανθρώπων αλλά και να διαγνωσθεί η διαφοροποίηση της πρόσληψης και εξέλιξης των γεγονότων από περιοχή σε περιοχή. Σε κάθε περίπτωση, πάντως,  σημασία έχει η «διαχείριση» της προφορικής μαρτυρίας – πολύτιμο βοηθητικό εργαλείο – που δεν μπορεί να φθάνει στα όρια της απολυτοποίησης. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση το «νέο κύμα» επιμένει στη μελέτη της τοπικής διάστασης του Εμφυλίου, ακριβώς για να αναδείξει τις προσωπικές αντιθέσεις, τις οικογενειακές διενέξεις, τις παραδοσιακές έριδες και τις πρόσφατες ή παλιότερες αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις ως κίνητρα του Εμφυλίου.[11] Αναμφισβήτητα εντοπίζονται στις τοπικές κοινωνίες και αναντίρρητα παίζουν το ρόλο τους οι διαπροσωπικές διενέξεις και συγκρούσεις, αλλά, όσο κι αν είναι υπαρκτές, δεν μπορούν από μόνες τους να εξηγήσουν το συγκλονιστικό γεγονός του Εμφυλίου. Και επιπλέον, οι μελετητές του «νέου κύματος», με βάση τις διαπιστώσεις και τα πορίσματα της μελέτης της τοπικής κοινωνίας, διατυπώνουν γενικά συμπεράσματα. Η γενίκευση, βέβαια, αυτή, που εντοπίζει τα κίνητρα και τα αίτια του Εμφυλίου στις ατομικές δράσεις και συμπεριφορές, στις οικογενειακές έριδες και τις τοπικές συγκρούσεις, συσκοτίζει τελείως τον πυρήνα του κεντρικού γεγονότος, καθώς υποβαθμίζει το ιδεολογικό-πολιτικό στοιχείο, που ήταν και το κίνητρο για την προσφυγή στον Εμφύλιο.  Η παραπάνω δηλαδή μεθοδολογία ποτέ δε θα μας επιτρέψει να μάθουμε ποιες πολιτικές δυνάμεις και γιατί συγκρούστηκαν, καθώς θα ανακυκλώνεται στις τοπικές διαμάχες.[12]
      3.  Χαρακτηριστικό γνώρισμα κάθε εμφυλίου πολέμου είναι η βία - βία σκληρή και απάνθρωπη, βία πολυεπίπεδη. Ωστόσο, η βίαιη αυτή πρακτική συνιστούσε σίγουρο παράγωγο της εμφύλιας περιόδου και άρα δε νοείται έξω από αυτήν.  Το «νέο κύμα», όμως, αυτονομεί το φαινόμενο της βίας, του αφαιρεί το ιδεολογικο-πολιτικό του πλαίσιο και το εξετάζει έξω από τα ιστορικά του συμφραζόμενα και μελετώντας το έτσι απογυμνωμένο επιδιώκει να γνωρίσει και να κατανοήσει τη συμπεριφορά ατόμων και ομάδων εκείνης της εποχής σε τοπικό κυρίως επίπεδο.[13] Απαριθμούν μάλιστα οι μελετητές αυτοί θύτες και θύματα, για να αποδείξουν με βάση τους αριθμούς ποια πλευρά είχε δίκιο και ποια άδικο. Λες και η ποσοτική διάσταση της βίας μπορεί από μόνη της να εξηγήσει τα γεγονότα, λες και η στατιστική είναι ιστορία. Αποφαίνονται, πάντως, για το εγγενές βίαιο περιεχόμενο της κομμουνιστικής-αριστερής ιδεολογίας, χωρίς ωστόσο κάτι τέτοιο να το τεκμηριώνουν  με βάση τις κομματικές αποφάσεις. Και έτσι,  με αυτήν τη θέση εξηγούν τις βίαιες συμπεριφορές κομματικών στελεχών, που εκδηλώθηκαν στην ελληνική ύπαιθρο, αλλά και πάλι χωρίς να τις συνδυάζουν με την εμφάνιση και δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας και των άλλων αντιπατριωτικών ομάδων δωσιλόγων, κι όταν μάλιστα οι τελευταίες, αυτονομημένες από την κυβερνητική εξουσία, δρούσαν ανεξέλεγκτα στοχεύοντας αποκλειστικά και μόνο στην αποδυνάμωση  της Αριστεράς.
          Ο Εμφύλιος υπήρξε ένα καθαρά πολιτικό γεγονός: πρώτα και κύρια ήταν γεγονός πολιτικής σύγκρουσης. Και όντας τέτοιο, δεν μπορεί να εξετάζεται στη βάση της «ουδετερότητας» και της «αποστασιοποίησης», δεν μπορεί να απογυμνώνεται από το προφανέστατο γνώρισμά του, που είναι το πολιτικό του περιεχόμενο. Οι όποιες ατομικές δράσεις και συμπεριφορές, οι τοπικές έριδες και οι βίαιοι θάνατοι έχουν τη σημασία τους, δεν μπορούν όμως να ανάγονται σε κύρια κίνητρα.  Στην ιστορική έρευνα η επίκληση από τον ιστορικό μελετητή της «ουδετερότητας» και της «αντικειμενικότητας» προοικονομεί την  ιδεολογική χρήση της Ιστορίας· προετοιμάζει την ιδεολογική-ιστορική χειραγώγηση της κοινωνίας. Προς αυτήν την κατεύθυνση φαίνεται ότι κινείται η παραπάνω ομάδα μελετητών του λεγόμενου «νέου κύματος».
          Στο βάθος, αυτή η προσέγγιση του Εμφυλίου έρχεται να μας θυμίσει την προγενέστερη παραδοσιακή αντικομμουνιστική ιστοριογραφία.  Σύμφωνα με αυτήν το Κ.Κ.Ε. μέσω του Ε.Α.Μ., έχοντας ως μόνιμο εγγενές γνώρισμα τη βία – την «κόκκινη βία», την οποία άλλωστε τονίζει ιδιαίτερα η ομάδα του «νέου κύματος» -  από την αρχή κιόλας της Κατοχής απέβλεπε στην κατάληψη της εξουσίας – άποψη την οποία εγκολπώνεται η παραπάνω ομάδα μελετητών. Και η κατάληψη της εξουσίας επιχειρήθηκε να πραγματωθεί μέσα από τρεις διαδοχικές «εφόδους» -  πρόκειται για το γνωστό ερμηνευτικό σχήμα των «τριών γύρων».[14] Έτσι, η συγκεκριμένη ομάδα των νέων μελετητών απέχει αρκετά από την επιστημονική ή τουλάχιστον την όσο το δυνατό ψύχραιμη προσέγγιση της ελληνικής μετακατοχικής πραγματικότητας. Ουσιαστικά αρθρώνει την ερμηνευτική της γραμμή στα αντικομμουνιστικά επιχειρήματα και εφευρήματα του εθνικόφρονος παρελθόντος, τα οποία όπως και τότε έτσι και τώρα επιδιώκουν να σβήσουν ή να αμαυρώσουν συγκλονιστικές και συνάμα δραματικές σελίδες της ιστορίας του ελληνικού λαού. Η παραδοσιακή δηλαδή αντικομμουνιστική ιστοριογραφία εμφανίζεται στη σύγχρονη εποχή μετασχηματισμένη, με διαφορετικό λεξιλόγιο και νέες μεθοδολογίες, αλλά ενταγμένη στην ίδια προοπτική.
          Επομένως, χρειάζεται σοβαρή ακόμη προσπάθεια, ώστε να μην ακυρωθεί ή αλλοιωθεί στη συνείδηση και στην ιστορική μνήμη του ελληνικού λαού όχι μόνο η μεγαλειώδης Εθνική Αντίσταση αλλά και η όλη μετακατοχική περίοδος και ειδικότερα το συνταρακτικό γεγονός του Εμφυλίου Πολέμου. Η προάσπιση της Ιστορίας της Αριστεράς, η ανάδειξη της προσφοράς της Αριστεράς στη σύγχρονη πορεία του ελληνικού κράτους και του ελληνικού λαϊκού κινήματος, η υπενθύμιση των πολύμορφων αγώνων της Αριστεράς (μαζί με τα όποια αρνητικά τους) και η ψύχραιμη αξιολόγησή τους συνιστούν, νομίζουμε, τούτη την εποχή βασικό καθήκον κάθε σοβαρού και υπεύθυνου ιστορικού επιστήμονα.

 
                                             ~   ~   ~   ~   ~   ~   ~   ~   ~   ~   ~   ~   ~   ~   ~

 Η «ΑΝΑ ΧΕΙΡΑΣ» ΜΕΛΕΤΗ

        Ο δρ ιστορικός Σπύρος Δημ. Λουκάτος, ο συγγραφέας του «ανά χείρας» βιβλίου, θεωρούσε ελλιπές το τρίτομο έργο του για την Κατοχή και την Αντίσταση στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη (Τα χρόνια της Ιταλικής και Γερμανικής Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης στην Κεφαλονιά και Ιθάκη), αν δεν ιστορούσε για αυτά τα δυο νησιά και τα μεταπελευθερωτικά γεγονότα μέχρι και τον Εμφύλιο Πόλεμο.   Εκτιμούσε, και σωστά, ότι η δεκαετία του 1940 συνιστούσε μια ενότητα με τα επιμέρους βέβαια κεφάλαιά της και επομένως ο ιστορικός μελετητής οφείλει να μη σταματήσει στο πρώτο κεφάλαιο (π.χ. της Κατοχής και της Αντίστασης) ή να μην περιοριστεί σ’ ένα από αυτά (π.χ. του Εμφυλίου).
          Από την εποχή κιόλας της Κατοχής και της Αντίστασης είχε συνειδητοποιήσει ότι η γενιά του «έγραφε ιστορία» και γι’ αυτό από τότε συγκέντρωνε το υλικό τεκμηρίωσης μιας μελλοντικής ιστορικής αφήγησης. Έτσι, στα μετακατοχικά χρόνια, όταν λόγω των σκληρών μεταπελευθερωτικών καταστάσεων υποχρεώθηκε το 1945 να «περάσει» σε μακροχρόνια απομόνωση, μακριά από την καθημερινή δράση, άρχισε να σχεδιάζει τη συγγραφή της Κατοχής, της Αντίστασης, της Απελευθέρωσης και του Εμφυλίου στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη.  Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1950 είχε τελειώσει το γράψιμο της «ανά χείρας» μελέτης, την οποία προφανώς στα μετέπειτα χρόνια το ξαναδούλεψε εμπλουτίζοντάς την και με νέα στοιχεία, μαρτυρίες και άλλα τεκμήρια. Συνέχιζε να «παλεύει» με το χειρόγραφό του, καθώς ως υπεύθυνος ιστορικός  γνώριζε ότι δεν  μπορούσε να επιτρέψει καμιά αστοχία στην πένα του.       
          Η μελέτη του Σπ. Λουκάτου έρχεται να καλύψει ένα κενό. Έως τώρα δεν είχαμε συστηματική αλλά ούτε καν αποσπασματική κάποιων γεγονότων ιστόρηση της μετακατοχικής  περιόδου 1944-1949. Έλειπε δηλαδή μια ιστορική μονογραφία για την Απελευθέρωση, την τρομοκρατία και τον Εμφύλιο στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη. Ελάχιστες, βέβαια, και σκόρπιες ειδήσεις και πληροφορίες για την μεταπελευθερωτική μέχρι και τον Εμφύλιο περίοδο στα δυο αυτά Ιόνια νησιά  μπορούσε να βρει κανείς σε ελάχιστα βιβλία γραμμένα από Κεφαλονίτες.[15]   Ελάχιστα, επίσης, άρθρα έχουν δημοσιευθεί γι’ αυτήν την περίοδο σε περιοδικά αντιστασιακών οργανώσεων ή σε τοπικές και αθηναϊκές εφημερίδες.[16] Στοιχεία για τα αποτελέσματα της κρατικής και παρακρατικής τρομοκρατίας στα δυο νησιά έχουν καταχωρισθεί στις σελίδες των τριών Λευκών και της Μαύρης Βίβλου, που το Ε.Α.Μ. είχε εκδώσει το 1944-1946,[17] ενώ σύντομη αναφορά για τη δράση του τμήματος του Δημοκρατικού Στρατού της Κεφαλονιάς βρίσκουμε σ’ ελάχιστα βιβλία  γενικότερου ενδιαφέροντος.[18]  Σε αρκετά, ωστόσο, βιβλία με προσωπικές κυρίως μαρτυρίες ή με θέμα τους τις φυλακές και εξορίες, γίνονται σημαντικές αναφορές στις φυλακές του Αργοστολιού, οι οποίες κατά την περίοδο του Εμφυλίου  «φιλοξένησαν» εκατοντάδες αγωνιστές όχι μόνο από την Κεφαλονιά αλλά και από άλλες περιοχές της χώρας.[19]  
          Ο Σπ. Λουκάτος γράφει Τοπική Ιστορία με την έννοια ότι η έρευνα και η μελέτη του πραγματοποιείται σε τοπική κλίμακα, στο επίπεδο της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης για την περίοδο 1944-1949. Κατά τα άλλα κινείται στο πεδίο της ιστορικής έρευνας με τις γνωστές μεθόδους, τεχνικές ανάλυσης και τρόπο αφήγησης της ιστορικής επιστήμης. Εξετάζει όχι μόνο τις πολιτικές διεργασίες αλλά και τα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα καθώς και τις πολιτισμικές εκφάνσεις της τοπικής κοινωνίας, ερευνά δηλαδή συνολικά την κίνηση και τους μηχανισμούς της κοινωνίας των δύο νησιών. Χρησιμοποιεί δημοσιευμένες και αδημοσίευτες πηγές, τις οποίες εξηγεί, αναλύει και κρίνει, αξιοποιεί προφορικές μαρτυρίες, που τις διασταυρώνει με άλλες ή με γραπτά κείμενα, χωρίς ακόμη να του διαφεύγει ότι και οι σιωπές των κειμένων ή των ανθρώπων είναι και αυτές «πηγές» για τον ιστορικό και χρειάζονται το σχολιασμό τους. Δε λείπει, ωστόσο, από κάποιες σελίδες ο βιωματικός τόνος, καθώς ο ίδιος είχε δράση στα αμέσως μετά την Απελευθέρωση χρόνια και επομένως υπεισέρχεται και η δική του συμμετοχή στην αφήγηση των γεγονότων - μια αφήγηση απόλυτα τεκμηριωμένη, όσο κι αν κάποιοι όροι και λέξεις προδίδουν μια συναισθηματική και ιδεολογική φόρτιση.
          Επειδή ο συγγραφέας γνωρίζει ότι η Τοπική Ιστορία δεν μπορεί να κατανοηθεί και να εξηγηθεί χωρίς τη γνώση της συνολικής (Εθνικής ή Γενικής) Ιστορίας, γι’ αυτό και δε χάνει από τον ορίζοντά του – κατά συνέπεια και από τη γραφή του – τις γενικότερες διεργασίες, εξελίξεις και γεγονότα, που την ίδια περίοδο συνέβαιναν στον ελληνικό χώρο. Γι’ αυτό και βοηθά τον αναγνώστη να θυμηθεί το γενικό ιστορικό περίγραμμα και να αντιληφθεί το κεντρικό διακύβευμα, ώστε ο τελευταίος όχι μόνο να γνωρίσει αυτά καθεαυτά τα δρώμενα της Κεφαλονιάς και Ιθάκης αλλά να κατανοήσει και την ένταξή τους και τη συμβολή τους στα γενικότερα σε πανελλαδικό επίπεδο δρώμενα.
          Γνωρίζει, βέβαια, πολύ καλά ο Σπ. Λουκάτος ότι στο τοπικό επίπεδο υπάρχουν και διαφοροποιήσεις από τη γενικότερη συνολική/Γενική Ιστορία – διαφοροποιήσεις που σχετίζονται με τοπικές ιδιαιτερότητες, τις οποίες και εξηγεί και αναλύει. Εξάλλου, δε στέκεται μόνο στα σημαντικά για τα δυο νησιά γεγονότα, αλλά ρίχνει φως και στα «ασήμαντα», παρουσιάζει και λεπτομέρειες, που χωρίς αυτές θα ήταν ενδεχομένως διαφορετική η πορεία κάποιου γεγονότος. Ενδιαφέρεται για την ανάδειξη της μικροϊστορίας, όταν για παράδειγμα αναφέρει και εξηγεί τη δομή και τη δράση των παρακρατικών οργανώσεων των δύο νησιών ή παρουσιάζει τη συγκρότηση και τις πρωτοβουλίες του Πανδημοκρατικού Μετώπου Κεφαλονιάς-Ιθάκης. Γνωρίζει, επίσης, πολύ καλά ότι τα φαινόμενα βίας, τα οποία αναντίρρητα παρατηρήθηκαν στα δυο νησιά, δεν ξεκινούσαν από διαπροσωπικές αντιπαλότητες και συγκρούσεις, όσο κι αν μπορεί να υπέβοσκαν και τέτοιες, αλλά από ιδεολογικές-πολιτικές διαφορές.  Και επιμένει ιδιαίτερα στον ιδεολογικό-πολιτικό χαρακτήρα των ενεργειών και της γενικότερης δράσης  και των δύο αντιμαχόμενων τότε πλευρών.
           Η «ανά χείρας» μελέτη του Σπ. Λουκάτου στη χειρόγραφη μορφή της (στις γνωστές κόλλες αναφοράς) αποτελείτο από 480 φύλλα, γραμμένη στο recto κάθε φύλλου. Το χειρόγραφο ήταν γενικά καθαρογραμμένο, με σχετικά λίγες διαγραφές ή μικροδιορθώσεις. Στην αρχή τα Περιεχόμενα, μετά η Βιβλιογραφία και ακολουθούσε ο Πρόλογος. Στη συνέχεια ο συγγραφέας ανέπτυσσε το καθένα από τα δύο μέρη της μελέτης του (για κάθε μέρος πρώτα η ιστορική αφήγηση και μετά οι σημειώσεις) και «έκλεινε» το χειρόγραφό του με Παράρτημα εγγράφων και άλλων δημοσιευμάτων της εποχής στο πολυτονικό σύστημα, ενώ για το υπόλοιπο κείμενο είχε ακολουθήσει  το μονοτονικό. Εμείς κρατήσαμε στην αρχή τα Περιεχόμενα, αλλά μεταθέσαμε στο τέλος τη Βιβλιογραφία. Διατηρήσαμε την ορθογραφία του χειρογράφου. Διορθώσαμε σιωπηρά τις ελάχιστες αβλεψίες.  Ενοποιήσαμε, όμως, τις σημειώσεις των δύο μερών, τις οποίες κάναμε υποσελίδιες, προσθέτοντας ελάχιστες δικές μας τελείως απαραίτητες διευκρινιστικές σημειώσεις. Το Ευρετήριο, που συντάξαμε, στο τέλος του βιβλίου θα είναι χρήσιμο, πιστεύουμε για τον αναγνώστη αυτής της μελέτης.
 
ΠΕΤΡΟΣ ΠΕΤΡΑΤΟΣ
 

 




[1]  Βλ. σχετικά Γιώργος Μαργαρίτης, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946-1949, τόμ. 2, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2002, σσ. 541-550· Νίκος Κυρίτσης, Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας. Βασικοί σταθμοί του αγώνα, Μελέτες Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2006 (2η έκδοση), σσ. 106-109∙ Η τρίχρονη εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (1946-1949), εκδ. Ριζοσπάστης - Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2008 (4η έκδοση), σσ. 537-539.
[2]  «[...] με ψήφισμα που υιοθέτησε μια κεντρώας πλειοψηφίας Βουλή, τον Απρίλιο του 1952, προβλεπόταν πως τα “έκτακτα” μέτρα [του Εμφυλίου] θα παρέμεναν σε ισχύ ακόμη κι αν αντίθετα προς το σύνταγμα του 1952, που μόλις λίγους μήνες νωρίτερα η ίδια Βουλή είχε ψηφίσει και ότι θα μπορούσαν στο μέλλον να καταργηθούν με κοινό νόμο. Μια πρόσθετη δυσκολία στη διατήρηση των “έκτακτων” μέτρων οφειλόταν στο γεγονός πως μερικά από αυτά, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που ρύθμιζαν τις επ’ αόριστο εκτοπίσεις, τις αφαιρέσεις ιθαγένειας και άλλα, παρείχαν ρήτρα που όριζε ότι θα εφαρμόζονταν μόνο  “διαρκούσης της ανταρσίας”. Η δυσκολία όμως αυτή παρακάμφθηκε με τη λεγόμενη “θεωρία του διαρκούς εμφυλίου πολέμου”. Όσο κι αν φαίνεται παράλογο, τα δικαστήρια, χωρίς καμία εξαίρεση, δέχονταν ώς το 1962 πως ο εμφύλιος πόλεμος – η “ανταρσία” , όπως τον έλεγαν – συνεχιζόταν, αφού ποτέ δεν είχε επίσημα και με νόμο αναγγελθεί η λήξη του, Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, «Καθεστώς “έκτακτης” ανάγκης και πολιτικής ελευθερίας, 1946-1949», στο Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση, μτφρ. Μ. Δρίτσα, Α. Λυκιαρδοπούλου, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 2006, σσ. 392-393.
[3]  Ο όρος ανήκει στον Κωνσταντίνο Τσουκαλά, «Η ιδεολογική επίδραση του Εμφυλίου Πολέμου», στο Η Ελλάδα στη δεκαετία του 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση, ό.π., σ. 571.
 
 [4]  Βλ. τη μοναδική, έως σήμερα, σοβαρή καταγραφή της ελληνικής βιβλιογραφίας για τον Εμφύλιο: Νίκος Κουλούρης, Ελληνική βιβλιογραφία του Εμφυλίου Πολέμου, 1945-1949. Αυτοτελή δημοσιεύματα 1945-1999, εκδ. Φιλίστωρ, Αθήνα 2000. Επίσης βλ. Π. Παπαστρατής, «Η ιστοριογραφία της δεκαετίας 1940-1950», Σύγχρονα Θέματα, τχ. 35-37 (Δεκέμβριος 1988) σσ. 183-187.
[5]  Το 1999, με τη συμπλήρωση 50 χρόνων από τη λήξη του Εμφυλίου, πραγματοποιήθηκαν τρία Συνέδρια με αντικείμενο το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός (το πρώτο χρονολογικά στο Kings College του Λονδίνου, το δεύτερο στο Καρπενήσι από το Ελληνικό Κέντρο Πολιτικών Ερευνών του Παντείου Πανεπιστημίου και το Δήμο Καρπενησίου, και το τρίτο στο Πάντειο Πανεπιστήμιο από το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Πολιτικής Επιστήμης και Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και το Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου σε συνεργασία με την Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικού Αρχείου (ΕΔΙΑ)), το 2000 ένα διεθνές Συνέδριο από τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) σε συνεργασία με το Διεθνές Ινστιτούτο Κοινωνικής Ιστορίας (Άμστερνταμ), το Ίδρυμα Φελτρινέλι του Μιλάνου και το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και το 2006 με τη συμπλήρωση 60 χρόνων από την έναρξη του Εμφυλίου άλλο διεθνές στη Θεσσαλονίκη από τον Τομέα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας και Λαογραφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ). Σημειώνουμε εδώ ότι το πρώτο Συνέδριο για τον ελληνικό Εμφύλιο είχε οργανωθεί το 1984 στην Κοπεγχάγη της Δανίας υπό την αιγίδα του Ερευνητικού Συμβουλίου Ανθρωπιστικών Σπουδών και της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης. Στο μεταξύ, από το 2000 το «Δίκτυο για τη Μελέτη των Εμφυλίων» είχε ξεκινήσει  τις δραστηριότητές του με Συνέδρια και άλλες εκδηλώσεις. Βλ. σχετικά Γιώργος Μαργαρίτης, «Ο ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος και η ιστορία του. Το “επετειακό” 1999», Αρχειοτάξιο, τχ. 2 (2000), σσ. 137-143.
[6]  Βλ. Μιχάλης Π. Λυμπεράτος, Στα πρόθυρα του Εμφυλίου Πολέμου. Κοινωνική πόλωση, Αριστερά και αστικός κόσμος στη μεταπολεμική Ελλάδα. Από τα Δεκεμβριανά στις εκλογές του 1946, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2006, και ειδικότερα σσ. 551-680.
[7]  Βλ. Δώρα Μόσχου, «Αναπαλαιωμένες αστικές προσεγγίσεις του εμφυλίου πολέμου», Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τχ. 6 / 1999, σ. 116. Βλ. επίσης εφ. Κυριακάτικος Ριζοσπάστης, 19-2-2012, ένθετο Ιστορία, «Συμφωνία της Βάρκιζας. Η ταξική πάλη και οι επιζήμιοι συμβιβασμοί», σ. 2.  
[8]  Βλ. Πολυμέρης Βόγλης, «Ο πόλεμος των ιστορικών», http://www.xt5.net/politics/ideogramms/1921/ Opolemostvnist.html 
[9]  Βλ. Ν. Μαραντζίδης, Στ. Καλύβας, «Νέες τάσεις στη μελέτη του Εμφυλίου Πολέμου», εφ. Τα Νέα, 20-21 Μαρτίου 2004.
 
[10]  «Ο Εμφύλιος πόλεμος ξεκίνησε στα 1943-1944 [...]», αναφέρει με βεβαιότητα ο Νίκος Μαραντζίδης, Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας 1946-1949, εκδ. Αλεξάνδρεια, [Αθήνα 2010], σ. 9. Βλ. και Ν. Μαραντζίδης, Στ. Καλύβας, «Νέες τάσεις στη μελέτη του Εμφυλίου Πολέμου», ό.π.
[11]  Βλ. Νίκος Μαραντζίδης, «Η τοπική διάσταση στη μελέτη της Κατοχής και του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου», http://www.civil-war.org
[12]  Αυτή η μετατόπιση της επιστημονικής έρευνας από το γενικό στο ειδικό και από το κεντρικό στο τοπικό με την ταυτόχρονη υποβάθμιση της ανάλυσης του κύριου διακυβεύματος έχει χαρακτηριστεί από τον Αντώνη Λιάκο «αποκεντροθέτηση», βλ. Α. Λιάκος, «Αντάρτες και συμμορίτες στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα», στο Η Ελλάδα ’36-’49. Από τη Δικτατορία στον Εμφύλιο. Τομές και συνέχειες, επιμέλεια Χάγκεν Φλάισερ, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2003, σ. 34.
[13]  Βλ. τις χαρακτηριστικές μελέτες του Στάθη Καλύβα, «Κόκκινη τρομοκρατία: η βία της Αριστεράς στην Κατοχή», στο  Mark Mazawer (επιμέλεια), Μετά τον Πόλεμο. Η ανασυγκρότηση της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960, μτφρ. Ειρήνη Θεοφυλακτοπούλου, εκδ. Αλεξάνδρεια, [Αθήνα 2003], σσ. 161-204, και του ίδιου, «Μορφές, διαστάσεις και πρακτικές της βίας στον Εμφύλιο (1943-1949): μια πρώτη προσέγγιση», στο Ο Εμφύλιος Πόλεμος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο, Φεβρουάριος 1945 - Αύγουστος 1949, επιμέλεια Ηλίας Νικολακόπουλος, Άλκης Ρήγος, Γρηγόρης Ψαλλίδας, εκδ. Θεμέλιο, [Αθήνα 2002], σσ. 188-207.
[14]  Στη βάση αυτού κυρίως του ερμηνευτικού σχήματος των «τριών γύρων» έχουν διατυπωθεί  οι παλαιότερες προσεγγίσεις του C. Μ. Woodhouse, Το Μήλον της Έριδος. Η ελληνική αντίσταση και η πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1976, (1η αγγλική έκδοση 1948), του E. C. Myers, Η Ελληνική Περιπλοκή. Οι Βρετανοί στην κατεχόμενη Ελλάδα, Αθήνα 1976, (1η αγγλική έκδοση 1955), του G. Chandler, Διχασμένη γη. Μια αγγλοελληνική τραγωδία, Θεσσαλονίκη 2000, (1η αγγλική έκδοση 1959) και του Ι. Ιατρίδη, Εξέγερση στην Αθήνα, Αθήνα 1973, (1η αμερικανική έκδοση 1972).  
[15]  Η μικρή σε σχήμα έκδοση του δικηγόρου και πολιτευτή Γεράσιμου Βασιλάτου Η κατάστασις εν Κεφαλληνία. Έργα, ημέραι και άθλοι νομάρχου – δημάρχου – βουλευτού, Αθήναι 1948, μας δίνει μέσα από τις προσωπικές και κομματικές αντιθέσεις των τοπικών πολιτικών το κλίμα, που εκείνη την εποχή (1947-1948) επικρατούσε στο Αργοστόλι. Ο Ευάγγελος Παρέντης, δάσκαλος  με συμμετοχή στο ΕΑΜικό κίνημα,  στο ολιγοσέλιδο βιβλίο του Εθνική Αντίσταση και Εμφύλιος Πόλεμος στην Κεφαλονιά (1941-1950), Αθήνα 1984, καταγράφει κυρίως τα ονόματα με ολιγόλογα βιογραφικά των θυμάτων (και από τις δύο πλευρές) της λευκής τρομοκρατίας και του Εμφυλίου στην Κεφαλονιά. Ο Γιάννης Βούλτεψης, για ένα διάστημα μετακατοχικά υπεύθυνος της εφημερίδας του Ε.Α.Μ. Ελεύθερη Κεφαλονιά, στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου του Πρόκληση, εκδ. Ισοκράτης, Αθήνα 1986, (1η έκδοση), κάνει αναφορές στα πρώτα μετακατοχικά χρόνια στην Κεφαλονιά. Και η Ευριδίκη Λειβαδά-Ντούκα στη Σύντομη (Πολιτική) Ιστορία Κεφαλληνίας. Από την προϊστορία στον 20ο αι., εκδ. Οδύσσεια, Αργοστόλι 2008, αναφέρεται, σύντομα βέβαια, στα χρόνια της Απελευθέρωσης, της τρομοκρατίας και του Εμφυλίου στην Κεφαλονιά.
[16]  Βλ. ενδεικτικά εφ. Όστρια (Κεφαλονιάς-Ιθάκης), φ. 19. 15 Ιανουαρίου 1995, σ. 11, άρθρο του Σπ. Λουκάτου «Στα πενήντα χρόνια από τον Δεκέμβρη του 1944. Ο Δεκέμβρης του ’44 στην Κεφαλονιά»· εφ. Κυριακάτικος Ριζοσπάστης, 27 Αυγούστου 2006, ένθετο 7 μέρες μαζί, σσ. 11-14, «Εξήντα χρόνια από την ίδρυση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Η ανάπτυξη του ΔΣΕ στα ελληνικά νησιά», όπου γίνεται επαρκής αναφορά και στο τμήμα του Δημοκρατικού Στρατού της Κεφαλονιάς.
[17]  Τα δυσεύρετα αυτά κείμενα αναδημοσιεύθηκαν στο βιβλίο Στη δίνη του Εμφυλίου Πολέμου. Σπάνια ντοκουμέντα του Ε.Α.Μ. (1944-1947), Εισαγωγή, επιμέλεια Παύλος Πετρίδης, Πρόλογος Χαρίλαος Φλωράκης, εκδ. Προσκήνιο, [Αθήνα 1998]. Για Κεφαλονιά και Ιθάκη βλ. σσ. 202, 235, 261, 262-263, 317, 398, 431, 445-446, 455-456, 462.
[18]  Βλ. Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας. Ο Εμφύλιος, εκδ. Τολίδη, Αθήνα 1981, σσ. 349-351, και Ιστορικό Τμήμα της ΚΕ του ΚΚΕ, Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τόμ. Α΄, 1918-1949, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1995, σσ. 615-616∙ Η τρίχρονη εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (1946-1949), ό.π., σσ. 485-488.
[19]  Βλ. ενδεικτικά: Γιάννης Γ. Παπακωνσταντίνου, Ενθυμήματα ποτισμένα με αίμα και δάκρυα, τόμ. Γ΄, εκδ. Λίνος, Αθήνα 1986, σσ. 94-201· Νίκος Γ. Κουτρούλης, Σ’ αυτούς που πίστεψαν στο «όνειρο», Αθήνα 2006· Κυριακή Α. Καμαρινού, Τα «πέτρινα» πανεπιστήμια. Ο αγώνας για τη μόρφωση στις φυλακές και τις εξορίες, 1924-1974, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2005, σσ. 194-200, όπου γίνεται λόγος για τα μαθήματα και την έκδοση του χειρόγραφου περιοδικού των πολιτικών κρατουμένων Δεσμώτες αγωνιστές· (για το περιοδικό αυτό βλ. και Δημήτρης Σέρβος, Παράνομες χειρόγραφες εφημερίδες απ’ τις φυλακές και τις εξορίες, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2003, σσ. 93-94)· «Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια...», επιμέλεια Β. Β. Βαρδινογιάννης, έκδοση Εταιρείας Διάσωσης Ιστορικών αρχείων 1940-1974 (ΕΔΙΑ), [Αθήνα 2004], όπου στις σσ. 140-141, 143-146, 151-152, 162-163, 167-172, 179-180, 182-183, 207, 217, 222-224, 225-230, 236-239, 245, 247-248, 259-262, 275-276, 277-278 αναδημοσιεύονται από τα σχετικά ΦΕΚ εκθέσεις θανατικών εκτελέσεων αγωνιστών κρατουμένων στις φυλακές του Αργοστολιού κατά την περίοδο 1946-1949·