Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013


ΙΘΑΚΗ ΚΑΙ ΙΘΑΚΗΣΙΟΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821
 

 

 [Επεξεργασμένη μορφή ομιλίας, που έγινε στο Πνευματικό Κέντρο Ιθάκης στις 24 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Οδύσσεια ΚεφαλλονιάςῙθάκης", έτος 2009, σσ. 50-55.]

 

 
          Όταν ξεκινά η Επανάσταση του 1821, η Αγγλία είναι ένα από τα πέντε μέλη της Ιερής Συμμαχίας – ενός συνασπισμού ευρωπαϊκών δυνά­μεων, που μοναδικό στόχο έχει τη διατήρηση της «νέας τάξης πραγμάτων» όπως αυτή είχε διαμορφωθεί με τη Συνθήκη του Παρισιού το 1815: δια­φύλαξη – εδραίωση των ανελεύθερων – δεσποτικών καθεστώτων και κα­τάπνιξη κάθε φιλελεύθερου – επαναστατικού κινήματος. Για τα δικά της γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο έχει ταχθεί – τουλάχιστο μέχρι το 1823 τυπικά και ουσιαστικά – υπέρ της ακε­ραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και επομένως κατά του εθνι­κοαπελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων. Αυτήν την πολιτική εφαρμόζει, μέσω της Προστασίας που έχει επι­βληθεί στα Επτάνησα, ο Άγγλος Αρμοστής: απαγορεύει, με ποινή φυλά­κισης, εξορίας και δήμευσης περιουσίας, κάθε κίνηση συμπαράστασης ή συμμετοχής στην Επανάσταση καθώς και κάθε εμπορική συναλλαγή με τους Έλληνες επαναστάτες.          
          Ωστόσο, παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες, που ορθώνονται από τη Βρετανική Προστασία, στην Ιθάκη, όπως και στα υπόλοιπα Επτάνησα, η εθνική συνείδηση των κατοίκων έχει από καιρό ωριμάσει. Η παρουσία, έστω και ολιγόχρονη (1797-1799), των δημοκρατικών Γάλλων στα ιόνια νησιά συνέβαλε στην ευχερέστερη διάδοση των δημοκρατικών, αστικών ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης, αφύπνισε και ζωογόνησε το αίσθημα της ελευθερίας και προώθησε τις αρχές της εθνικής κρατικής συγκρότησης. Εννοείται πως το αστικό στοιχείο του νησιού, το οποίο όλο και πληθαί­νει, κατανοεί ότι έχει κάθε συμφέρον - πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό – από τη δημιουργία ελληνικού ανεξάρτητου κράτους. Γι’ αυτό και επιζητεί τη συστράτευσή του στον αγώνα των ομοεθνών του στην κυρίως Ελλάδα. Συνοδοιπόρους σε αυτόν τον προσανατολισμό θα βρει τους νέους διανο­ούμενους και τα πιο προωθημένα αγροτικά στοιχεία.
          Αλλά και οι απόδημοι Ιθακήσιοι, έμποροι και επιχειρηματίες, πλοιοκτήτες και ναυτικοί, εγκατεστημένοι στα λιμάνια και τα αστικά κέ­ντρα κυρίως της Νότιας Ρωσίας και των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών, έχουν γίνει σίγουροι αποδέκτες και φορείς των νέων αστικών φιλελεύθε­ρων ιδεών. Πρόθυμα λοιπόν και συνειδητά θα πάρουν μέρος στον αγώνα για εθνική απελευθέρωση. Πάντως, αυτή η συστράτευση των Ιθακήσιων με τους άλλους Έλ­ληνες στην Επανάσταση του 1821 συνιστούσε και μια μορφή ισχυρής δια­μαρτυρίας κατά της Βρετανικής Προστασίας. Και ση­ματοδοτούσε τη θέ­λησή τους ότι δε θα ανεχθούν να ζήσουν κάτω από την αγγλική καταπί­εση και ξεκομμένοι από τον ελληνικό εθνικό κορμό.

Στο σημείο αυτό χρήσιμο θα ήταν να σημειώσουμε την αρχική πρόταση του Άγγλου υπεύθυνου για την εκπαίδευση στα Επτάνησα Guil­ford να ιδρυθεί πανεπιστημιακό ίδρυμα στην Ιθάκη. Και διάλεξε το νησί αυτό ο Guilford ως τόπο κατάλληλο για λόγους ρομαντικούς συνάμα και πρακτικούς: συνδεόταν με τον Όμηρο και το θρυλικό Οδυσσέα, αλλά και οι κάτοικοί του ήταν πρόθυμοι να προσφέρουν εργασία και χρήματα για την υλοποίηση του σχεδίου. Ο Άγγλος Αρμοστής όμως Maitland δε συμ­φώνησε, γιατί προφα­νώς η Ιθάκη βρισκόταν πολύ κοντά στη σκηνή του εθνικού Αγώνα και πολύ μακριά από την έδρα της προστάτριας εξουσίας και επομένως το νέο πνευματικό ίδρυμα δε θα είχε τα εχέγγυα για σί­γουρη λειτουργία. Γι’ αυτό τελικά η Ιόνια Ακαδημία θα ιδρυθεί και θα λειτουργήσει δυο χρόνια αρ­γότερα στην ασφαλή Κέρκυρα.

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, η συμβολή των Ιθακησίων στην Επανάσταση του 1821 θα αποδειχθεί πολύμορφη και πολυδιάστατη. Και αναφερόμαστε στους Ιθακήσιους που ζουν και δραστηριοποιούνται στο νησί, στους απόδημους που ζουν και εργάζονται στην Κωνσταντινού­πολη, στη Μολδοβλαχία και στη Ν. Ρωσία, στους καπετάνιους και τους ναυτικούς που οργώ­νουν τη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα. Οι ντό­πιοι περιθάλ­πουν στο νησί τραυματίες από την απέναντι Στερεά Ελλάδα, Ήπειρο και Πελο­πόννησο, φιλοξενούν πρόσφυγες και συντηρούν γυναι­κόπαιδα. Ντόπιοι και απόδημοι εντάσσο­νται στη Φιλική Εταιρεία. Προ­σφέρουν χρήματα ή στέλνουν τρόφιμα και πολεμοφόδια στους επαναστα­τημένους συμπατριώτες τους. Παίρνουν μέ­ρος στις στεριανές ή θαλασσι­νές πολεμικές επιχειρήσεις είτε ατομικά είτε μέσα από καλά οργανωμένα στρατιωτικά τμήματα.
Και όλα αυτά προκύπτουν από τη μελέτη του σχετικού αρχειακού υλικού, των Απομνημονευμάτων των αγωνιστών και των ιστοριογραφι­κών έργων, αν και πολλά ακόμη μένει να γίνουν από την ιστορική έρευνα, για να φωτι­στεί επαρκώς η ιθακήσια παρουσία και συμμετοχή τόσο στην προπαρα­σκευή όσο και στην εξέλιξη του Αγώνα του 1821.

Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης αλλά και πριν από την έναρξή της στο φιλόξενο νησί της Ιθάκης των 8.000 περίπου τότε κατοίκων, έβρι­σκαν καταφύγιο οι διωκόμενοι Έλληνες αγωνιστές των απέναντι περιο­χών μαζί με τις οικογένειές τους. Ο Αλή-πασάς των Ιωαννίνων, μάλιστα, αρκετές φορές διαμαρτυρόταν και απειλούσε με αντίποινα, επειδή Έλλη­νες κλέφτες και αρματωλοί είχαν ως άσυλο το νησί αλλά και ως τόπο εξόρμησης εναντίον του. Απαγόρευε στους Ιθακήσιους και στους άλλους Επτανήσιους να διαμένουν, να εργάζονται και να εμπορεύονται με τη Στερεά Ελλάδα και την Ήπειρο. Αυτά όμως τα μέτρα ζημίωναν το νησί, γι’ αυτό με εντολή της Ιόνιας Γερουσίας ο γερουσιαστής Ιθάκης Βασίλειος Ζαβός ανέλαβε να διαπραγματευτεί το ζήτημα με τον ίδιο τον Αλή-πασά το Μάιο του 1806.
Η συμφωνία του Αλή-πασά με τον Β. Ζαβό ήταν ουσιαστικά μια συμβιβαστική λύση και από τις δυο πλευρές: και το εμπόριο με τα λιμάνια της δυτικής Στερεάς και Ηπείρου επιτράπηκε και οι καταδιωκόμενοι αγωνιστές με τις οικογένειές του μπορούσαν με την παροχή εγγυήσεων να μείνουν στο νησί. Αναφέρουμε επιλεκτικά τους Δήμο Μπουκουβάλα, Γε­ώργιο Βαρνακιώτη, Δημήτριο Καραΐσκο, Δημήτριο Ίσκιο, Ευστάθιο Ρε­μέντζη, Πάνο Δουρούκη, Κώστα Καρακώστα, Νικόλαο Κουτσογιάννη, Στάθη Μακρυστάθη, Δημήτριο Κάτσελο κ.ά.

Σημειώνουμε επίσης ότι στην Ιθάκη γεννήθηκε ο ήρωας της Γρα­βιάς Οδυσσέας Ανδρούτσος, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του. Το όνομά του παραπέμπει προφανώς στον ομηρικό ήρωα. Σε αυτό το νησί υπηρέτησε για ένα διάστημα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ενταγμένος βέ­βαια στην υπηρεσία της Βρετανικής Προστασίας. Τέλος, από την Ιθάκη πέρασε το Δεκέμβριο του 1823 ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, όταν άρρωστος από φυματίωση, προσέτρεξε στο φίλο του «σιορ Φωκά-Παΐση» στο χωριό Κιόνι. Αφού ο τελευταίος του έδωσε συστατικά γράμματα για τους φί­λους του στο Αργοστόλι, με τα οποία τους καλούσε να εξυπηρετήσουν τον ήρωα της Ρούμελης, ο Καραϊσκάκης αναχώρησε για την πρωτεύουσα της Κεφαλονιάς. Εκεί έμεινε περίπου δυο μήνες για τη θεραπεία του και μετά επέστρεψε στο Κιόνι, για να περάσει στο Μεσολόγγι στις αρχές του 1824. Υπογραμμίζουμε, όπως προκύπτει μέσα από τη σχετική αλληλογρα­φία, την αδελφική φιλία αλλά και κουμπαριά μεταξύ Καραϊσκάκη και Φωκά-Παΐση. Τεκμήριο αυτής της αγάπης και εκτίμησης είναι η ανάθεση από τον πρώτο στο δεύτερο της φροντίδας για το σπιτικό του. Έμενε η οικογένεια του Ρουμελιώτη αγωνιστή για ασφάλεια στο νησάκι Κάλαμος, εξαρτημένο άμεσα από την Ιθάκη. Έγραφε ο Καραϊσκάκης στο Φωκά-Παΐση, το Φεβρουάριο του 1824: «σου λέγω διά το οσπήτι μου αυτού να το προσέχεις ως ιδικόν καθώς είμαι βέβαιος πολύ περισσότερον τώρα να το προσέξεις καλλίτερα ακόμα».

Στη Φιλική Εταιρεία εντάχθηκαν πολλοί Ιθακήσιοι, κυρίως της διασποράς, όπως τεκμηριώνεται από τους ονομαστικούς καταλόγους των Φιλικών. Οι περισσότεροι ζούσαν και δραστηριοποιούνταν στην Κων­σταντινούπολη και στη Μολδοβλαχία, όπου από το 18ο αιώνα εκεί λει­τουργούσε αξιόλογη παροικία Κεφαλονιτών και Ιθακησίων. Αναφέρουμε μερικά ονόματα: Νικόλαος Γαλάτης, σημαντική μορφή, για την οποία θα μιλήσουμε παρακάτω. ο αδελφός του αρχιμαν­δρίτης Ευστράτιος. Ευγένιος Καραβίας, μητροπολίτης Αγχιάλου, ο οποίος απαγχονίστηκε το Πάσχα του 1821 μέσα στο πλαίσιο των σουλτανικών αντιποίνων. Άγγελος Ροδοθεάτος, έμπορος στην Τεργέστη, ο οποίος φιλο­ξένησε το Λόρδο Βύρωνα στον Πισαετό, όταν ο τελευταίος επισκέφθηκε την Ιθάκη, όπου και διέθεσε σεβαστό ποσό για την περίθαλψη των προ­σφύγων. Ιωάννης Βλασσόπουλος, πρόξενος της Ρωσίας στην Πάτρα και υπεύθυνος της Εφορείας της Φ.Ε. στην Αχαΐα. Διονύσιος Ευμορφόπουλος: θα τον συναντήσουμε αρκετές φορές παρακάτω. Γεώργιος Δενδρινός, επί­σκοπος: θα αναλάβει σοβαρή αποστολή στο Λίβανο. Γεώργιος Πατρίκιος: συνόδευσε τον Παπαφλέσσα στην Πελοπόννησο. Σπυρίδων Δρακούλης, θείος του πρωτοσοσιαλιστή Πλάτωνα Δρακούλη. οι πλοίαρχοι Ευάγγελος Μαντζαράκης-Λυκούδης και Στ(αύρος) Αλευράς. Βασίλειος Καραβίας ή Καραβιάς με σημαντική δράση στο Γαλάτσι. Ιωάννης Πέτας, Γεώργιος Βλησμάς, Γεράσιμος Πέτας, Ευάγγελος Μαρούλης. Επαμεινώνδας Πετα­λάς, Πέτρος Ραυτόπουλος: οι έμποροι Ιωάννης Δούσμανης και Ανδρέας Κουβαράς. ο ναύτης Πανα­γιώτης Βουλιέρης. ο πλοίαρχος Παναγιώτης Χαλικιόπουλος και αρκετοί άλλοι. Ο αριθμός των Ιθακησίων Φιλικών εί­ναι αξιοπρόσεκτος αναλογικά βέβαια με τον πληθυσμό του νησιού. Και φυσικά πόσων άλλων αγνοούμε τα ονόματα.

Είναι ανάγκη, ωστόσο, να μείνουμε λίγο στην περίπτωση του Νι­κόλαου Γαλάτη, γόνου αριστοκρατικής οικογένειας από την Ανωγή. Ήταν από τους πρώτους που μυήθηκαν στη Φ.Ε. Πρέπει να ήταν μέλος ήδη το 1816. Κινήθηκε θαρραλέα και δραστήρια στην κατήχηση νέων με­λών και ιδίως επιφανών προσώπων στη Μόσχα, ώστε να «οφείλεται εθνική ευγνωμοσύνη εις τον Γαλάτην, διότι πρώτος ούτος διέσπασε εν Μόσχα τους πάγους του Βορρά κατηχήσας σπουδαία και πανελληνίου φήμης πρόσωπα». Όμως, ο ζωηρός και μαται­όδοξος χαρακτήρας του, η αμετροέπεια και η απληστία του στο χρήμα, κατά τον Ιω. Φιλήμονα, κα­τέστησαν τον Γαλάτη επικίνδυνο για τη μυστική δράση της Φ.Ε., με απο­τέλεσμα η ηγεσία της να αποφασί­σει τη θανάτωσή του το Νοέμβριο του 1818. Έτσι, υπήρξε το μοιραίο θύμα των περιστάσεων, στις οποίες βρέ­θηκε τότε η Φ.Ε., προκειμένου να περιφρουρήσει τα υπόλοιπα μέλη και να αποφύγει τη ματαίωση του έρ­γου της.

Ένας άλλος Ιθακήσιος, ο οποίος εργάστηκε αποφασιστικά για την προετοιμασία της Επανάστασης ήταν ο Διονύσιος Ευμορφόπουλος. Συνε­χίζοντας τη ναυτική παράδοση της οικογένειάς του – ο πατέρας του υπήρξε κυβερνήτης σε πλοίο της ομάδας καταδρομικών του Λάμπρου Κα­τσώνη – ήταν πλοίαρχος σε ιδιόκτητο σκάφος. Κατά το χειμώνα του 1818-1819 μυήθηκε στη Φ.Ε. και από τότε εγκατέλειψε το πλοίο του και «αφω­σιώθην πλέον όλος μου ο σκοπός εις την ενέργειαν του έργου», όπως ο ίδιος έχει γράψει. Συνεργάστηκε με τον Νικ. Σκουφά, τον Παν. Αναγνω­στόπουλο, τον Χριστόδουλο Λουριώτη και τον Παπαφλέσσα. Περιόδευσε το 1819 στην Πελοπόννησο, όπου συναντήθηκε με τον Πετρόμπεη Μαυ­ρομιχάλη, τον Αναγνωσταρά και τον Νικηταρά για την προετοιμασία του κινήματος, ενώ το 1820 κινήθηκε μεταξύ Βουκουρεστίου και Γαλατσίου. Τότε στο Γαλάτσι, ο Δ. Ευμορφόπουλος με το συμπατριώτη του Βασίλειο Καραβία και τον Κεφαλλονίτη Ανδρέα Σφαέλο, με εντολή της ηγεσίας της Φ.Ε., θανάτωσε τον φιλικό Κυριάκο Καμαρινό, επειδή είχε καταστεί επι­κίνδυ­νος στα σχέδια της Εταιρείας λόγω της υπέρμετρης πολυπραγμοσύ­νης του. Ο προληπτικός αυτός φόνος του Καμαρινού ήταν ο δεύτερος μετά από εκείνον του Γαλάτη. Είχε και τέτοια συμβάντα ο Αγώνας.
Στη συνέχεια, ο Ευμορφόπουλος στάλθηκε στην Κωνσταντινού­πολη για την εκτέλεση ενός ριψοκίνδυνου σχεδίου: πυρπόληση του αγκυ­ροβολημένου τουρκικού στόλου και του σουλτανικού παλατιού και σύλ­ληψη του Σουλτάνου. Για κάποιους όμως λόγους προδόθηκε το σχέδιο, οι Τούρκοι προέβησαν σε συλλήψεις και ανακρίσεις και έτσι ο Ιθακήσιος αγωνιστής αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη. Από τους πρώτους μήνες του 1821 βρισκόταν στη Νότια Ελλάδα, για να πάρει μέρος σε πολ­λές μάχες, όπως θα αναφέρουμε παρακάτω, ακόμη και στην τελευταία ελ­ληνοτουρ­κική σύγκρουση στην Πέτρα Βοιωτίας (Σεπτ. 1829), και να δια­κριθεί για τη γενναιότητα και τη σωφροσύνη του, ώστε να τιμηθεί με το βαθμό του στρατη­γού.

Αλλά και στα πεδία των μαχών η παρουσία και δράση των Ιθακη­σίων υπήρξε σημαντική, κάποτε μάλιστα καθοριστική. Ξεκινάμε από τη Μολδοβλαχία, αφού από εκεί ξεκίνησε η Ελλη­νική Επανάσταση. Στις 21 Φεβρουαρίου 1821, μια μέρα πριν από την επί­σημη έναρξη του Αγώνα από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, πρώτος ο Ιθα­κήσιος Βασίλειος Καραβίας (ή Καραβιάς) υψώνει την επαναστατική ση­μαία. Με στρατιωτικό σώμα 150 ανδρών – οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν Ιθακήσιοι και Κεφαλονίτες – θα νικήσει τους Τούρκους στο Γαλάτσι και θα καταλάβει την πόλη. Πρόκειται για την πρώτη πολεμική πράξη της Ελληνικής Επανάστασης, αυτήν που «άναψε την πρώτη θρυ­αλλίδα της πυρκαγιάς». Ως γενικός στρατιωτικός διοικητής του Γαλα­τσίου επέδειξε στρατηγικές ικανότητες σε όλη αυτήν την περίοδο, η μη σωστή όμως εφαρμογή του σχεδίου κατά τη μάχη του Δραγατσανίου (Ιούνιος 1821) από την πλευρά του, οδήγησε τον Υψηλάντη στην καθαί­ρεση του πράγματι γενναίου αγωνιστή.
Ωστόσο, τόσο στη μάχη του Δραγατσανίου όσο και σ’ εκείνη στο Σκουλένι οι Ιθακήσιοι νέοι μέσα από τον Ιερό Λόχο πήραν «το βάπτισμα του πυρός». Μνημονεύουμε κάποια ονόματα: Σπυρίδων Δρακούλης, ο οποίος και σκοτώθηκε. Παναγής Καραβίας Καρδαράς, Άγγελος Γιαννιώ­της, Ευ­στάθιος Καραβίας Γιαννούτσος, Χρήστος Σταύρακας κ.ά. Δεν εί­ναι, πά­ντως, λίγοι εκείνοι, οι οποίοι, μετά την αποτυχία του κινήματος στη Μολδοβλαχία, κατέβηκαν στη Ν. Ελλάδα και πήραν μέρος στα εκεί πολεμικά γεγονότα.
Κατά τα πρώτα έτη του Αγώνα Ιθακήσιοι συμμετείχαν στη μάχη του Βαλτετσίου (Μάιος 1821) κάτω από τις οδηγίες του Κολοκοτρώνη, στη μάχη του Λάλα (Ιούνιος 1821) μέσα από το στρατιωτικό σώμα των Ανδρέα και Κωνσταντίνου Μεταξά, στην ατυχή μάχη στο Πέτα (Ιούλ. 1822) με αρκετούς νεκρούς, στην καταστροφή του Δράμαλη, στα Δερβε­νάκια (Νοε-Δεκ. 1822). Σε όλες αυτές τις συγκρούσεις παρών ήταν και ο Δ. Ευμορφόπου­λος: στο Λάλα, στο Βαλτσέτσι, στα Δολιανά, στα Δερβενάκια. Κατείχε επι­τελικές θέσεις και συνεργαζόταν με τους Δημ. Υψηλάντη, Θ. Κολοκο­τρώνη, Γρ. Παπαφλέσσα κ.ά. Η δύσκολη όμως περίοδος για τον Ιθακήσιο αγωνιστή ήταν εκείνη του εμφυλίου πολέμου (1824-1825). Γράφει ο ίδιος με πίκρα στα σύντομα «Απομνημονεύματά» του: «Ήδη αρχίζει ο εμφύλιος πόλεμος και δεν έχω καρδίαν να κάμω λόγον, εάν και πολλούς έσωσα και κανένα δεν έβλαψα εις αυτήν την περίστασιν».
Και ενώ ο εμφύλιος πόλεμος ήταν σε όξυνση, και ο Ιμπραήμ ρήμαζε την Πελοπόννησο, πράγματι υπεράνθρωπες θεωρούνται οι προσπάθειες του Ευμορφόπουλου, που με σωφροσύνη προσπαθούσε να ισορροπήσει την κατάσταση μεταξύ των αντιμαχόμενων Ελλήνων και παράλληλα να πάρει μέτρα για την αντιμετώπιση του Αιγύπτιου εισβολέα. Παρά ταύτα, ομολογεί ο ίδιος ότι «διά όλην την δραστηριότητα και προθυμίαν, όπου έτρε­χον εις τους κινδύνους, εις μέλη τινά της τότε Κυβερνήσεως πονηρός δαί­μων εμβήκεν εις τα σπλάχνα των και αντί αμοιβής των τόσων θυσιών μου απεφάσισαν να με δολοφονήσουν και αντί εμού εφόνευσαν τον αδελφόν μου Κωνσταντίνον».
Ο Ευμορφόπουλος, βέβαια, συνέχισε το εθνικό του έργο. Σημαντι­κότατη μάλιστα υπήρξε η προσφορά του στη μάχη της Αθήνας και στην πολιορκία της Ακρόπολης κατά τα έτη 1826-1827. Το 1826 αναδείχθηκε σε δύ­σκολη χρονιά για την Επανάσταση. Ήδη ήταν ορατές οι καταστρο­φικές συνέπειες του εμφυλίου πολέμου. Ο Ιμπραήμ κυριαρχούσε στην Πε­λοπόν­νησο, το Μεσολόγγι είχε πέσει και ο Κιουταχής κατευθυνόταν προς την Αθήνα. Εκεί, από τα μέσα του Ιουνίου 1826 βρίσκονταν και αγωνίζο­νταν κάτω από τη διοίκηση του Γκούρα πολλοί Κεφαλονίτες και Ιθακή­σιοι και άλλοι Επτανήσιοι, οι οποίοι είχαν συμπήξει ιδιαίτερο στρατιω­τικό σώμα με αρχηγό τον Δ. Ευμορφόπουλο. Ο τρόπος διοργάνωσης και λειτουργίας αυτού του σώματος μαρτυρούσε τη δημοκρατική αγωγή των Επτανησίων, τη φιλελεύθερη συνείδηση και την πολιτική τους ωριμότητα. Και όπως χα­ρακτηριστικά αναφέρει ο ιστορικός Σπ. Λουκάτος «καθίστα­ται το σώμα τούτο όντως εκκλησία πολεμική του εν Ελλάδι Επτανησίου δήμου, υπεν­θυμίζουσα αναλόγους συνελεύσεις πολεμιστών εν τη αρχαία Ελλάδι». Και φυσικά γι’ αυτά τα αποτελέσματα καθοριστική υπήρξε η παρουσία του Ιθακήσιου Ευμορφόπουλου.
Σκληρές ήταν οι μάχες γύρω από την Ακρόπολη, ενώ ηρωική χα­ρακτηρίζεται η είσοδος του επτανησιακού σώματος μέσα σε αυτήν τον Οκτώ­βριο του 1826. Εκεί, οι Επτανήσιοι υπό τον Δ. Ευμορφόπουλο και με την ουσιαστική συμμετοχή του Κεφαλονίτη Γερ. Φωκά θα υποστούν αγόγγυ­στα τα δεινά της πολύμηνης πολιορκίας από τους Τούρκους. Θα αποκρούσουν νικηφόρα τις εχθρικές επιθέσεις με πολλούς όμως νεκρούς και τραυματίες, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Ευμορφόπουλος που τραυματίστηκε στην πλάτη και το κεφάλι. Και θα παραμείνουν εκεί, πο­λεμώντας με απαρά­μιλλο θάρρος και πειθαρχία, μέχρι την παράδοσή τους στους Τούρκους το Μάιο του 1827, παρά την απόφασή τους να συνεχί­σουν τον αγώνα και να μην παραδοθούν.

Στο μεταξύ, στα μέσα του 1825, Ιθακήσιος είναι επικεφαλής ειδικής αποστολής στο Λίβανο. Και συγκεκριμένα: Η Ελληνική Διοίκηση έχει συ­στήσει τριμελή επιτροπή αποτελούμενη από τον Ιθακήσιο επίσκοπο Ευ­δοκιάδος Γρηγόριο Δενδρινό ως επικεφαλής, τον Κύπριο πατριώτη δά­σκαλο Χαράλαμπο Μάλη και τον Μακεδόνα έμπορο στο Λίβανο Χατζή Στάθη Ρέζη, για να μεταβεί στη συρολιβανική περιοχή, προκειμένου μετά από επιτόπια έρευνα να εκτιμήσει τις δυνατότητες εξέγερσης της περιο­χής κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και με την ελληνική συνδρομή. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα λειτουργούσε ως αντιπερισπασμός στον Αιγύ­πτιο Μεχμέτ Αλή και το γιο του Ιμπραήμ, ο οποίος θα εξαναγκαζόταν να αποσυρθεί από την Πελοπόννησο και θα περιοριζόταν στη διατήρηση των ορίων του, εφόσον θα κινδύνευε περιοχή – η συρολιβανική – για την οποία έδειχνε άμεσο ενδιαφέρον. Εξάλλου, στην περιοχή αυτή οι υπόδου­λες στον τουρκικό ζυγό αραβικές φυλές των Μαρωνιτών και των Δρού­ζων, των Arsaries και των Metualis είχαν με διάφορους τρόπους δηλώσει τον πόθο τους για ελευθερία και ανεξαρτησία, αλλά και οι τοπικοί ηγέτες τους είχαν εκθέσει παλαιότερα τις φιλελεύθερες και φιλελληνικές τους διαθέσεις.
Η ελληνική πρεσβεία, αφού παρέμεινε στην περιοχή ένα εξάμηνο, επέστρεψε στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1826. Και με αναφορά του ο Ευδοκιάδος Γρηγόριος Δενδρινός προς την Ελληνική Διοίκηση διαπί­στωνε τη δυνατότητα εξέγερσης των κατοίκων κατά των Τούρκων. Γι’ αυτό και πρότεινε την αποστολή μικρού ελληνικού εκστρατευτικού σώ­ματος στη συρολιβανική περιοχή αποτελούμενου από 15-20 πλοία και μι­κρή αποβατική δύναμη 3.000 περίπου Ελλήνων, για να δοθεί η ευκαιρία της εξέγερσης των εκεί πληθυσμών κατά των Τούρκων. Επειδή όμως είχαν μεταβληθεί στο μεταξύ τα δεδομένα στον ελληνικό Αγώνα (αλλαγή Διοί­κησης, άλλες προτεραιότητες στο πολεμικό μέτωπο) η πρόταση του Δεν­δρινού δεν είχε συνέχεια και πρακτική εφαρμογή. Γι’ αυτό και ο ίδιος εγκατέλειψε την Ελλάδα. Κατά την επιστροφή του στη γενέτειρά του συ­νελήφθη και μεταφέρθηκε στην Αλεξάνδρεια, απ’ όπου απελευθερώθηκε με παρέμβαση του εκεί Άγγλου Προξένου και στάλθηκε στη Ζάκυνθο και μετά στην Ιθάκη. Το θέμα όμως της ελληνο-λιβανικής συμμαχίας δε στα­μάτησε να τον απασχολεί. Επανήλθε επί Καποδίστρια, στον οποίο υπέ­βαλε το 1828 σχετική αναφορά, χωρίς βέβαια κανένα αποτέλεσμα. Επιμείναμε σε αυτό το γεγονός, διότι παράλληλα με την ανάδειξη του Γρηγορίου Δενδρινού θέλαμε να προβάλουμε μια πτυχή του Ελληνι­κού Αγώνα, άγνωστη, πιστεύουμε, στους πολλούς – μια πτυχή που σχετί­ζεται με την πολιτική των συμμαχιών των υπεύθυνων παραγόντων της Επανάστασης.

Ωστόσο, οι Ιθακήσιοι, κατεξοχήν άνθρωποι της θάλασσας, θα ήταν παράδοξο, αν δεν είχαν συμμετοχή στις θαλασσινές συγκρούσεις του 1821. Τα μέχρι τώρα γνωστά στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Και σε αυτές τις συγκρούσεις με τους Τούρκους την πρωτιά την είχαν οι Θιακο-Κεφαλονίτες. Δεκαπέντε μέρες μετά την κήρυξη της Επανάστασης και ενώ οι Πα­ραδουνάβιες Ηγεμονίες βρίσκονταν «επί ποδός πολέμου» με τη λαμπρή παρουσία και καθοδήγηση του Αλ. Υψηλάντη, πραγματοποιήθηκε στις 7 Μαρτίου 1821 η πρώτη νικηφόρα ναυμαχία του Αγώνα στον ποταμό Προύθο. Με επικεφαλής τον Κεφαλονίτη πλοίαρχο Ανδρέα Σφαέλο δεκα­τρία επτανησιακά πλοία επιτέθηκαν και κατέλαβαν δέκα τουρκικά εμπο­ρικά, που μέσω του Δούναβη κατευθύνονταν στο Γαλάτσι. Κλείδωσαν τους εβδομήντα δύο Τούρκους αιχμαλώτους στο αμπάρι ενός σκάφους που το βούλιαξαν αύτανδρο στον Προύθο. Ο φανατισμός και η μανία της εκδίκησης τους οδηγούσε σε εγκληματικές πράξεις. Ανάμεσα στους καπε­τάνιους ήταν οι Ιθακήσιοι Γεώργιος Μαρούλης, Νικόλαος Πεταλάς Φλυ­στέκος, Λάζαρος Μακρής, Βασίλειος Μαρούλης, Γεώργιος Μάντζαρης, Νικόλαος Παρθένης, Ευστάθιος Αλευράς, Δημήτριος Καίσαρης, Μ. Παΐ­ζης, Σπυρίδων Πεταλάς, Νικόλαος Μαράτος, Γεώργιος Δενδρινός, Διαμα­ντής Ζαμπέλης, Γιακουμής Καραβίας, Σπυρίδων Σταθάτος, Παναγής Χα­λικιόπουλος και Αναστάσιος Σταθάτος.
Σημαντική ήταν η βοήθεια που ιθακήσια καθώς και κεφαλονί­τικα πλοία προσέφεραν στους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης κατά την περί­οδο των εκεί σφαγών τον Απρίλιο του 1821. Ο πλοίαρχος Αντώνιος Πε­ταλάς-Μαράτος, αψηφώντας κάθε κίνδυνο, παρέλαβε τότε τη σύζυγο του Δημ. Μουρούζη, τον Κωνσταντίνο Οικονόμο τον εξ Οικονόμων και άλ­λους εβδομήντα και τους μετέφερε στην Οδησσό της Ν. Ρωσίας. Τότε ήταν που και ο Κεφαλονίτης πλοίαρχος Μαρίνος Σκλάβος ανέσυρε από τα νερά του Βοσπόρου το νεκρό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ και τον με­τέ­φερε με το πλοίο του για ενταφιασμό στην Οδησσό.
Η έναρξη της Επανάστασης στην κυρίως Ελλάδα βρήκε τους Ιθα­κήσιους και άλλους Επτανήσιους ναυτικούς γεμάτους ενθουσιασμό, έτοι­μους να βοηθήσουν. Ύψωσαν την επαναστατική σημαία στο σκάφος τους και έκαναν περιπολίες στον Κορινθιακό. Βοήθησαν εκατοντάδες πρό­σφυγες, καταδιωκόμενους από τους Τούρκους, και τους μετέφεραν στην Ιθάκη, στην Κεφαλονιά ή στη Λευκάδα. Από την Πάργα, μετά την προδο­τική πώλησή της από τον Maitland στον Αλή-πασά, μετέφεραν τους Παρ­γινούς στην Κέρκυρα και τους Παξούς. Ο Ιθακήσιος πλοίαρχος Νικ. Κα­ραβίας μετέφερε τον Οκτώβριο 1821 πρόσφυγες από την Ιθάκη στην Τερ­γέστη.
Τα θιακο-κεφαλονίτικα πλοία βοήθησαν επίσης την ηρωική πόλη του Με­σολογγιού στον ανεφοδιασμό της. Κατά τη δεύτερη πολιορκία (χειμώνας 1825) αρκετά σκάφη κινούνταν τη νύχτα από τους μικρούς κολπίσκους της Ιθάκης προς το Μεσολόγγι. Και όταν ο αποκλεισμός της πόλης από τους Τούρκους έγινε αυστηρότερος, ο ανεφοδιασμός συνεχιζό­ταν με τις μεσολογγίτικες «πάσσαρες» (ρηχά σκάφη) από τα ρηχά μέρη.
Στις 30 Νοεμβρίου 1825, ο Σαχτούρης βρίσκεται κοντά στη Ζά­κυνθο, όπου ο Ιθακήσιος καπετάν Κυριάκος Παξινός με τη σκούνα του τον πλησίασε και του έδωσε εκατοντάδες μπάλες κανονιών. Στις 27 Μαρ­τίου 1826 πάλι κοντά στη Ζάκυνθο το θιακό μπρίκι του καπετάν Σπύρου Πεταλά-Σταθάτου κατευθύνεται προς τη Μάνη, ενώ στις 30 του ίδιου μήνα ο κα­ραβοκύρης μιας θιακιάς μπρατσέρας έδειξε στον Σαχτούρη πώς να περά­σει στο Μεσολόγγι ζωοτροφές τη νύχτα μέσα από κρυφό στενό πέρασμα. Αυτή η μπρατσέρα, που ερχόταν από τον Πεταλά άφησε εφό­δια, για να τα πάρουν προφανώς οι «πάσσαρες» του Μεσολογγιού από τα ρηχά πε­ράσματα, που μόνο αυτές γνώριζαν. Και τούτο δώδεκα μέρες μόνο πριν από την ηρωική έξοδο των Μεσολογγιτών.
Δε θα ήταν, λοιπόν, υπερβολή, αν λέγαμε ότι χάρη σε αυτές τις ρι­ψοκίνδυνες επιχειρήσεις των Θιακο-Κεφαλονιτών παρατάθηκε για αρκετό διάστημα η άμυνα του Μεσολογγιού. Δε θα μάθουμε ίσως ποτέ τίποτε για τους ταπεινούς αλλά ηρωικούς εκείνους ναυτικούς, που με τα μικρά τους σκάφη διακινδύνευαν τη ζωή τους, με αντίξοες καιρικές συνθήκες, ταξι­δεύοντας μόνο νύχτα, για να αποφύγουν τους Τούρκους που παραμό­νευαν παντού. Για να φτάσουν στον προορισμό τους και να παραδώσουν τα πολύτιμα εφόδια, που τόσο χρειάζονταν οι «ελεύθεροι πολιορκημέ­νοι», έπαιζαν με το θάνατο καθώς και με την καταστροφή της περιουσίας τους.
Ωστόσο, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι υπήρξαν και εκείνοι, που δε βοήθησαν τους αγωνιζόμενους Έλληνες. Αντίθετα, κερδοσκοπούσαν, εφοδιάζοντας μόνο τους Τούρκους, όταν μάλιστα οι τελευταίοι αποκλείο­νταν στα κάστρα από τους επαναστάτες. Τότε οι Τούρκοι ήταν αναγκα­σμένοι να πληρώνουν τεράστια ποσά για τον ανεφοδιασμό τους. Και βρί­σκονταν Θιακο-Κεφαλονίτες πλοιοκτήτες, οι οποίοι έπλεαν ανάμεσα στα λιμάνια του Κορινθιακού και της Δυτικής Ελλάδας με αγγλική ή ιονική σημαία, εφοδιάζοντας τους Τούρκους.

Ανασύραμε από τη λήθη πρόσωπα κοντινά μας, μορφές δικών μας προγόνων, που επάξια εκπροσώπησαν το νησί της Ιθάκης στην Ελληνική Επανάσταση. Καταγράψαμε πράξεις και γεγονότα, που προκαλούν τις χορδές της ιστορικής μας μνήμης και συνείδησης.
Τα όσα πρόσωπα και γεγονότα αναφέραμε σηματοδοτούν το εύ­ρος της ιθακήσιας παρουσίας και συμμετοχής στο μεγαλειώδη εθνεγερ­τικό Αγώνα του 1821. Βέβαια, είναι ανάγκη επιτακτική να προχωρήσει και να ολοκληρωθεί η έρευνα γι’ αυτήν τη σημαντικότατη περίοδο της τοπικής μας ιστορίας. Είναι πεποίθησή μας πως κι άλλα εξίσου ή και πε­ρισσότερο αξιόλογα στοιχεία θα έρθουν στο φως.
Εξάλλου, πρέπει κάποτε να αναγνωριστεί στους Ιθακήσιους, όπως και στους Κεφαλονίτες και τους Ζακυνθινούς, ο αποφασιστικός ρόλος τους στην Ελληνική Επανάσταση. Ευρισκόμενοι κάτω από το ανελεύθερο και μισελληνικό καθεστώς της Βρετανικής Προστασίας, δεν έχασαν την ελληνική θεώρηση των πραγμάτων. Άλλωστε, ήταν πεπεισμένοι ότι θα καταστούν τα Επτάνησα ελεύθερα, εφόσον υπάρξει ελεύθερη Ελλάδα. Η συμμετοχή τους στον εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα, οι προσφορές και οι θυσίες τους περικλείουν αδιαμφισβήτητα και το πρώτο σπέρμα του ενω­τικού αγώνα, που ξεκινάει από τα νησιά μας – και δεν είναι τυχαίο αυτό – το 1830, αμέσως δηλαδή μετά την ίδρυση του ανεξάρτητου νεοελ­ληνι­κού κράτους. Ο Ιθακήσιος ριζοσπάστης Τηλέμαχος Παΐζης θα συνεχί­σει τον αγώνα των προγόνων του, του Βασίλειου Καραβία, του Σπυρί­δωνα Δρακούλη, του Διονύσιου Ευμορφόπουλου και τόσων άλλων, για να κλείσει ο κύκλος αυτού του Αγώνα το 1864 με την ένταξη της Ιθάκης και των υπόλοιπων Ιόνιων Νησιών στον ελληνικό εθνικό κορμό.

 

 

 ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

--Ευμορφόπουλος Διον., Απομνημονεύματα, στο Απομνημονεύματα Αγωνιστών του 21, (επιμέλ. Εμμαν. Πρωτοψάλτης), τόμ. 20, Αθήναι 1957.
--Καραβίας Ιπποκράτης, «Περί των προ της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 Ιθακησίων λογίων», Πρακτικά Β΄ Πανιονίου Συνεδρίου (1938), στα Κερκυραϊκά Χρονικά, τόμ. ΙΓ΄(1967), σσ. 215-224.
--Κόκκινος Διονύσιος, Ελληνική Επανάστασις, τόμοι Α΄, Β΄, Αθήναι 1956.
--Κορδάτος Γιάννης, Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, τόμοι Β΄, Γ΄, Αθήνα 1957.
--Λεκατσάς Αθανάσιος, Η Ιθάκη, τόμ. Γ΄, έκδοση «Φήμιος» Δημοτικές Πολιτιστικές Εκδηλώσεις Ιθάκης, Αθήνα 1999.
--Λουκάτος Σπύρος, «Προσπάθειαι Ελληνο-Συρολιβανικής συμμαχίας κατά των Τούρκων κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν», Μνημοσύνη, τόμ. 3 (1971), σσ. 328-394.
--Λουκάτος Σπύρος, «Κεφαλονίτες και Θιακοί μαχητικοί πρωτοπόροι καατά την Επανάσταση στη Μολδοβλαχία», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τόμ. 1 (1976), σσ. 51-63.
--Λουκάτος Σπύρος, «Επτανησιακά σώματα και η δράσις των κατά τον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας», Μνημοσύνη, τόμ. 4 (1973), σσ. 61-85.
--Λουκάτος Σπύρος, «Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης στην Κεφαλονιά και στην Ιθάκη - Οκτώβρης – Δεκέμβρης 1823», Κυμοθόη, τχ. 14-15 (2005), σσ. 7-24.
--Μεταξάς Κωνσταντίνος, Ιστορικά Απομνημονεύματα εκ της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1878.
--Μοσχόπουλος Γεώργιος, Ιστορία της Κεφαλονιάς, τόμ. 2, Αθήνα 1988.
--Μωραϊτίνης – Πατριαρχέας Ελευθέριος, Νικόλαος Γαλάτης ο Φιλικός, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2002
--Τζουγανάτος Νικόλαος, «Η συμβολή των Κεφαλλήνων στην ανάπτυξη της Φιλικής Εταιρείας», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τόμ. 4 (1982), σσ. 236-265.
--Τρικούπης Σπυρίδων, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Α΄, Αθήναι 1888.
--Φιλήμων Ιωάννης, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, εν Ναυπλία 1834.
--Φιλήμων Ιωάννης, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμοι Α΄, Β΄, Αθήναι 1859.
--Χιώτης Παναγιώτης, Ιστορία του Ιονίου Κράτους, τόμ. Α΄, Ζάκυνθος 1874.

Πέτρος Πετράτος

 

 
ΚΑΒΑΛΑ, ΜΕΣΟΡΟΠΗ, ΜΟΥΣΘΕΝΗ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥΣ
     ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ. 
 ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

 
[Ανακοίνωση στο Γ΄ Διεθνές Συνέδριο Βαλκανικών Ιστορικών Σπουδών (Καβάλα, 17-18 Σεπτ. 2010) με θέμα "Η Καβάλα και τα Βαλκάνια. Η Καβάλα και η Θράκη" - δημοσιευμένη στα Πρακτικά του Συνεδρίου, τ. Β΄, σσ. 647-661, έκδοση Ιστορικού και Λογοτεχνικού Αρχείου Καβάλας, 2012.]

 

           Τα ημερολόγια ή οι επιστολές απλών στρατιωτών ή αξιωματικών, κυρίως κατώτερων, του στρατού, που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια εκστρατειών ή πολεμικών συγκρούσεων,  προκαλούν πάντοτε το ενδιαφέρον του ιστορικού ερευνητή, είναι όμως χρήσιμα κείμενα και για άλλους επιστημονικούς χώρους (γεωγραφίας, οικονομίας, ανθρωπολογίας, ψυχολογίας κ.λπ.). Και τούτο, γιατί οι άνθρωποι αυτοί, γράφοντας συνήθως κάτω από την πίεση των πολεμικών γεγονότων, αποτυπώνουν στο χαρτί ειλικρινείς αγωνίες και σκέψεις, πολιτικές και στρατιωτικές αποτιμήσεις, επηρεασμένες βέβαια από τις συγκεκριμένες στρατιωτικές ή ψυχολογικές συνθήκες της στιγμής, που σχετίζονται πάντως με την προσωπική καθημερινή τους ζωή αλλά και γενικότερα με τις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες της πολεμικής περιόδου στις συγκεκριμένες περιοχές που έδρασαν. Σίγουρα τα τεκμήρια αυτά δεν έχουν πληρότητα ιστορική, ή συνήθως δεν  προσφέρουν άγνωστα στοιχεία που μπορούν να προωθήσουν την έρευνα της Γενικής Ιστορίας, δίνουν όμως τέτοιες λεπτομέρειες, που απουσιάζουν από τα γενικά βιβλία Ιστορίας,  και ταυτόχρονα ενδιαφέρουν την Τοπική Ιστορία ή τη Μικροϊστορία.[1]

           Το 1991 κυκλοφόρησε ένα βιβλίο, μικρού σχήματος, 90 σελίδων με τίτλο Ώρες μάχης και υπότιτλο Ημερολόγιο 23 Φεβρουαρίου - 5 Οκτωβρίου 1913,[2]  όπου δημοσιευόταν το Ημερολόγιο του Κεφαλονίτη στρατιώτη των Βαλκανικών πολέμων Διονυσίου Λιβιεράτου.[3] Τα παιδιά του Αντώνης, Καλή και Δημήτρης βρήκαν το πολύτιμο σημειωματάριο του πατέρα τους[4]  και θεώρησαν καλό να το δημοσιοποιήσουν, επειδή πίστευαν ότι το κείμενό του «βοηθάει να καταλάβει κανείς όχι πώς, αλλά κυρίως γιατί οι εξελίξεις ήταν αυτές που ήταν» (σσ. 14-15).
          Ο Διονύσιος Λιβιεράτος γεννήθηκε στο χωριό Αγία Θέκλη της Κεφαλονιάς το 1888.[5] Αν και σκόπευε να παρακολουθήσει ανώτατες σπουδές, δεν στάθηκε δυνατό, γιατί ο πρόωρος θάνατος του πατέρα του τον ανάγκασε να ξενιτευτεί, για να συντηρήσει την οικογένειά του. Μετανάστευσε το 1906 ή 1907 στην Αιθιοπία, όπου αρχικά εργάστηκε σε εταιρεία συγχωριανών του και στη συνέχεια σε εταιρεία άλλων Κεφαλονιτών, ενώ για τις ανάγκες της εργασίας του ταξίδευε στις γύρω περιοχές (Ερυθραία, Σομαλία, Σουδάν, Αραβία). Όταν ξέσπασε ο Α΄ Βαλκανικός πόλεμος (Οκτ. 1912), βρισκόταν για δουλειά στη Ν. Αφρική και μέχρι να έρθει στην Ελλάδα (ταξίδι 40 ημερών), ο πόλεμος είχε ουσιαστικά τελειώσει. Θα λάβει, όμως, μέρος στο Β΄ Βαλκανικό πόλεμο, και θα ζήσει όλες τις φάσεις του μέχρι  και το δίμηνο μετά την  τυπική λήξη του.
          Αμέσως μετά την απόλυσή του αναχώρησε για τις ΗΠΑ, όπου στην  Καλιφόρνια ασχολήθηκε με την παραγωγή και το εμπόριο φρούτων. Το 1917, όταν οι ΗΠΑ μπήκαν στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, κατατάχθηκε στον αμερικανικό στρατό, μια όμως πνευμονία και μια δύσκολη ανάρρωση δεν του επέτρεψαν να φθάσει στα πεδία των μαχών. Αμέσως μετά τον πόλεμο επέστρεψε στην Καλλιφόρνια, όπου έμεινε μέχρι το 1923. Τότε επανήλθε στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου δημιούργησε οικογένεια, και ασχολήθηκε με διάφορες επιχειρήσεις. Πολιτικά ήταν ενταγμένος στο χώρο του Βενιζέλου, γι’ αυτό και αντιμετώπισε ταλαιπωρίες και κάποιες διώξεις με το κίνημα του 1935 και κατά τον πρώτο καιρό της δικτατορίας Μεταξά. Αν και στην περίοδο της Κατοχής έχασε την περιουσία του, κατόρθωσε στα μεταπολεμικά χρόνια να στήσει και να λειτουργήσει ένα μικρό κατάστημα, για να συντηρήσει την οικογένειά του. Πέθανε  το 1976.
 

          Μετά το σύντομο βιογραφικό του Δ. Λιβιεράτου θεωρούμε απαραίτητο να παρουσιάσουμε σε αδρές γραμμές το Ημερολόγιό  του, για να αντιληφθούμε σε ποιους χώρους και ποιους χρόνους κινήθηκε ο ίδιος και η μονάδα του, δίνοντας ταυτόχρονα όσα ιστορικά στοιχεία είναι απαραίτητα για την κατανόηση της ημερολογιακής αφήγησης.
          Η πρώτη εγγραφή στο Ημερολόγιο γίνεται στις 23 Φεβρουαρίου 1913. Είναι η περίοδος, κατά την οποία οριστικοποιείται η ουσιαστική κατάλυση της τουρκικής κυριαρχίας στα Βαλκάνια, εκφρασμένη λίγο αργότερα με τη Συνθήκη του Λονδίνου στις 17/30 Μαΐου 1913, χωρίς ωστόσο να έχουν ομαλοποιηθεί οι ελληνοβουλγαρικές σχέσεις. Για το λόγο αυτό αρχίζουν οι πρώτες βολιδοσκοπήσεις από την ελληνική προς τη σερβική πλευρά, που θα καταλήξουν στις 19 Μαΐου/1 Ιουνίου 1913 στην υπογραφή της ελληνοσερβικής  ειρήνης,  φιλίας και αμοιβαίας προστασίας.[6] Ο Δ. Λιβιεράτος, έχοντας  έρθει από τη Ν. Αφρική,  βρίσκεται ήδη στη Θεσσαλονίκη και έχει καταταγεί στο 12ο λόχο, στην υπηρεσία σίτισης και μισθοδοσίας της μονάδας (σσ. του βιβλίου 20, 85) του 3ου τάγματος του 21ου συντάγματος της 7ης μεραρχίας.[7] Ο λόχος του στις 23 Φεβρουαρίου αναχωρεί από τη Θεσσαλονίκη και διά θαλάσσης μετακινείται αρχικά προς το παραλιακό Τσάγεζι του Στρυμονικού κόλπου, και από εκεί διά ξηράς μετά από ενδιάμεσες στάσεις φθάνει, στις 7 Μαρτίου 1913, στη Μεσορόπη και την επομένη στη Μουσθένη Καβάλας, όπου θα παραμείνει μέχρι τις 19 Απριλίου (σσ. 17-41).
          Ο λόχος του Δ. Λιβιεράτου έχει την εντολή να εποπτεύει τις γύρω περιοχές (Σέμαλτο, Μετεσελή, Προβίστα) (σσ. 41-49) «διά τον φόβον» των Βουλγάρων, γιατί, στο μεταξύ, οι σχέσεις μεταξύ του ελληνικού και του βουλγαρικού στρατού παρέμεναν τεταμένες. Συνέχεια σημειώνονταν συμπλοκές μικρότερης ή μεγαλύτερης έντασης,[8] οι οποίες  τελικά κατέληξαν στη μάχη της Βουλτσίστας στις 9 Μαΐου, όπου συμμετείχε  και το 3ο τάγμα και ιδιαίτερα οι λόχοι 10ος και 12ος,  μάχη στην οποία  επικράτησαν οι Βούλγαροι, ενώ είχε σοβαρές απώλειες η ελληνική πλευρά (σσ. 49-56). Κάτω από αυτές τις συνθήκες και αναμένοντας νέες συγκρούσεις διατάσσονται το 3ο τάγμα του 20ου συντάγματος και το 3ο τάγμα του 21ου συντάγματος να αναλάβουν τη φύλαξη της γραμμής από Ελευθερές προς Γενήκιοϊ (Ελευθεροχώρι), όπου και παραμένουν μέχρι τις 16 Ιουνίου (σσ. 56-60).[9]
          Η 16η Ιουνίου 1913 είναι η ημέρα της αιφνιδιαστικής και συντονισμένης επίθεσης των Βουλγάρων εναντίον των ελληνικών (στη Νιγρίτα και στις Ελευθερές) και των σερβικών (στη Γευγελή) στρατιωτικών δυνάμεων.[10] Ο 12ος λόχος, που βρισκόταν στην περιοχή των Ελευθερών, υποχωρεί μαζί με τα υπόλοιπα τμήματα, φθάνει  και σταθμεύει στα βουνά απέναντι από τα Βρασνά, εμπλέκεται σε μάχη στις 19 Ιουνίου κοντά στο χωριό Λέντζα με νικηφόρο αποτέλεσμα – μια μάχη που χάρισε στον Κεφαλονίτη στρατιώτη λόγω του ηρωϊσμού του το βαθμό του δεκανέα (σ. 67) - και στις 20 Ιουνίου καταδιώκοντας τον εχθρό μετακινείται προς τη Νιγρίτα, την οποία υποχωρώντας είχαν πυρπολήσει οι Βούλγαροι (σσ. 60-65).[11] Στη συνέχεια, προωθείται μαζί με άλλες μονάδες της 7ης μεραρχίας μέχρι τα χωριά Όρλιακο (Στρυμονικό) και Κόπριβα (Χείμαρρο), για να καλύψουν τη δεξιά όχθη του Στρυμόνα (σσ. 65- 67), αλλά στις 28 Ιουνίου κατευθύνθηκαν προς τις Σέρρες, την οποία  υποχωρώντας είχε πυρπολήσει ο βουλγαρικός στρατός, έσωσαν όμως τη Δράμα αλλά όχι το Δοξάτο (σσ. 65-71).[12] Στο μεταξύ, οι Βούλγαροι στις 25 Ιουνίου εκκένωναν την Καβάλα και την επόμενη ημέρα την κατελάμβανε ο ελληνικός στόλος.[13]
           Στις 3 Ιουλίου οι μονάδες της 7ης μεραρχίας ξεκινούν για το Νευροκόπι, το οποίο καταλαμβάνουν, αφού προηγήθηκε η σφοδρή μάχη της Κοπρίλιανης, «η ωραιοτέρα σελίς διά την 7ην Μεραρχίαν» κατά τον Κεφαλονίτη στρατιώτη (σ. 74). Συνεχίζουν προς βορειοδυτικά με συνεχείς νικηφόρες μάχες απωθώντας τα εχθρικά στρατεύματα πέρα από την περιοχή του όρους Ορβήλου προς την Άνω Τσουμαγιά, αναγκάζονται όμως στις 17 Ιουλίου να κατευθυνθούν προς τα πίσω, για να αντιμετωπίσουν αιφνίδια εχθρική απειλή στα νώτα τους (στα υψώματα στα βόρεια της πεδιάδας του Σιμιτλή), την οποία αποφεύγουν χάρη στην ηρωϊκή κεραυνοβόλα αντεπίθεση του 21ου συντάγματος και κυρίως του 3ου τάγματος (στη θέση Καρακόλι στον αυχένα του Πρέντελ Χαν). Η μάχη, όμως,  που ακολουθεί την επόμενη ημέρα,  είναι φονική για την ελληνική πλευρά, την οποία ωστόσο σώζει από το μεσημέρι της ίδιας ημέρας  (18 Ιουλίου) η έναρξη της πενθήμερης ανακωχής (σσ. 71-81).[14]
          Στη διάρκεια αυτής της ανακωχής οι λόχοι του 3ου τάγματος μετακινούνται προς νότια και στις 27 Ιουλίου, ενώ βρίσκονται μαζί με το 21ο σύνταγμα στο χωριό Μουσάμιστα της περιοχής Νευροκοπίου, τους ανακοινώνεται το διάταγμα της λήξης του πολέμου. «[…] η χαρά μας είναι άφατος διότι ελπίζομεν ότι τα βάσανά μας ετελείωσαν πλέον», σημειώνει στο Ημερολόγιο ο Δ. Λιβιεράτος (σ. 83). Την επόμενη ημέρα, 28 Ιουλίου/ 10 Αυγούστου 1913 θα υπογραφόταν στο Βουκουρέστι η ομώνυμη συνθήκη ειρήνης μεταξύ Βουλγαρίας από τη μια πλευρά, και Ελλάδας, Σερβίας, Μαυροβουνίου και Ρουμανίας από την άλλη.[15]
          Η χαρά, όμως του Κεφαλονίτη στρατιώτη και των άλλων συμπολεμιστών του δεν κράτησε πολύ. Νεότερη διαταγή όριζε να σχηματίσουν οι μονάδες τους προφυλακές στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, ενώ οι αποστρατεύσεις γίνονταν περιορισμένα. Μετά από δυο περίπου μήνες παραμονής στα σύνορα, μετακινούνται προς τη Δράμα, από εκεί στις 26 Σεπτεμβρίου φθάνουν και  καταυλίζονται κοντά στο Τσιφλίκι Τσερπαντή έξω από την απελευθερωμένη ήδη Καβάλα, στην οποία παρελαύνουν, και την επόμενη ημέρα καταυλίζονται λίγο πιο δυτικά, στο χωριό Εσκίκιοϊ. Στις 28 και 29 του ίδιου μήνα δημοσιοποιούνται οι προβιβασμοί των αξιωματικών - ο ίδιος προβιβάζεται σε λοχία – προβιβασμοί που προκαλούν τα καυστικότατα αρνητικά σχόλια του Κεφαλονίτη στρατιώτη, καθώς τους θεωρεί σε αρκετές περιπτώσεις άδικους και μεροληπτικούς.[16] Τελικά, στις 5 Οκτωβρίου 1913 η 7η μεραρχία επιθεωρείται στην πεδιάδα του Σερί-Σαμπάν (Χρυσούπολης) από το βασιλιά Κωνσταντίνο (σσ. 83-90).  Και στο σημείο αυτό τελειώνει το Ημερολόγιο του Κεφαλονίτη στρατιώτη. Εξυπακούεται ότι η αποστράτευση ήταν πια ζήτημα ημερών.

 
           Έχοντας υπόψη μας τη γενικότερη εικόνα δράσης του Δ. Λιβιεράτου και της μονάδας του στο χώρο της ανατολικής Μακεδονίας, μπορούμε στη συνέχεια να σταθούμε στα μέρη μόνο εκείνα του Ημερολογίου που αναφέρονται σε χωριά και στην πρωτεύουσα του νομού Καβάλας. Θα πρέπει, βέβαια, στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι ο συντάκτης του Ημερολογίου χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα της εποχής του, διαθέτοντας βέβαια λεξιλογικό πλούτο,  ενώ το ύφος της γραφής του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και ακρίβεια, κυριολεξία και φυσικότητα. Η αφήγησή του είναι παραστατική και οι περιγραφές του εκφραστικές – περιγραφές φυσικών τοπίων,[17] περιγραφές φυσικών φαινομένων,[18] συγκλονιστικές περιγραφές μαχών.[19] Εύκολα γίνονται αντιληπτές οι ιστορικές του γνώσεις για την αρχαία Ελλάδα,[20] αλλά φαίνονται και οι προβληματισμοί του για φιλοσοφικού,  κοινωνικού και πολιτισμικού περιεχομένου ζητήματα.[21] Τον απασχολούν, επίσης, και πρακτικά προβλήματα, όπως για παράδειγμα η ψυχολογική κατάσταση των στρατιωτών εξαιτίας της αδιανόητης για τον ίδιο υποχωρητικής στάσης των ιθυνόντων του στρατού απέναντι στους Βουλγάρους μετά από ελληνικές νίκες,[22] ή εξαιτίας των άδικων προβιβασμών των αξιωματικών,[23] οι ελλείψεις της στρατιωτικής υγειονομικής υπηρεσίας, η εθνικότητα των ντόπιων πληθυσμών, το μορφωτικό επίπεδο των κατοίκων, η τύχη των προσφύγων.[24]
          Στις 7 Μαρτίου 1913 ο λόχος του Δ. Λιβιεράτου φθάνει στη Μεσορόπη,[25] όπου διανυκτερεύει σε σπίτια του χωριού. Η δική του η ομάδα φιλοξενείται στο σπίτι «ενός των προυχόντων» του χωριού, ο οποίος περιποιείται τους φιλοξενούμενούς του στρατιώτες με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Οι εκπλήξεις για τους τελευταίους είναι δύο: δείπνο πλουσιότατο, κατάκλιση αναπαυτικότατη. Σημειώνει για το πρώτο: «Θέτομεν κατά μέρος πάσαν εντροπήν και καταβροχθίζομεν ως πειναλέοι λύκοι άπαντα τα προσκομιζόμενα ημίν φαγητά, τιμήσαντες μέχρι διαρρήξεως την αδηφάγον γαστέρα μας». Είναι, όμως, επιφυλακτικοί αν πρέπει να κοιμηθούν και να λερώσουν  το  κρεβάτι το στρωμένο «με απαστραπτούσας εκ λευκότητος σινδόνας και χιονόλευκα και πλήρη κεντημάτων προσκεφάλαια». Τελικά, αναφέρει, «προ της απολύτου ανάγκης ευρισκόμενοι εκδυόμεθα και αφού μετά μεγάλης προσοχής και κατά το ενόν απαλλάττομεν τα εσώρρουχά μας εκ των αναιδών και πειρακτικών ζωϋφίων μας [των ψύλλων, εννοείται], κατακλινόμεθα προς ύπνον με την ρητήν μεταξύ μας υπόσχεσιν ότι την επομένην πρωΐαν προσεκτικώς και επισταμένως θα ερευνήσωμεν μήπως οι μικροί σύντροφοί μας, ζηλεύσαντες την λευκότητα και καθαριότητα των σινδόνων μάλλον ή τα αμφιβόλου καθαριότητος ενδύματά μας, εδραπέτευσαν και τούτου συμβάντος όπως τιμωρήσωμεν αυτούς δεόντως διά την λιποταξίαν των» (σ. 34).
          Την επόμενη ημέρα, μετά από πορεία 1 ½ ώρας,  φθάνουν στη Μουσθένη,[26] όπου  κατασκηνώνουν και παραμένουν μέχρι τις 19 Απριλίου (σσ. 35-41). Εννοείται ότι εκεί γιόρτασαν την εβδομάδα των Βαΐων και του Πάσχα (14 Απριλίου), ευρισκόμενοι βέβαια σε επιφυλακή με φρουρές εγκατεστημένες στα χωριά Σαμόκοβο,[27] Αυλή[28] και Δεμερλή[29] και στην περιοχή των Ελευθερών[30] απέναντι σε πολυπληθέστερες βουλγαρικές δυνάμεις, με τις οποίες έρχονταν σχεδόν καθημερινά σε προστριβές και κάποιες φορές σε φονικές συγκρούσεις.
          Η 40ήμερη παραμονή ήταν αρκετή, για να γνωρίσει ο 25χρονος Κεφαλονίτης στρατιώτης τον τόπο και τους ανθρώπους του. Φιλομαθής ο ίδιος και ερευνητικός, συλλέγει πληροφορίες για την περιοχή, τις οποίες και καταγράφει στο Ημερολόγιό του. Και είναι ενδιαφέρουσα για το σύγχρονο μελετητή της τοπικής καβαλιώτικης ιστορίας η άποψη ενός τρίτου, που προέρχεται από την άλλη άκρη της Ελλάδας, από το Ιόνιο, και κουβαλάει μια άλλη παιδεία και κουλτούρα, διαφορετική σε αρκετά σημεία από εκείνη του τόπου, στον οποίο τώρα βρίσκεται ως στρατιώτης. Τον απασχολεί το ανθρωπογενές περιβάλλον: ο αριθμός των κατοίκων, η εθνολογική κατανομή του πληθυσμού, η λειτουργία ελληνικού σχολείου, ο βαθμός εθνικής συνείδησης των κατοίκων, η συμπεριφορά των ντόπιων απέναντι στον ελληνικό ή στο βουλγαρικό στρατό και απέναντι στους Τούρκους. Όλα τα παρατηρεί και τα ερευνά. Δε σημαίνει πως πάντα είναι σωστός στις εκτιμήσεις του. Διατυπώνει, όμως, κάποιες καίριες παρατηρήσεις, που δεν μπορεί παρά να ληφθούν σοβαρά υπόψη.
          Προβαίνει στη σύγκριση των κατοίκων των δύο σχετικά γειτονικών χωριών, της Μουσθένης – εκεί που στρατοπέδευσαν για 40 ημέρες - και της Μεσορόπης – εκεί που είχαν την υπέροχη διανυκτέρευση - (σσ. 38-40), καθώς έχει εντοπίσει μια ουσιώδη διαφορά:  στο πρώτο χωριό «το αίσθημα το ελληνικόν κατά πολύ υστερεί» (σ. 38), ενώ στο δεύτερο «η φιλοπατρία και ο προς την ελευθερίαν έρως είναι ανεπτυγμένα εις τον υπέρτατον βαθμόν» (σ. 39).  Και την  υστέρηση του ελληνικού αισθήματος της Μουσθένης τη συμπεραίνει από τις κουβέντες πολλών χωρικών, οι οποίοι «ηκούσθησαν λέγοντες εις στρατιώτας ότι επερνούσαν πολύ καλά και μετά των Τούρκων» (σ. 38). Χωρίς, βέβαια, να ψέγει γι’ αυτό όλους τους Έλληνες χωρικούς, ωστόσο, συμπεραίνει ότι «είναι λίαν λυπηρό να είπη τις ότι οι πλείστοι εξ αυτών μάλλον δυσηρεστήθησαν εκ της απελευθερώσεώς των από του τουρκικού ζυγού» (σ. 39).
          Προσπαθώντας  να εξηγήσει αυτή τη συμπεριφορά αναφέρει ότι στη Μουσθένη η αναλογία του πληθυσμού είναι υπέρ των Τούρκων: από τα 400 σπίτια μόνο τα 100 είναι ελληνικά. Το μικτό δημοτικό σχολείο,  που λειτουργεί στο χωριό, φαίνεται ότι δεν είναι ικανό να διαπαιδαγωγήσει εθνικά τους μικρούς μαθητές του. Επομένως, κατά τη γνώμη του, αυτή η κατάσταση οφείλεται στο συγχρωτισμό των Ελλήνων με τους πολυπληθέστερούς τους Τούρκους. Οι τελευταίοι μέσα από τη συχνή επαφή και επικοινωνία επέδρασαν στους ολιγάριθμους Έλληνες, οι οποίοι με την πάροδο του χρόνου, αλλάζοντας νοοτροπίες και συμπεριφορές, συνήθισαν «να υπακούωσιν τυφλώς εις τας θελήσεις και διαταγάς των [Τούρκων] δεσποτών των», καθώς διαπίστωναν ότι έτσι «διά της τοιαύτης απολύτου υπακοής» απέφευγαν «τα μαρτύρια και τας βασάνους του προ αιώνων δυνάστου» και συμβίωναν αρμονικά μαζί του.
          Αντίθετα, στο γειτονικό χωριό Μεσορόπη τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Οι κάτοικοι, που  για ημέρες πανηγύριζαν την απελευθέρωσή τους, είναι πρόσχαροι και καταδεκτικοί με τους στρατιώτες, έχουν μάλιστα συγκροτήσει μια δυναμική ομάδα 100-150 οπλισμένων νέων, έτοιμων να δράσουν κάτω από τις διαταγές του ελληνικού στρατού. Σίγουρα αυτή η προθυμία και αυταπάρνηση εκλαμβάνεται από κάθε Έλληνα στρατιώτη ως «ανταμοιβή» και «ηθική ανακούφιση»,  καθώς διαπιστώνει ότι έτσι ο αγώνας του δεν πάει χαμένος, σε αντίθεση με την αδιάφορη και κάποτε αμφίβολη στάση των Ελλήνων της Μουσθένης, στάση που προκαλούσε «την χειρίστην εντύπωσιν και πικράν απογοήτευσιν» (σ. 38) στους στρατιώτες, οι οποίοι προσπαθούσαν με τόσες ταλαιπωρίες να απελευθερώσουν τις περιοχές τους. Επίσης, οι Μεσοροπίτες,  σχεδόν στο σύνολό τους, ανταποκρίθηκαν πρόθυμα στην πρόσκληση του στρατού να βοηθήσουν στην κατασκευή δρόμου βατού για το πεδινό πυροβολικό μεταξύ Τσάγεζι και περιοχής Πιερέων, σε αντίθεση με τους Μουσθενίτες, των οποίων η ισχνή συμμετοχή προκάλεσε την επιβολή προστίμου στους αρνούμενους τη βοήθεια τους.
          Αυτή ακριβώς η διαφορά, εύκολα αντιληπτή από το σύνολο των στρατιωτών, καθόριζε και τη συμπεριφορά των τελευταίων απέναντι στους κατοίκους των δύο χωριών. Παρ’ όλο που είχαν στρατοπεδεύσει στη Μουσθένη, έφευγαν οι στρατιώτες για τη Μεσορόπη, προκειμένου εκεί να περάσουν καλύτερα τις ελεύθερες ώρες τους συναναστρεφόμενοι σωστούς πατριώτες και εγκάρδιους  ανθρώπους. Επειδή, όμως, είχαν γίνει κανόνας αυτές οι μετακινήσεις, η διοίκηση της μονάδας αναγκάσθηκε να τις απαγορεύσει με την τοποθέτηση περιπόλου. Αλλά και πάλι η επικοινωνία δε σταμάτησε, γιατί τώρα οι ίδιοι οι κάτοικοι της Μεσορόπης πήγαιναν  στη Μουσθένη, για να συναντήσουν τους στρατιώτες, με τους οποίους είχαν ήδη γνωριστεί και συνδεθεί.
          Ιδιαίτερη είναι η χαρά και η ανακούφιση του Δ. Λιβιεράτου, όταν ο ελληνικός στρατός γίνεται αντικείμενο θερμών εκδηλώσεων από τους κατοίκους ενός χωριού ή μιας πόλης. Και τούτο, γιατί εκλαμβάνεται ως ηθική ανταμοιβή: «Φαντάσθητε», σημειώνει με την ευκαιρία μιας συγκινητικής υποδοχής, «δουλείαν 4,5 αιώνων και αίφνης χωρίς να το αναμένουν να δίδωμεν εις τους αδελφούς μας το Ευαγγέλιον της ελευθερίας και ο απελευθερωτής αυτών στρατός να διέρχεται προ αυτών υπερήφανος και δαφνοστεφής» (σ. 28).
          Με σύντομα αλλά ουσιαστικά λόγια αναφέρεται στην υποδοχή των κατοίκων της Καβάλας, όταν στις 26 Σεπτεμβρίου 1913 εισέρχονται στην πόλη οι ελληνικές στρατιωτικές μονάδες. Θυμίζουμε ότι ήδη από τις 26 Ιουνίου η πόλη βρισκόταν κάτω από ελληνική διοίκηση,[31] αυτό όμως δεν είχε προδικάσει την ένταξή της στα υπό επέκταση σύνορα του ελληνικού κράτους. Η αξιόλογη στρατηγική της θέση την έκανε αντικείμενο σφοδρών συζητήσεων κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, που προηγήθηκαν της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1913).[32] Τελικά, η διπλωματική μάχη κερδήθηκε, αλλά κανείς δεν μπορεί να μη συμμεριστεί τους φόβους και τις αγωνίες του καβαλιώτικου ελληνικού πληθυσμού μέχρι την οριστική υπογραφή της Συνθήκης.
          Γι’ αυτό τώρα, δυο μήνες μετά την  υπογραφή, καθώς πρόκειται να παρελάσουν στην πόλη της Καβάλας οι ελληνικές στρατιωτικές μονάδες, οι κάτοικοι έχουν κατακλύσει τους δρόμους από το πρωί για την υποδοχή. «Εισερχόμεθα εις την πόλιν με επ’ ώμου-αρμ και ηχούντων των σαλπίγγων και παρελαύνομεν δι’ αυτής με την αυτήν τάξιν. […] Οι κάτοικοι μας υποδέχονται εν φρενιτιώδει ενθουσιασμώ και ραίνουσιν ημάς με άνθη και αρώματα» (σ. 87).[33] Να σημειώσουμε εδώ ότι την επόμενη ημέρα, 27 Σεπτεμβρίου, το 3ο τάγμα, στο οποίο υπαγόταν ο λόχος του Δ. Λιβιεράτου, καταυλίσθηκε στο χωριό Εσκίκιοϊ, το οποίο «κείται εντός μιας χαράδρας και αποτελείται το όλον από 9 οικίας» (σ. 88).[34]
          Ξεχωριστό ενδιαφέρον αποκτούν οι πληροφορίες του Κεφαλονίτη στρατιώτη, που αναφέρονται σε στοιχεία του δομημένου περιβάλλοντος των πόλεων, στις οποίες εισέρχεται ο ελληνικός στρατός. Παρατηρητικός ο ίδιος, εξετάζει την κομψότητα και ωραιότητα των οικοδομών και γενικότερα τη λειτουργικότητα του συνολικού αστικού πολεοδομικού συγκροτήματος. Ειδικά για την Καβάλα σημειώνει, προφανώς με υπερηφάνεια: «Κατάπληξιν μας προξενεί η ωραιότητα της πόλεως ταύτης, τα λαμπρά αυτής κτίρια αλλά προπάντων η ελληνικότης αυτής». Για να καταλήξει συμπερασματικά: «Ουδεμία άλλη πόλις εξ όσων διήλθομεν έχει το μεγαλείον, την ελληνικότητα και την ωραιότητα της Καβάλας» (σ. 87).
          Ο Δ. Λιβιεράτος είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος απέναντι στον ανθρώπινο πόνο, απέναντι στις ταλαιπωρίες που υφίστανται οι κάτοικοι εξαιτίας των πολεμικών συγκρούσεων.[35] Όταν περιγράφει τις ουρές των προσφύγων, η πένα του δονείται από  ένταση και πάθος, η ημερολογιακή σημείωση μετατρέπεται σε συγκλονιστικό δημοσιογραφικό ρεπορτάζ. Άλλωστε, ο ίδιος είναι μάρτυρας τέτοιων γεγονότων. Είναι η 16η  Ιουνίου, μετά το μεσημέρι, όταν οι ελληνικές προφυλακές στη Νιγρίτα και τις Ελευθερές δέχονται αιφνιδιαστικά την επίθεση των Βουλγάρων. Ο ελληνικός στρατός υποχωρεί  προς τη γέφυρα του Τσάγεζι[36] και τον ακολουθούν οι κάτοικοι της περιοχής. Οι «δυστυχείς» κάτοικοι της Μουσθένης και της Μεσορόπης, για να αποφύγουν «το φάσγανον των απογόνων του Κρούμου»,[37] υποχωρούν με ό,τι είναι δυνατόν να πάρουν από την κινητή περιουσία τους. «Κατά εκατοντάδες φθάνουσιν επί της γεφύρας γέροντες, άνδρες, γυναίκες, κοράσια και παιδία αναμεμιγμένοι με παντός είδους κτήνη και προσπαθούσιν τις πρώτος να διέλθη την γέφυραν. Το θέαμα είναι φρικτόν. Νεογνά κλαίουσιν εις τας αγκάλας των μητέρων των, παιδία και κοράσια οιμόζουσιν σπαράσσοντα τον ακούοντα αυτά και εν γένει εις πάντων τα πρόσωπα φαίνεται η απογοήτευσις και η απελπισία. Διέρχονται, διέρχονται [τη γέφυρα] και το καραβάνιον τούτο δεν έχει τέλος» (σ. 61).[38]

 
          Προσπαθήσαμε να δώσουμε την εικόνα της Καβάλας, της Μεσορόπης και της Μουσθένης και των κατοίκων τους κατά την περίοδο λίγο πριν, κατά τη διάρκεια και λίγο μετά από το Β΄ Βαλκανικό πόλεμο, όπως την αποκομίσαμε διαβάζοντας το Ημερολόγιο του 25χρονου Κεφαλονίτη στρατιώτη Δ. Λιβιεράτου. Ο τελευταίος με κάθε αμεσότητα και ειλικρίνεια, χωρίς σκοπιμότητες και μεροληψίες, καθώς δεν καταγόταν από εκείνη την περιοχή,  σημείωνε στο Ημερολόγιό του ό,τι έβλεπε, ό,τι σκεφτόταν και ό,τι αισθανόταν. Οι στάσεις και συμπεριφορές, σύμφωνα πάντα με το στρατιώτη-ημερολογιογράφο, των κατοίκων αυτών των οικισμών είναι αρκετά ενδιαφέρουσες, χρειάζονται όμως παραπέρα επεξεργασία και μάλιστα από ερευνητή-μελετητή της καβαλιώτικης Τοπικής Ιστορίας. 
 
 
Πέτρος Πετράτος 
         
       

         

           

         

 

 

 

  




[1]  Βλ. Λύντια Τρίχα, «Εισαγωγή», στο Ημερολόγια και γράμματα από το μέτωπο. Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913, Εισαγωγή – Επιμέλεια Λύντια Τρίχα, έκδοση Εταιρείας Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα 1993, σ. 11.
2  Διονύσιος Λιβιεράτος, Ώρες μάχης. Ημερολόγιο  23 Φεβρουαρίου – 5 Οκτωβρίου 1913, εκδ. Ελληνική Ευρωεκδοτική, [Αθήνα 1991].
 3 Αρχικά ο Δ. Λιβιεράτος είχε δυο επώνυμα, Πετράτος-Λιβιεράτος – κάτι άλλωστε συνηθισμένο στην Κεφαλονιά – τελικά όμως κράτησε το ένα, το Λιβιεράτος.
 [4] Πρόκειται για «ένα μικρό σημειωματάριο, διαστάσεων 7 εκ. x  11 εκ., ένα ‘’μπακαλοτέφτερο’’ όπως το έλεγαν, [όπου έγραφε] με καλοξυμένο μελανί μολύβι, που δεν αλλοιωνότα», Δ. Λιβιεράτος, ό.π., σ. 8.
[5] Τα σύντομα βιογραφικά στοιχεία που ακολουθούν προέρχονται από το «Βιογραφικό», που δημοσιεύουν τα παιδιά του Κεφαλονίτη στρατιώτη στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, σσ. 7-9.
[6] Βλ. Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, «Η Συνθήκη του Λονδίνου» και «Ο Β΄ Βαλκανικός πόλεμος. Η ελληνοσερβική φιλία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΔ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, σσ. 330-339.
[7] Η 7η μεραρχία είναι εκείνη που κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια ανέλαβε την περιφρούρηση των Νέων Χωρών ανατολικά του Αξιού, βλ. Νικόλαος Οικονόμου, «Ο Α΄ Βαλκανικός πόλεμος», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σσ. 297-298, 302.
[8] Παρ’ όλο που από τις 30 Μαρτίου μέχρι τις 26 Απριλίου λειτουργούσε σε καθημερινή σχεδόν βάση μικτή ελληνοβουλγαρική επιτροπή για την πρόληψη τέτοιων συμπλοκών, τα αποτελέσματά της ήταν μηδαμινά, βλ. Ν. Οικονόμου, «Ο Β΄ Βαλκανικός πόλεμος. Οι επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού», ό.π., σ. 339.
[9] Στο μεταξύ, με βάση κοινό πρακτικό, που είχε υπογραφεί στις 21 Μαΐου από την ελληνική και τη βουλγαρική κυβέρνηση και καθοριζόταν η γραμμή διαχωρισμού των δύο στρατών, η 7η μεραρχία «τοποθετήθηκε ανάμεσα στον κόλπο του Σταυρού και στη Βόλβη, έτσι ώστε το δεξιό της να υποστηρίζεται από το στόλο», ό.π., σ. 339.
[10] Βλ. ό.π., σσ. 341-342. Ενδιαφέρον και με πλούσια τεκμηρίωση για το νέο πόλεμο, που άρχισε ακήρυκτος,  είναι το κεφάλαιο «Η ‘’μαχαιριά εκ των όπισθεν’’» από το βιβλίο του ανταποκριτή των Times Κρώφορδ Πράις, Οι Βαλκανικοί αγώνες. Πολιτική και στρατιωτική ιστορία των εν Μακεδονία Βαλκανικών πολέμων, εκδ. Εκάτη, Αθήνα 2007 (β΄ έκδ.), σσ. 205-216.
[11] Πρβλ. Ν. Οικονόμου, ό.π., σσ. 342, 344.
[12] Πρβλ. ό.π., σσ. 344, 345-346. Για την πυρπόληση και τις βουλγαρικές σφαγές στις Σέρρες και στο Δοξάτο βλ. Κρ. Πράϊς, ό.π.,, στο κεφάλαιο «Αι βουλγαρικαί φρικαλεότητες», σσ. 279-285.
[13] «[…] στις 25 Ιουνίου [οι Βούλγαροι] εκκένωσαν την Καβάλα [την οποία κατείχαν εκδιώκοντας τους Τούρκους από τον Οκτώβριο του 1912] και ακολούθησε γενική υποχώρηση του αριστερού της 2ης [βουλγαρικής] στρατιάς προς τα βόρεια. Στις 26 Ιουνίου, όταν επιβεβαιώθηκε η υποχώρηση, ο [ελληνικός] στόλος κατέλαβε την Καβάλα με τα αντιτορπιλλικά ‘’Δόξα’’, ‘’Πάνθηρ’’ και ‘’Ιέραξ’’», Ν. Οικονόμου, ό.π., σ. 345.
[14] Πρβλ. ό.π., σσ. 347-349, 350-351. Σ’ ένα άλλο Ημερολόγιο εκείνης της εποχής, του αξιωματικού του ιππικού της 1ης μεραρχίας Κων. Τιμ. Βάσσου, διαβάζουμε για  εκείνες της ώρες της αναμονής της ανακωχής: «Είναι αστείον το θέαμα να βλέπη κανείς αξιωματικός δύο στρατών οι οποίοι μέχρι προ 5 λεπτών ετυφεκίζοντο, να αλληλοπροσφέρονται τσιγάρα και να συνομιλούν φιλικώς μεταξύ των», Ημερολόγια και γράμματα από το μέτωπο…, ό.π., σ. 212.
[15] Βλ. Κ. Σβολόπουλος, «Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σσ. 352-354. Για την πρόσκτηση των νέων εδαφών και πληθυσμών και γενικότερα για τη δημιουργία της νέας Ελλάδας συνέβαλαν προφανώς πρώτα και κυρίως η τόλμη και η αυτοθυσία των απλών στρατιωτών, των χιλιάδων Λιβιεράτων, που αποτελούσαν τον ελληνικό στρατό.
[16] Αξίζει να σημειώσουμε κάποιες εκτιμήσεις και σκέψεις από το Ημερολόγιο του Δ. Λιβιεράτου για τους προβιβασμούς αυτούς (σσ. 88-89): «Προβιβάζονται το όλον 75 λοχαγοί εις Ταγματάρχας και ο ιδικός μας [του 3ου τάγματος] ταγματαρχεύων Στημοναράς Γεώργ. μένει έξω και δεν προβιβάζεται. Ω της αδικίας, εάν υπάρχη αξιωματικός δράσας εν τω δευτέρω πολέμω δεν είναι άλλος από τούτον. […] Προβιβάζονται άλλοι οίτινες δεν ήκουσαν τον κρότον  του τηλεβόλου και μένει έξω εκείνος όστις έθεσε το στήθος του προπύργιον της τιμής της πατρίδος. Εκείνος όστις εκέρδισε τα τηλεβόλα του Νευροκοπίου, εκείνος όστις έδωσε την νίκην εις την μάχην της Κρεμίνσκας, εκείνος όστις έσωσε την Μεραρχίαν από την αιχμαλωσίαν κατά την μάχην του Πρέντελ Χαν. […] Ελλάς-Ελλάς, πάντοτε αυτή θα είσαι […] η καρδία σου εισέτι γέμει σαπίλας και δυσωδίας. Ουδέποτε θα εξαλειφθή από τα σπλάχνα σου το ρουσφέτι, ουδέποτε θα βαδίση την ευθείαν οδόν της αληθείας και της δικαιοσύνης […]. Αλλ’ εν περιπτώσει και τρίτου πολέμου τις των τόσο πασιφανών αδικηθέντων τούτων αξιωματικών θα θέση πάλιν το στήθος του φρούριον της τιμής της πατρίδος του […] απαντήσατε σεις οι ιθύνοντες και γαλονοφόροι, τις θα είναι ούτος; Εκείνοι ους επροβιβάσατε εντός των γραφείων; Αλλ’ εκείνοι πάλιν μένουν εις τας θέσεις των κι αν ακόμη 10 πολέμους κάμη η Ελλάς. […] σας εναπομένουν πάλιν οι αυτοί. Αλλ’ οίμοι!!! Ούτοι απογοητευθέντες πλέον δεν θα είναι εκείνοι οίτινες ήσαν πριν και δικαίως, τούτο πρέπει να το περιμένωμεν. Αλλοίμονόν σου Ελλάς εάν και τρίτον πόλεμον επιχειρήσης, δεν γνωρίζω ποία θα είναι η τύχη σου». Πίκρα και παράπονα από έναν ειλικρινή,  γνήσιο πατριώτη, που αγωνιά για την πορεία της πατρίδας του. Παρόμοια είναι και η εκτίμηση ενός αξιωματικού του ιππικού της 1ης μεραρχίας, του Κων. Τιμ. Βάσσου,  για τους  προβιβασμούς του Μαΐου του 1913, καθώς προβιβάστηκαν «πλείστοι τελείως ανίκανοι αξιωματικοί […]. Πάντοτε αστείον κράτος. Διά των προαγωγών αυτών οπισθοδρομεί το στράτευμα κατά έτη», Ημερολόγια και γράμματα από το μέτωπο…, ό.π., σ. 196.
[17] Η περιγραφή του Αγίου Όρους, καθώς περνούν με το ατμόπλοιο δίπλα του κατευθυνόμενοι προς το Τσάγεζι, είναι υπέροχη: «[…] Όρος πανύψηλον, κεκαλυμμένον υπό πυκνής χιόνος φαίνεται ως να είναι ενδεδυμένον την εορτινήν αυτού στολήν […]. Η φύσις εφάνη λίαν δαψιλή εις το μέρος τούτο και ο οφθαλμός του παρατηρητού επαναπαύεται επί βαθυσκίων δασών και απεράντων εκτάσεων εκ χλόης […]», σ. 18.
[18] Οι βροχές και οι καταιγίδες, που ήταν από τους καθημερινούς εφιάλτες των στρατιωτών, αποτελούν για την πένα του Κεφαλονίτη στρατιώτη άριστο υλικό για ζωντανές, παραστατικές περιγραφές: «[…] η βροχή ήρχισε πίπτουσα κατ’ αρχάς μεν σιγανή, κατόπιν δε ραγδαιοτάτη, συνοδευομένη υπό φοβερού ανεμοστροβίλου […].Είχομεν κατακλιθεί προς ύπνον οπόταν φοβερός ανεμοστρόβιλος μετά ραγδαίας βροχής μας καταρρίπτει δύο των ορθοστατών της σκηνής μας και μας αναγκάζει εν μέσω του πανδαιμονίου τούτου να εξέλθωμεν όπως διορθώσωμεν αυτήν, όπερ και κατορθώσαμεν αφού εννοείται εβράχημεν μέχρις οστέων. […] Δεν προφθάνομεν να εισέλθωμεν εις την σκηνήν μας οπότε δευτέρα και ισχυροτέρα ορμή ανέμου μας θραύει όλους τους ορθοστάτας και ρίπτει την σκηνήν εφ’ ημών. […]», σσ. 42-43.
 
[19] «[…] μόλις είχομεν κατέλθει εις την πεδιάδα του Νευροκοπίου ήρχισεν να μας βάλλη το εχθρικόν πυροβολικόν. […] Η προέλασίς μας δεν είναι προέλασις στρατού μαχομένου, αλλ’ ανέμου. […] Ο Ταγματάρχης […] προχωρεί εμπρός επί του ίππου του και ημείς τον ακολουθούμεν μη λογαριάζοντες τας βολάς ούτε του πυροβολικού ούτε του πεζικού. Την ταχείαν προέλασιν υποβοηθεί και η ραγδαιοτάτη βροχή καθώς καθιστάμεθα σχεδόν αόρατοι. Προχωρούμεν πάντοτε εμπρός. […] Διατασσόμεθα εφ’ όπλου λόγχην και έφοδον επί των τηλεβόλων. Ο λοχαγός μας τρέχει πρώτος. […]», σσ. 72-73.
[20] Κάνει λόγο για την αρχαία Όλυνθο, «δι’ ην ο μέγας Δημοσθένης εξεφώνησε ποτε τους τρεις περίφημους Ολυνθιακούς» (σ. 18),θυμάται το «θάλαττα, θάλαττα» των στρατιωτών του Ξενοφώντα (σ. 29), αναφέρεται στο Μ. Αλέξανδρο, όταν βρίσκεται η μονάδα του στο Γενίκιοϊ, το οποίο «δεν είναι άλλο ή η αρχαία Αμφίπολις, η πόλις εις ην είδε το πρώτον φως της ημέρας ο μεγαλόπνους εκείνος ανήρ» (σ. 32) – αν και εδώ κάνει λάθος, καθώς ο Αλέξανδρος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πέλλα.
[21] Αναφέρουμε, για παράδειγμα, τον προβληματισμό του για τη γνησιότητα των ανθρώπων της υπαίθρου και της παράδοσής τους σε σχέση με ό,τι γίνεται στα αστικά κέντρα: «[…] ο ψευδοπολιτισμός δεν εισεχώρησεν ακόμη εις τα μέρη ταύτα […]. Πόσον ευτυχέστεροι είναι αυτοί ημών των καλουμένων πεπολιτισμένων. […]», σ. 26.
[22] Όταν, για παράδειγμα, στις 29 Απριλίου οι Έλληνες εκτόπισαν τους Βουλγάρους μέχρι το Πράβιο (σημερινή Ελευθερούπολη) και τους νίκησαν στις Ελευθερές (σσ. 45-48), οι ανώτερες στρατιωτικές αρχές διέταξαν υποχώρηση στα πριν από τις μάχες αυτές μέρη, γεγονός με αρνητικές συνέπειες στο ηθικό των Ελλήνων στρατιωτών, οι οποίοι βλέπουν ότι πηγαίνουν χαμένες οι θυσίες τους, «αφού διά  του αίματός των κερδίζουν έδαφος και κατόπιν αποσύρονται δι’ αναγκαστικής υποχωρήσεως» (48). Έτσι, σημειώνει χαρακτηριστικά ο Κεφαλονίτης στρατιώτης-ημερολογιογράφος, «το ηθικόν του στρατού θα φθάση εις πολύ κακόν σημείον […], διότι ο στρατιώτης βλέπων ότι διακινδυνεύει την ζωήν του άνευ ουδεμιάς ωφελείας φυσικώ τω λόγω θα απογοητευθή και αλλοίμονον πλέον όταν εις στρατόν τινα εισχωρήση η απογοήτευσις» (σ. 48). Λόγια πράγματι σοφά, που εξάλλου αντικατοπτην κοινή συνισταμένη των σκέψεων και των προβληματισμών των στρατιωτών του μετώπου.
[23] Βλ. γι΄ αυτούς δική μας παραπάνω σημείωση 16.
[24] Γι’ αυτά τα τελευταία θα γίνει αναφορά παρακάτω σε σχέση με γεγονότα και εκτιμήσεις για την ευρύτερη περιοχή της Καβάλας.
[25] Η Μεσορόπη βρίσκεται στους πρόποδες του Παγγαίου, με σημερινό πληθυσμό 610 κατοίκων, και υπάγεται στο Δήμο Πιερέων. Στην απογραφή του 1913 είχε 1478 κατοίκους, βλ.  Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας /Διεύθυνσις Στατιστικής, Απαρίθμησις των κατοίκων των νέων επαρχιών της Ελλάδος του έτους 1913, εν Αθήναις εκ του Εθνικού Τυπογραφείου 1915.
[26] Η Μουσθένη βρίσκεται στους πρόποδες του Παγγαίου, είναι το κεφαλοχώρι (με σημερινό πληθυσμό 1075 κατοίκων) του Δήμου Πιερέων, γι’ αυτό και φιλοξενεί την έδρα του Δήμου. Το 1913 είχε 1733 κατοίκους, βλ. ό.π.
[27] Το Σαμόκοβο, που αργότερα μετονομάστηκε σε  Δωμάτια,  έχει σήμερα 590 κατοίκους και ανήκει στο Δήμο Πιερέων.
[28] Η Αυλή, που βρίσκεται στους πρόποδες του Παγγαίου, υπάγεται στο Δήμο Πιερέων και έχει σήμερα 556 κατοίκους. Το 1913 είχε 274 κατοίκους, βλ. ό.π.
[29] Το χωριό Δεμερλή, που έχει μετονομαστεί σε Σιδηροχώρι, ανήκει στο Δήμο Πιερέων και έχει σημερινό πληθυσμό 221 κατοίκους. Το 1913 είχε 249 κατοίκους, βλ. ό.π.
[30] Οι Ελευθερές, που βρίσκονται στις πλαγιές του όρους Συμβόλου, ανήκουν στον ομώνυμο Δήμο και έχουν σήμερα 1325 κατοίκους. Το 1913 είχε 855 κατοίκους, βλ. ό.π.
[31] Βλ. δική μας σημείωση 13.
[32] Έχει γράψει χαρακτηριστικά ο Σ. Θ. Λάσκαρις, Διπλωματική Ιστορία της Ευρώπης, 1814-1914, εν Αθήναις 1936, σσ. 342-343: «Η Αυστρία υπεστήριξεν απροκαλύπτως τας επί της Καβάλας βουλγαρικάς αξιώσεις, προς τας οποίας εφάνη ευνοϊκή κατ’ αρχήν και η Ρωσία […]. Η οριστική παραχώρησις της Καβάλας εις την Ελλάδα, προς ην συμπαθώς μάλλον διέκειτο και η εν Παρισίοις κυβέρνησις, οφείλεται κυρίως εις την υποστήριξιν της Γερμανίας, ήτις ενόμισεν ότι ηδύνατο να επιχειρήση ούτω το πρώτον βήμα διά μίαν ελληνογερμανικήν προσέγγισιν […]. Η Μ. Βρεττανία και η Ιταλία παρέμειναν μάλλον ουδέτεραι […], χωρίς όμως να εναντιωθώσιν εις τους πόθους της Ελλάδος». Βλ. επίσης Ν. Οικονόμου, ό.π., σ. 354, και Αρετή Τούντα-Φεργάδη, Θέματα Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας (1912-1940), εκδ. Σιδέρη, Αθήνα 1996, σσ. 45-46.
[33] Περισσότερο λεπτομερειακός είναι όταν περιγράφει την υποδοχή από τους κατοίκους του χωριού Κότσες Σερρών, όπου «άπαν το χωρίον μετά του ιερέως» είχε βγει στο δρόμο και όλοι οι χωρικοί μαζί με τους μαθητές του σχολείου έψαλλαν τον εθνικό ύμνο, για να αναρωτηθεί στο τέλος: «Ποσάκις ο Έλλην θα τύχη εις τοιαύτας μυσταγωγίας ως η ανωτέρω;» (σσ. 27-28). Βλ. επίσης  σσ. 70-71, όπου η υποδοχή από τους κατοίκους της Δράμας και των γύρω χωριών.
[34] Το Εσκίκιοϊ βρισκόταν στην περιοχή του Σαρή Σαμπάν, της σημερινής Χρυσούπολης, και αριθμούσε τότε,  σύμφωνα  με  την  απογραφή  του 1913,  61  κατοίκους, βλ. Υπουργείον   Εθνικής  Οικονομίας / Διεύθυνσις  Στατιστικής.
[35] Βέβαια δεν παραλείπει να μιλήσει για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι στρατιώτες-τραυματίες του πολέμου («Είναι φρίκη να διηγείται κανείς τα βάσανα των δυστυχισμένων τραυματιών», σ. 81) και να επικρίνει κατά τρόπο αυστηρό και απόλυτο τις ελλείψεις και παραλείψεις της στρατιωτικής υγειονομικής υπηρεσίας, οι οποίες στοιχίζουν ανθρώπινες ζωές. Βλ. σχετικά σσ. 47-48 και 81.
[36] Το Τσάγεζι, μικρό λιμάνι στα δυτικά της παλιάς κοίτης του Στρυμόνα, αναφέρεται από τα τέλη του 18ου με αρχές του 19ου αιώνα. Λόγω της στρατηγικής του σημασίας έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις πολεμικές περιόδους αλλά και στις ειρηνικές με τη διευκόλυνση του εμπορίου και της διείσδυσης  των ανθρώπων στην ενδοχώρα.
[37] Η απέχθεια και το μίσος του Δ. Λιβιεράτου απέναντι στο βουλγαρικό στρατό είναι διάχυτα στο κείμενό του. Χρησιμοποιεί βαριές εκφράσεις και υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς για τους Βουλγάρους: «απεχθής και βάρβαρος φυλή» (σ. 20), «αρκουδιαρέοι του τσάρου Φερδινάνδου», «θρασύδειλοι σύμμαχοι» (σ. 37), «παρασπονδούντες και αδηφάγοι λύκοι του βασιλείου των Βουλγάρων» (σ. 38), «ο άτιμος Βούλγαρος» (σ. 58), «οι απόγονοι του Κρούμου» (σσ. 61, 65). Εννοείται ότι το σύνολο των στρατιωτών αντιμετωπίζει κατά τον ίδιο τρόπο τους Βουλγάρους. Εξάλλου, γνωρίζουν καλά ότι η Βουλγαρία είναι μια ανερχόμενη δύναμη και με διεθνή ερείσματα, που επιδιώκει να κατακτήσει ζωτικό ελληνικό χώρο, γι’ αυτό και τους είναι ιδιαίτερα μισητή.
[38] Εξίσου συγκλονιστική είναι και η διήγηση της μετακίνησης των προσφύγων από τα χωριά Ροδολίβος και Προβίστα Ζίχνης Σερρών πάλι προς το Τσάγεζι μετά τη νίκη των Βουλγάρων στη μάχη της Βουλτσίστας (9 Μαΐου 1913). Αξίζει να αντιγράψουμε κάποια αποσπάσματα: «Γυναίκες λυσίκομοι και οδυρόμεναι έτρεχον μη γνωρίζουσαι και αυταί πού κατευθύνοντο. Επί ενός ημιόνου φέροντος δύο καλάθους βλέπει τις 2 μικρά παιδία εντός του ενός και έτερα 2 εντός του άλλου, μίαν γυναίκα επί του σάγματος, έτερον παιδίον επί των οπισθίων του ζώου και άπαντας αυτούς ακολουθουμένους υπό ανδρός φέροντος επί της αγκάλης και έτερον παιδίον […]. Είναι η φυγή των Σοδόμων και Γομόρων. […] Και  φεύγουν, φεύγουν, φεύγουν, προς το Τσάγεζι ως εις λιμένα σωτηρίας, ένθα φθάνουν εν κακή και αξιοθρηνήτω καταστάσει» (σ. 58).