Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ ΓΙΑ "ΤΟ ΠΡΩΤΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΕΝ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ"





 Δημοσιεύτηκε στην κερκυραϊκή εφημερίδα Ενημέρωση, 23-8-2009
                                                                                                        


 Τα πρόσφατα στοιχεία της ιστορικής έρευνας

          Το βιβλίο του Letterio Augliera Βιβλία – Πολιτική – Θρησκεία στην Ανατολή τον 17ο αιώνα. Το τυπογραφείο του Νικόδημου Μεταξά πρώτου εκδότη ελληνικών κειμένων στην ορθόδοξη Ανατολή αποτελεί σημαντικότατη συμβολή στην έρευνα της διαπλοκής πολιτικής και θρησκείας μέσω των εκδοτικών δραστηριοτήτων κατά το 17ο αιώνα στην ορθόδοξη Ανατολή. Ιδιαίτερα παρουσιάζει τη δράση του Νικόδημου Μεταξά (1585-1646) και τις πρωτοβουλίες του για τη λειτουργία τυπογραφείου στην Κεφαλονιά αλλά και στο Πατριαρχείο της  Κωνσταντινούπολης με την κάλυψη του πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρι. Το βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Στάθη Μπίρταχα και εκδόθηκε με την επιστημονική επιμέλεια του Νίκου Μοσχονά από την Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Κεφαλονιάς και Ιθάκης μετά από εισήγηση-πρόταση του Γεράσιμου Σταματάτου και του, μακαρίτη πια,  Γεράσιμου Αποστολάτου.
          Για τη συγκεκριμένη αναφορά του βιβλίου στο τυπογραφείο του Ν. Μεταξά στην Κεφαλονιά έγραψε στο φύλλο 1191 της «Ενημέρωσης», 5-7-2009,  ο Γιώργος Ζούμπος: Μέσα στο χρονικό διάστημα 1626-1627, με πρωτοβουλία ενός άξιου Κεφαλονίτη ιερωμένου, του Νικόδημου Μεταξά,  ιδρύθηκε και λειτούργησε τυπογραφείο στην Κεφαλονιά, στο μοναστήρι του Αγίου Γερασίμου, στα Ομαλά, το πρώτο στα Επτάνησα και γενικότερα στην  ορθόδοξη Ανατολή.  Με αυτή, λοιπόν, την ευκαιρία θα ήθελα στο σημείωμά μου αυτό να αναφερθώ σ’ έναν εντονότατο - και όχι πάντοτε κομψό -  διάλογο, που ανοίχτηκε από τις στήλες της αθηναϊκής εφημερίδας Καθημερινή τον Απρίλη του 1935 μεταξύ του Κεφαλονίτη φιλόλογου και ιστοριοδίφη Ευάγγελου Τσιμαράτου και του δημοσιογράφου και ιστορικού ερευνητή Φάνη Μιχαλόπουλου γι’ αυτό ακριβώς το θέμα του τυπογραφείου.* Ας τον παρακολουθήσουμε.


Ευάγγελος Τσιμαράτος:  Μικρό τυπογραφείο στην Κεφαλονιά

          Αφορμή στάθηκε επιστολή του Ευ. Τσιμαράτου στην «Καθημερινή» της 8ης Απριλίου 1935, στη στήλη «Φιλολογική σελίς της Καθημερινής», με τίτλο «Το πρώτον τυπογραφείον της Επτανήσου 1620 εν Κεφαλληνία».  Σε αυτήν ο Κεφαλονίτης φιλόλογος υποστήριξε ότι ο μοναχός,  τότε,  Νικόδημος Μεταξάς το 1620, αφού μετέφερε από το Λονδίνο «μικρόν τυπογραφείον», το εγκατέστησε στο χωριό καταγωγής του, τις Κεραμιές, και «ήρξατο λειτουργούν», όπου εξέδωσε «βιβλία χρήσιμα τω Ελληνισμώ», αν και δεν είχε μακρά διάρκεια. Στη συνέχεια, προσκαλεσμένος του Λούκαρι, «τον Ιούνιον του 1627 έφθασεν εις Κων/πολιν μετά του τυπογραφείου του δι’ αγγλικού εμπορικού πλοίου». Λόγω της καταστροφής του τυπογραφείου από το σουλτάνο, επέστρεψε στη γενέτειρα ο Μεταξάς ως αρχιεπίσκοπος, τώρα, Κεφαλληνίας και Ζακύνθου το 1628 «παραλαβών την βιβλιοθήκην του και το προσφιλές του τυπογραφείον». (Δεν αναφέρει τίποτε για την καταστροφή του πατριαρχικού τυπογραφείου, μετά από κατασκευασμένες κατηγορίες των Ιησουϊτών, από την οθωμανική διοίκηση). Επομένως, κατέληγε ο επιστολογράφος, «το πρώτον τυπογραφείον της Επτανήσου ιδρύθη εν Κεφαλληνία περί το 1620 και το ιδρυθέν το 1797 εν Κερκύρα υπό των Γάλλων δεν ήτο το πρώτον τυπογραφείον της Επτανήσου».


Φάνης Μιχαλόπουλος: Ποτέ δεν λειτούργησε τυπογραφείο στην Κεφαλονιά

          Η απάντηση του Φ. Μιχαλόπουλου στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας ήταν καταπέλτης. Ανέτρεπε όλη την επιχειρηματολογία του Ευ. Τσιμαράτου υποστηρίζοντας την ήδη επικρατούσα άποψη ότι δηλαδή το πρώτο τυπογραφείο στα Επτάνησα ιδρύθηκε και λειτούργησε στην Κέρκυρα με τον ερχομό των δημοκρατικών Γάλλων στο Ιόνιο το 1797. Για τον Μεταξά αναφέρει: «επιβάς [ο Μεταξάς] εμπορικού αγγλικού πλοίου έφθασε [από το Λονδίνο] τον Ιούνιο του 1627 στην Κωνσταντινούπολι […] κι’  όχι από την Κεφαλληνία». Μετά την καταστροφή του τυπογραφείου από τους Τούρκους και την παύση της εκδοτικής δραστηριότητας του Πατριαρχείου, ο Μεταξάς ως αρχιεπίσκοπος, τώρα, Κεφαλληνίας και Ζακύνθου επέστρεψε το 1828 στην Κεφαλονιά παίρνοντας μαζί του «καθώς λέγεται […] και πολλά αντίτυπα των προπαγανδιστικών φυλλαδίων, τη βιβλιοθήκη του και τα υπολείμματα του πιεστηρίου μέσα σε κιβώτια».
           Εκεί, όμως, το αρχοντολόϊ των δύο νησιών κατηγόρησε το «νεωτεριστή και φιλελεύθερο αρχιεπίσκοπο» στη βενετική Διοίκηση «ως προπαγανδίζοντα εναντίον του καθολικού κλήρου και πως έφερε πιεστήριο στην Κεφαλλωνιά, χωρίς την άδεια της εξουσίας με σκοπό την έκδοση βιβλίων προς ανατροπήν των καθεστώτων». Από την  ανακριτική διαδικασία που διατάχθηκε το 1634 (από παραδρομή προφανώς έχει γραφτεί 1642) δεν προέκυψε κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο κατά του Μεταξά, γιατί, σύμφωνα με την «επίσημη έκθεση» που συντάχθηκε, «ούτε το πιεστήριο λειτούργησε, ούτε κανένα βιβλίο τυπώθηκε σ’ αυτό». Στο μεταξύ όμως, ο ανακριτής μαζί με στρατιώτες  πήγαν στο κτίριο της Επισκοπής, όπου «έσπασαν την πόρτα και πήραν τα κομμάτια του πιεστηρίου, τα βιβλία και τα χειρόγραφα, [τα οποία είχε φέρει από την Κων/πολη ο Μεταξάς], και τα έστειλαν στη Βενετία». Επομένως, κατέληγε ο Φ. Μιχαλόπουλος, κανένα τυπογραφείο «δεν λειτούργησε στην Κεφαλονιά και για την έλλειψη αδείας και για την έλλειψη στοιχείων και στοιχειοθετών» και άρα «το πρώτο τυπογραφείο της Επτανήσου είνε εκείνο που σύστησαν οι Γάλλοι τα 1797».
          Στην απάντησή του, μάλιστα,  ο Φ. Μιχαλόπουλος υπήρξε αρκετά αυστηρός αλλά και σκληρός απέναντι στον Ευ. Τσιμαράτο. Γράφει χαρακτηριστικά: «Αυτή είνε η πραγματική ιστορία του πιεστηρίου εκείνου, που βγαίνει από τα επίσημα έγγραφα κι’ όχι όπως την παρουσιάζει ο επιστολογράφος συγχέων πρόσωπα, πράγματα και χρονολογίες και φανταζόμενος ολόκληρη επτάχρονη δράση τυπογραφείου (1620-1627). Παρασυρμένος ίσως από στενή πατριωτική ματαιοδοξία δημιουργεί πράγματα ανύπαρκτα, γιατί ούτε τυπογραφείο ιδρύθηκε τα 1620 στην Κεφαλονιά, ούτε κανένα βιβλίο τυπώθηκε σ’ αυτό. Η ύπαρξη μερικών κατεστραμμένων κομματιών πιεστηρίου δεν σημαίνει και την ύπαρξη τυπογραφείου. Απλή πρόθεση υπήρχε και καλή θέληση».



Ευ. Τσιμαράτος: Ευχαριστεί τον Μιχαλόπουλο που συμφωνεί μαζί του…

          Και ο διάλογος συνεχίστηκε με νεότερη επιστολή του Ευ. Τσιμαράτου, δημοσιευμένη στην ίδια εφημερίδα και την ίδια στήλη στις 15 Απριλίου 1935. Από εδώ και πέρα ο διάλογος παίρνει έναν «ιδιόμορφο» χαρακτήρα. Ας τον παρακολουθήσουμε προσεκτικά:
          Ο Ευ. Τσιμαράτος διευκρινίζει ότι ποτέ δεν έγραψε (και σωστά) ότι εκείνο το τυπογραφείον λειτούργησε στην Κεφαλονιά  για εφτά συνεχή χρόνια (1620-1627),  όπως του αποδίδει, «παρερμηνεύων» τα γραφόμενά του,  ο Φ. Μιχαλόπουλος. Και συνεχίζει, παρερμηνεύοντας τώρα ο ίδιος τα γραφόμενα του Μιχαλόπουλου:  «Το ότι όμως το τυπογραφείον εκείνο ελειτούργησεν εν Κεφαλληνία περί το 1627 αποδεικνύεται εξ όσων παραθέτει» ο Φ. Μιχαλόπουλος, ο οποίος, σύμφωνα πάντα με την «ανάγνωση» του Ευ. Τσιμαράτου, «αναγράφων την επίσημον έκθεσιν της συντριβής του τυπογραφείου εκείνου εν Κεφαλληνία υπό των Ενετών αναφέρει ότι οι Ενετοί “έσπασαν την πόρτα και πήραν τα κομμάτια του πιεστηρίου, τα βιβλία και τα χειρόγραφα και τα έστειλαν στη Βενετία”». Θυμίζουμε ότι η επίσημη έκθεση έκανε λόγο για «έφοδο» των Βενετών στο κτίριο της Επισκοπής, της οποίας έσπασαν την πόρτα κ.λπ. Ο Ευ. Τσιμαράτος, όμως, θεωρεί ότι «έσπασαν το τυπογραφείον [;], έλαβον τα θραύσματα ταύτα και τα έστειλαν εις Ενετίαν, διότι δεν ηδύναντο να στείλουν ολόκληρον το τυπογραφείον [!], και ότι μετά των θραυσμάτων τούτων έστειλαν εις Ενετίαν και βιβλία, τυπωθέντα βεβαίως [έτσι το κατανοεί  ο Τσιμαράτος] εν τω τυπογραφείω εκείνω [;], διότι άλλως επερίττευον, καθώς και χειρόγραφα έτοιμα ασφαλώς [ έτσι το κατανοεί ο Τσιμαράτος] προς εκτύπωσιν εν τω τυπογραφείω εκείνω [;]». Επομένως, κατά τον Τσιμαράτο πάντα, «τα πρώτα βιβλία και φυλλάδια, τα οποία ετυπώθησαν εν Επτανήσω και εν τη Ανατολή ολοκλήρω, ετυπώθησαν υπό κεφαλληνιακού πιεστηρίου εν Κων/πόλει και Κεφαλληνία».
         Παρ’ όλο που ο  Μιχαλόπουλος στο απαντητικό προς τον Τσιμαράτο κείμενό του τον εγκαλούσε για «σύγχυση», για «φαντασιοπληξία» και για «πατριωτική ματαιοδοξία», ο τελευταίος στην παραπάνω επιστολή του από τη μια δείχνει μια αξιοθαύμαστη μεγαλοψυχία απέναντι στον «κατήγορό» του και από την άλλη τον εγκωμιάζει για τη «σαφήνεια» και την «ιστορική ακριβολογία» του! Σαν να μην έχει συμβεί τίποτε… Διαβάστε, μάλιστα,  πώς ξεκινά την επιστολή του ο Τσιμαράτος: «Ευχαριστούμεν απείρως τον αξιότιμον κ. Φάνην Μιχαλόπουλον, διότι είχε την ευγενή καλωσύνην και την επιστημονικήν υπομονήν να επιβεβαιώση [!] όσα ημείς εν τη προηγουμένη ημών επιστολή ανεγράφομεν και να μας διαγράψη μετ’ αξιεπαίνου λεπτολογίας την τραγικήν ιστορίαν του πρώτου εκείνου τυπογραφείου ου μόνον της Επτανήσου αλλά και της Ανατολής ολοκλήρου» - παρ’ όλο που ο Μιχαλόπουλος πουθενά στο κείμενό του δεν αποδέχεται την ύπαρξη και λειτουργία τυπογραφείου στην Κεφαλονιά…


  Φ.Μιχαλόπουλος: Μαέστρος της διαστροφής ο Τσιμαράτος…

          Ο Μιχαλόπουλος, φανερά εκνευρισμένος με την «ακατανόητη» συμπεριφορά και τις «παράξενες» ερμηνείες του συνομιλητή του, δίνει τη νέα απάντησή του στον Ευ.  Τσιμαράτο, δημοσιευμένη στο ίδιο φύλλο και την ίδια στήλη της «Καθημερινής» (15 Απριλίου 1935). Ξεκινώντας,  αναφέρεται στον Τσιμαράτο, για τον οποίο σημειώνει ότι «ή δεν εννόησε ή προσποιείται πως δεν κατάλαβε»  όσα ο ίδιος έγραψε στην προηγούμενη επιστολή του.
          Επιμένει ο Φ. Μιχαλόπουλος για άλλη μια φορά ότι αυτός πουθενά και ποτέ δεν υποστήριξε την άποψη ότι λειτούργησε τυπογραφείο στην Κεφαλονιά εκείνη την περίοδο. Εξάλλου, και από την επίσημη έκθεση της ανακριτικής διαδικασίας αλλά και από την  απαλλακτική για τον Μεταξά απόφαση «αποδεικνύεται πως ούτε το πιεστήριο που μετέφερε ο Μεταξάς στην Κεφαλλωνιά λειτούργησε, ούτε βιβλία τυπώθηκαν σ’ αυτό. Γιατί αλλοιώς ο επίσκοπος θα καταδικαζόταν σε βαρύτατη και μακροχρόνια ποινή».
          Τα σχετικά με λειτουργία τυπογραφείου στην Κεφαλονιά είναι, όπως ισχυρίζεται, «φανταστικά και παράλογα συμπεράσματα» του Τσιμαράτου, καθώς «α) οι ανακριτικές αρχές δεν έσπασαν το πιεστήριο αλλά την πόρτα του επισκοπίου κι’ ύστερα πήραν τα υπολείμματα του πιεστηρίου, που ’χε καταστραφεί προηγουμένως στην Κων/πολι από τους Γενιτσάρους και τα οποία υπολείμματα παρέλαβεν ο ανακριτής, β) τα βιβλία που κατασχέθηκαν δεν ήσαν βιβλία, που τυπώθηκαν στο πιεστήριο του Μεταξά στην Κεφαλλωνιά, όπως οραματίζεται ο κ. Τσιμαράτος, αλλά “τα βιβλία της βιβλιοθήκης του επισκόπου, για τα οποία υπήρχαν υποψίες μην περιέχουν έργα εναντίον του καθολικού κλήρου”, γ) τα χειρόγραφα δεν ήσαν χειρόγραφα “έτοιμα προς εκτύπωσιν”, όπως φαντάζεται ο επιστολογράφος, αλλά “χειρόγραφη λατινική μετάφραση του ελληνικού Συναξαριστή” […]».
          Και συνεχίζει, σε άλλο σημείο της επιστολής του, ο Μιχαλόπουλος: «Ο αναγνώστης μπορεί τώρα να κρίνη για την εφευρετική φαντασία του επιστολογράφου [=Τσιμαράτου], που καλά και σώνει θέλει να δημιουργήση τυπογραφείον στην Κεφαλλωνιά, άλλοτε τα 1620, σήμερα [με την τελευταία δηλαδή επιστολή του] τα 1627 […] κι’ άλλοτε ποιος ξέρει πότε». Άλλωστε, ο ίδιος ο υποστηρικτής του κεφαλονίτικου τυπογραφείου δεν έχει παρουσιάσει, ακριβώς για να φανεί πειστικός,  κάποιο βιβλίο ή φυλλάδιο που να τυπώθηκε σε αυτό.
          Επομένως, κατά τον Φ. Μιχαλόπουλο, δεν ιδρύθηκε από τον Νικόδημο Μεταξά και δεν λειτούργησε τυπογραφείο στην Κεφαλονιά το 1627. Αντίθετα, «το πρώτο τυπογραφείο της Κεφαλλωνιάς ιδρύθηκε μόλις τα 1849 [επί Αγγλοκρατίας δηλαδή]  από τον Ηλία Ζερβό Ιακωβάτο», δύο περίπου αιώνες  μετά από την επίμαχη περίοδο. Δεν θέλει, όμως, να συνεχίσει το διάλογο για την τυπογραφία στα Επτάνησα, επειδή θεωρεί ότι «ο κ. Τσιμαράτος είνε εντελώς απαράσκευος [!] για μια τέτοια επιστημονική συζήτηση. Είνε μαέστρος της διαστροφής, όταν επιμένει υποστηρίζοντας πως εγώ “επεβεβαίωσα όσα εκείνος ανέγραψε!” Δεν είμαστε καλά…».


Ευ. Τσιμαράτος: Να μη λησμονηθεί η προσπάθεια του Νικόδημου Μεταξά

          Και ενώ έτσι, με τέτοιο πνεύμα και με τέτοιο ύφος έκλεινε ο διάλογος Ευ. Τσιμαράτου – Φ. Μιχαλόπουλου, ο Κεφαλονίτης φιλόλογος έστειλε και δημοσιεύθηκε  νέα επιστολή του στην «Καθημερινή» της 22ας Απριλίου 1935, στη στήλη «Επιστολαί» (σ. 6), αναφερόμενος στο τυπογραφείο του ριζοσπάστη ηγέτη Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου στην Κεφαλονιά. Αλλά πριν γράψει γι’ αυτό, επανέρχεται, στην αρχή της επιστολής του, στο θέμα του κεφαλονίτικου τυπογραφείου του Μεταξά,  είτε στην Κεφαλονιά είτε στην Κων/πολη, το οποίο όμως δεν λειτούργησε για μακρύ διάστημα και έτσι απέτυχε να συμβάλει στην αναγέννηση του ελληνισμού. Αυτή, ωστόσο, η «αποτυχία αποτελεί εν επί πλέον ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της πατρίδος και εις τον αγώνα του εκπολιτισμού της Επτανήσου και της Ανατολής ολοκλήρου, και την οποίαν βεβαίως αυτοθυσίαν πρέπει και το ελληνικό έθνος να γνωρίζη και η ιστορία να μη παραλείπη [..]».


Τελικά

Αρκετά διαφωτιστική αυτή η πρώιμη συζήτηση για το πρώτο τυπογραφείο στην Κεφαλονιά. Οι «συνομιλητές» αξιοποίησαν κατά το διάλογό τους όλη τη μέχρι τότε  βιβλιογραφία.
• Παρά τη στέρεη – στέρεη ως ένα βαθμό -  επιχειρηματολογία του Μιχαλόπουλου, η έρευνα δικαίωσε τον Τσιμαράτο: το πρώτο τυπογραφείο στα Επτάνησα ήταν εκείνο που ο Νικόδημος Μεταξάς ίδρυσε και για λίγο λειτούργησε στην Κεφαλονιά – όχι στις Κεραμιές, τη γενέτειρα του ιεράρχη, όπως στην πρώτη επιστολή του ισχυρίστηκε ο Κεφαλονίτης φιλόλογος,  αλλά στο μοναστήρι του Αγίου Γερασίμου,  στα Ομαλά, όπως έχει αποδείξει η αρχειακή έρευνα. Συγκεκριμένα, ο τελευταίος λόγος της επιστημονικής έρευνας έχει διατυπωθεί από τον Letterio Augliera στο βιβλίο του, που στη αρχή αυτού του κειμένου σημειώσαμε:
-- Ο Νικόδημος Μεταξάς, μετά την επιστροφή του από το Λονδίνο και πριν μεταβεί στην Κων/πολη, κοντά στον πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρι, εγκατέστησε, χωρίς φυσικά την άδεια των βενετικών αρχών, τυπογραφείο στο μοναστήρι του Αγίου Γερασίμου, σ’ ένα δηλαδή χώρο αρκετά απομακρυσμένο από το διοικητικό κέντρο του νησιού και «υπεράνω πάσης υποψίας» για παράνομες δραστηριότητες.
-- Εκεί λειτούργησε τέσσερις περίπου μήνες – από τα τέλη του 1626 μέχρι το πρώτο μισό του 1627 – με τυπογράφο ένα Γερμανό τεχνίτη, που είχε φέρει μαζί του ο Μεταξάς, βοηθούμενο από έμπιστο καλόγερο του μοναστηριού.
-- Έξι βιβλία εντόπισε η έρευνα του Augliera ότι τυπώθηκαν στο τυπογραφείο εκείνο. (Να, η απόδειξη,  που ζητούσε ο Φ. Μιχαλόπουλος, για να πιστοποιηθεί η ύπαρξη και λειτουργία τυπογραφείου στην Κεφαλονιά εκείνη την περίοδο).
-- Η επιτόπια ανακριτική έρευνα στο χώρο της Επισκοπής στα Μεταξάτα έφερε στο φως έντυπο υλικό και τυπογραφικό εξοπλισμό - σε αυτά αναφέρθηκαν οι Μιχαλόπουλος και Τσιμαράτος – οι Βενετοί όμως δικαστές απάλλαξαν τον Μεταξά από τις κατηγορίες της παράνομης εισαγωγής τυπογραφικού πιεστηρίου στα βενετικά εδάφη και της εκτύπωσης και διακίνησης «ανάρμοστων» βιβλίων.
• Επομένως, για να επανέλθουμε στο θέμα του διαλόγου Τσιμαράτου – Μιχαλόπουλου, καταλήγοντας υπογραμμίζουμε ότι, όπως υποστήριξε τον Απρίλιο του 1935 ο Κεφαλονίτης Ευ. Τσιμαράτος, «το πρώτον τυπογραφείον της Επτανήσου ιδρύθη εν Κεφαλληνία» κατά τη χρονική περίοδο 1626-1627, ενώ μετά από 170 χρόνια ιδρύθηκε και λειτούργησε το δεύτερο της Επτανήσου τυπογραφείο, εκείνο στην Κέρκυρα το 1797 με τον ερχομό των δημοκρατικών Γάλλων στον ιόνιο χώρο.


 *Ευχαριστώ και από τη θέση αυτή τον δημοσιογράφο και ερευνητή κ. Μιχάλη Κατσίγερα, που είχε την καλοσύνη να μου στείλει σε φωτοτυπία τις σελίδες της  «Καθημερινής»  με τις σχετικές επιστολές.



 

Ο ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΤΣΙΜΑΡΑΤΟΣ




Δημοσιεύτηκε στην κερκυταϊκή εφημερίδα Ενημέρωση, 29-11-2009



 Ο Ευάγγελος Τσιμαράτος γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς το 1874 και πέθανε στην Αθήνα το 1954. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στο Ληξούρι, φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας. Υπηρέτησε ως φιλόλογος σε διάφορα σχολεία της Κεφαλονιάς, κυρίως στο Ελληνικό Σχολείο και το Πετρίτσειο Γυμνάσιο του Ληξουριού, ενώ μετά τη συνταξιοδότησή του εργάστηκε για μια περίπου δεκαετία στην ιδιωτική Ιόνιο Σχολή της Αθήνας.

Oι αντιλήψεις του
 
 Ως εκπαιδευτικός λειτουργός διακρινόταν για τρεις βασικές αρετές, που καταξιώνουν την έννοια του λειτουργήματος: διέθετε πλούσια επιστημονική γνώση και κατάρτιση, διακρινόταν για το λαμπρό παιδαγωγικό του ήθος και ξεχώριζε για την προσήλωσή του στο καθήκον. Υποστήριζε πως το σχολείο πρέπει να μορφώνει ουσιαστικά και να καλλιεργεί ηθικά το νέο άνθρωπο. Επέμενε στην αναγκαιότητα της μόρφωσης των κοριτσιών και θεωρούσε απαραίτητη τη συνεργασία εκπαιδευτικών και γονέων. Οι παιδαγωγικές του αντιλήψεις ήταν γενικά επηρεασμένες από τη θεωρία του Ελβετού παιδαγωγού J. Pestalozzi.
Ως άνθρωπος καυτηρίαζε την κοινωνική αδικία, πίστευε στην αξία του κάθε ανθρώπου και ήταν υπέρμαχος της ειρήνης. Υποστήριζε ότι η μόρφωση και η εκπαίδευση μπορούν και οφείλουν να συμβάλουν στην αλληλογνωριμία των λαών και στη ελαχιστοποίηση των πολεμικών εντάσεων. Παραταύτα, στο πολιτικό επίπεδο εξέφραζε συντηρητικές απόψεις, χωρίς ωστόσο να του αμφισβητεί κανείς την αγνότητα των προθέσεών του.  Ως Έλληνας πολίτης ενστερνιζόταν την ιδεολογία της Μεγάλης Ιδέας, η οποία άλλωστε κυριαρχούσε τότε στη νεοελληνική κοινωνία. Με κάθε ευκαιρία εκδήλωνε την αγάπη του στην πατρίδα και υπογράμμιζε τη σημασία του υψηλού εθνικού φρονήματος. Παράλληλα, διακήρυττε τη σημασία της θρησκευτικής πίστης για τον άνθρωπο και μάλιστα της ορθόδοξης πίστης.
Ως μελετητής και συγγραφέας κινήθηκε ελεύθερα και υπεύθυνα, έδειξε τόλμη και αντισυμβατικότητα και διατύπωσε με σαφήνεια ρηξικέλευθες απόψεις σε επιστημονικά (ιστορικά, παιδαγωγικά, γλωσσολογικά κ.λπ.) θέματα. Υπερασπιζόταν την ελευθερία του λόγου και της σκέψης, πίστευε στην αξία του ειλικρινούς επιστημονικού διαλόγου. Η πνευματική του οξυδέρκεια και η ερευνητική του ανησυχία τον οδήγησαν σε καινοτόμα συμπεράσματα. Τον απασχόλησαν ποικίλα θέματα, γεγονός που αποδεικνύει την ευρύτητα των γνώσεών του. Πολυγραφότατος ο ίδιος, μας άφησε κείμενα, γραμμένα σε γλαφυρή καθαρεύουσα,  που χαρακτηρίζονται από εκφραστικό πλούτο, ακριβολογία και κομψότητα ύφους.

Το συγγραφικό του έργο

Η πλούσια αρχαιογνωσία του, οι ιστορικές του γνώσεις, η γερή γενικότερα φιλολογική του υποδομή, η θεολογική του κατάρτιση, οι ψυχολογικές και παιδαγωγικές του γνώσεις και η γλωσσομάθειά του υπήρξαν τα απαραίτητα εφόδια που επέτρεψαν στον Τσιμαράτο να ξανοιχτεί στη θάλασσα της έρευνας, της μελέτης και της συγγραφής.
Συνέγραψε ιστορικές μονογραφίες, ομηρικές μελέτες, γλωσσολογικά άρθρα, φιλολογικά δοκίμια και άλλα κείμενα, τα οποία όμως στο μεγαλύτερο σύνολό τους δεν κατόρθωσε, όσο ζούσε,  να δημοσιεύσει. Βέβαια, έχουν εκδοθεί δυο φυλλάδια (το 1913 και το 1934) με ομιλίες του σε επετείους, σχολικές γιορτές κ.λ.π. Κάποια κείμενά του (άρθρα του κυρίως για την ομηρική Ιθάκη) έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής, καθώς και η σημαντική μονογραφία του Ιστορία της Κεφαλληνίας (σε συνέχειες σε περιοδικό των Κεφαλονιτών της Νέας Υόρκης, 1928-1934). Το 1998 (και σε δεύτερη έκδοση το 2001) εκδόθηκε από την οικογένειά του, με πρωτοβουλία της κόρης του κ. Ουρανίας Τσιμαράτου Μαντά, η μελέτη του Ποία η ομηρική Ιθάκη. 
Εκτός από τα παραπάνω, από το υπόλοιπο συγγραφικό του έργο –όσο διασώθηκε σε χειρόγραφη μορφή – αναφέρουμε τις εξής σπουδαίες μελέτες του: Βιογραφία Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου,  Θρησκευτική Ιστορία της Κεφαλληνίας (όχι ολοκληρωμένη), Αρχαιολογικαί σημειώσεις, Ετυμολογικά Σημειώματα (τοπωνύμια, εθνικά και προσηγορικά ονόματα). Σημειώνουμε επίσης δυο αξιόλογες ποιητικές του δημιουργίες: Οδύσσεια. Έμμετρος δραματοποίησις εν περιληπτική παραφράσει εκ της ομηρικής διαλέκτου εις την νεωτέραν ελληνικήν γλώσσαν (έχει διασωθεί σε τρία σχεδιάσματα – το Γ΄ σχεδίασμα: 4 πράξεις, 336 τετράστιχες στροφές), Έμμετρος παράφρασις του Α της Ιλιάδος  (σε έξι σχεδιάσματα- το Ε΄ σχεδίασμα: 232 πεντάστιχες στροφές).

Τσιμαράτος:  Ομηρική Ιθάκη είναι η Κεφαλονιά

Από τα φοιτητικά του χρόνια και για μια μεγάλη χρονική περίοδο στη συνέχεια ο Τσιμαράτος ασχολήθηκε με το ζήτημα του εντοπισμού της ομηρικής Ιθάκης. Ήταν τότε στην επικαιρότητα το θέμα αυτό με την ανακάλυψη νέων αρχαιολογικών ευρημάτων και τη διατύπωση νέων θεωριών: ανασκαφές στην Ιθάκη, τη Λευκάδα (με τον  W. Dörpfeld) και την Κεφαλονιά (με τον Α. Ε. Η. Goekoop), έκδοση βιβλίων και συγγραφή σχετικών μελετών αλλά και έντονη αντιπαράθεση στον τοπικό τύπο.   
Ο Τσιμαράτος μελέτησε καλά τα ομηρικά κείμενα, εξέτασε πληθώρα φιλολογικών, ιστορικών, γεωγραφικών και γεωλογικών συγγραμμάτων, αξιοποίησε γλωσσικά-ετυμολογικά στοιχεία. Και αφού πήρε υπόψη του τις αρχαίες πηγές και τις νεότερες θεωρίες, διατύπωσε τη δική του άποψη-θεωρία με σοβαρότητα αλλά και μετριοπάθεια. Ο ίδιος υποστήριζε ότι με τη θεωρία του έρχεται να ανασκευάσει προηγούμενες παρερμηνείες και να διευκρινίσει αμφισβητούμενες πλευρές, να συμπληρώσει προγενέστερα κενά παλαιότερων ερευνητών και να προσθέσει  νέα, πρωτότυπα στοιχεία στο όλο ζήτημα, παραμένοντας ωστόσο και ο ίδιος ανοικτός σε κρίσεις και επικρίσεις: «Πας τις έχει το δικαίωμα του κρίνειν και επικρίνειν […], αλλ’ ουχί και του ήττω λόγω κρείττω ποιείν. Των προγενεστέρων ημών τας πλάνας προσπαθούμεν ν’ αναιρέσωμεν και ημών οι μεταγενέστεροι θα διορθώσωσι τα λάθη. Αποβαίνει, δηλαδή, διαδοχικώς κατήγορος και κατηγορούμενος, κρίνων και κρινόμενος πας της επιστήμης θεράπων και της αληθείας ερευνητής».
Ο Τσιμαράτος ξεκίνησε με τη διαπίστωση ότι σήμερα στο κεντρικό Ιόνιο υπάρχουν 3 νησιά, η Κεφαλονιά, η Ιθάκη και η Ζάκυνθος, ενώ στο ομηρικό κείμενο γίνεται λόγος για 4, την Ιθάκη, τη Σάμη, τη Ζάκυνθο και το Δουλίχιο. Με το δεδομένο ότι δεν έχει αναφερθεί, από την αρχαία εποχή μέχρι σήμερα, κάποια εξαφάνιση νησιού στο συγκεκριμένο νησιωτικό χώρο, προβληματίστηκε για το τέταρτο νησί. Βασίστηκε λοιπόν σε μια σπουδαία πληροφορία του αρχαίου γεωγράφου Στράβωνα (65 π.Χ. – 24 μ. Χ.) για την Κεφαλονιά, την οποία δεν είχε προσέξει ιδιαίτερα κανένας ομηριστής.
Πρόκειται για την ύπαρξη χαμηλού και στενού ισθμού στο μέρος που σήμερα ενώνεται η χερσόνησος της Παλικής με τον υπόλοιπο κορμό της Κεφαλονιάς. Αν εκείνος ο ισθμός, ισχυρίζεται ο Τσιμαράτος, ήταν στα χρόνια του Στράβωνα στενός και χαμηλός, στη μυκηναϊκή εποχή (1500 περίπου χρόνια πιο πίσω) θα ήταν ακόμη στενότερος και χαμηλότερος, ώστε στο σημείο εκείνο να σχηματιζόταν πορθμός. Αν έτσι είχαν τα πράγματα, τότε η Παλική χωριζόταν με θάλασσα από την υπόλοιπη Κεφαλονιά και επομένως η Παλική συνιστούσε ξεχωριστό νησί εκείνα τα χρόνια, ενώ άλλο νησί ήταν η υπόλοιπη Κεφαλονιά (οι σημερινές δηλαδή επαρχίες Κραναίας και Σάμης).
Με βάση τα στοιχεία που συγκέντρωσε, ο Τσιμαράτος προχώρησε στη διατύπωση της αρκετά πρωτότυπης θεωρίας του: η σημερινή Ζάκυνθος ήταν η ομηρική, η σημερινή Ιθάκη ήταν το ομηρικό Δουλίχιο, η σημερινή Παλική ήταν η ομηρική Σάμη και ο κύριος κορμός της Κεφαλονιάς (οι επαρχίες Κραναίας και Σάμης) με το σπουδαίο όρος του Αίνου (το ομηρικό Νήριτο) ήταν η ομηρική Ιθάκη. Την έδρα μάλιστα του οδυσσειακού βασιλείου την τοποθετούσε στην περιοχή του σημερινού Κάστρου του Αγίου Γεωργίου στη Λιβαθώ της Κραναίας. Ένα επιπλέον επιχείρημα του Τσιμαράτου υπέρ της Κεφαλονιάς ως ομηρικής Ιθάκης είναι η πληροφορία της Άννας της Κομνηνής (12ος αιώνας μ. Χ.), σύμφωνα με την οποία η ξηρά που φαινόταν απέναντι από το ακρωτήριο του Αθέρα Παλικής, η σημερινή δηλαδή Πύλαρος και Έρισος της βόρειας Κεφαλονιάς, ήταν τμήμα μιας ευρύτερης περιοχής που ονομαζόταν, τότε, Ιθάκη.
Πρέπει να διευκρινιστεί ότι με ποικίλα στοιχεία και ισχυρά επιχειρήματα ο Τσιμαράτος δεν δεχόταν τη σημερινή Ιθάκη ως ομηρική. Αντίθετα, την ταύτιζε με το Δουλίχιο. Όταν μάλιστα αυτός ο Κεφαλονίτης μελετητής έγραφε τη μελέτη του για την ομηρική Ιθάκη, δεν γνώριζε ότι κάποιοι Ευρωπαίοι χαρτογράφοι του 17ου  και 18ου αιώνα συμφωνούσαν μαζί του στην ομηρική ονομασία της σημερινής Ιθάκης, καθώς σε αρκετούς χάρτες εκείνης της εποχής το σημερινό νησί της Ιθάκης αναγράφεται ως Δουλίχιο. Η οικογένεια Τσιμαράτου με πρωτοβουλία της κόρης του κ. Ουρανίας Τσιμαράτου Μαντά έχει αγοράσει και προσφέρει στο Δήμο Παλικής, απ’ όπου καταγόταν ο Τσιμαράτος (έδρα το Ληξούρι, όπου δίδαξε για αρκετές δεκαετίες), 4 σπάνιους χάρτες, όπου αναφέρεται η Ιθάκη ως Δουλίχιο. Πρόκειται για χάρτες των χαρτογράφων Price, T. C. Lotter, Guillaume de lIsle και J. C. Weigel.
Αξίζει, τέλος, να σημειωθούν δύο σύγχρονες «παρενέργειες» της θεωρίας  Τσιμαράτου. 1) Το 2005 ο Άγγλος ερευνητής Robert Bittlestone, παίρνοντας υπόψη του την «ανακάλυψη» του Τσιμαράτου σχετικά με την πληροφορία του Στράβωνα, διατύπωσε τη θεωρία ότι η χερσόνησος της Παλικής, νησί στα χρόνια εκείνα, ήταν η ομηρική Ιθάκη στο βιβλίο του Odysseus Unbound. The Search for Homers Ithaca. (Bλ. την ελληνική έκδοση Οδυσσέας Λυόμενος. Η αναζήτηση της Ομηρικής Ιθάκης, σε μετάφραση Ηλία Τουμασάτου, εκδ. Πολύτροπον, Αθήνα 2007). 2) Εντελώς πρόσφατα, το 2008, κυκλοφόρησε το βιβλίο  του Γερμανού καθηγητή Heinz Warnecke Homers Wilder Westen. Die Historich-Geographische Wiederburt der Odzssee, όπου ο συγγραφέας του τοποθετεί την ομηρική Ιθάκη  στην περιοχή της Κραναίας της Κεφαλονιάς και την έδρα του οδυσσειακού βασιλείου στο Κάστρο του Αγίου Γεωργίου στη Λιβαθώ- όπου δηλαδή την είχε τοποθετήσει ο Τσιμαράτος…

         

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

H ZΩΗ, Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΥ



 Κείμενο ομιλίας που εκφωνήθηκε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Δήμου Παλικής 
"Λασκαράτεια δρώμενα 2009", στο Κηποθέατρο της Ιακωβάτειας Βιβλιοθήκης στις 3-8-2009.
Την ομιλία πλαισίωσαν με απαγγελίες αποσπασμάτων από το έργο του Α. Λασκαράτου
οι Βίκυ Γεωργοπούλου, Ηλίας Τουμασάτος και Κώστας Ευαγγελάτος.
Την ομιλία αφιερώσαμε στη μνήμη του Ληξουριώτη αγωνιστή Λευτέρη Ελευθεράτου,
δημοσιογράφου και συγγραφέα.





          Για τον ομιλητή που αναλαμβάνει να σκιαγραφήσει την πολύπλευρη προσωπικότητα του Ανδρέα Λασκαράτου στο Ληξούρι δημιουργούνται αυξημένες υποχρεώσεις. Το ληξουριώτικο κοινό είναι φυσικό να έχει μια ιδιαίτερη ευαισθησία στο θέμα «Λασκαράτος», μια ευαισθησία και δεκτικότητα, που τις έχει θρέψει η ζωντανή παράδοση αυτού εδώ του τόπου δεκάδες χρόνια. Αλλά, ακόμη πιο αυξημένες είναι οι υποχρεώσεις όταν πρόκειται να μιλήσει ένας Ληξουριώτης μπροστά σε –κυρίως- Ληξουριώτες για ένα «δύσκολο» - επιτρέψτε μου για την ώρα αυτό το χαρακτηρισμό – για ένα «δύσκολο» Ληξουριώτη, όπως ήταν ο Λασκαράτος.
          Θα προσπαθήσω, πάντως, να διαφωτίσω τις πιο ενδιαφέρουσες πλευρές της προσωπικότητάς του όσο γίνεται πιο αντικειμενικά, ώστε να εκτιμήσουμε και να αξιολογήσουμε το έργο και τη γενικότερη προσφορά του δίκαια και σωστά, χωρίς προκαταλήψεις και υποκειμενικές αυθαιρεσίες.

          Ο Α. Λασκαράτος γεννήθηκε στο Ληξούρι το 1811 και πέθανε 90 χρόνων στο Αργοστόλι το 1901. Έζησε δηλαδή όλο σχεδόν το 19ο αιώνα. Από τον πατέρα του Γεράσιμο ήταν άρχοντας του Libro doro, με αγροτική περιουσία στα περίφημα Ριτσάτα. Επίσης και από τη μητέρα του Στυλιανή Μάνεση ανήκε στους προύχοντες του Ληξουριού. Οι εγκύκλιες σπουδές του έγιναν στο Ληξούρι, στο Αργοστόλι και στη σχολή του Νεόφυτου Βάμβα στο Κάστρο. Ως μαθητής ήταν έξυπνος αλλά αμελής και απείθαρχος. [Ανάγνωση αποσπάσματος από την Αυτοβιογραφία – Άπαντα, τόμ. Α΄, σ.5]
          Από το 1828 μέχρι το 1834 έζησε στην Κέρκυρα, κοντά στο θείο του Δημήτριο Δελαδέτσιμα, πολιτικό ενταγμένο στην αγγλόφιλη πολιτική. Τότε φοίτησε για λίγο στην Ιόνια Ακαδημία, στο Νομικό Τμήμα. Εκεί στην Κέρκυρα γνώρισε και τον Δ. Σολωμό, τον οποίο επισκεπτόταν στο σπίτι του και του έδειχνε τα στιχουργήματά του. Επιστρέφοντας στο νησί έμεινε μέχρι το 1836, για να φύγει μετά για νομικές σπουδές στο Παρίσι, ικανοποιώντας την επιθυμία του πατέρα του, ενώ ο  ίδιος ήθελε να γίνει γιατρός. Συνέχισε τις νομικές σπουδές του στην Πίζα, απ’ όπου πήρε το 1839 το δίπλωμά του.
        Εγκαταστάθηκε στο Ληξούρι και προσπάθησε να ασκήσει τη δικηγορία. Αισθανόταν όμως αποστροφή προς το επάγγελμα του δικηγόρου, γι’ αυτό και μετά από τέσσερα χρόνια το εγκατέλειψε. Το 1846, σε ηλικία 35 χρόνων,  παντρεύτηκε την Πηνελόπη Κοργιαλένια, κόρη του μεγαλέμπορου Δημήτριου Κοργιαλένια, η οποία του παραστάθηκε και τον ενδυνάμωνε σε όλες τις τρικυμίες της ζωής του.  Απέκτησαν 9 παιδιά, 7 κόρες και 2 γιους,- μια μεγάλη οικογένεια που του δημιούργησε απέραντη ευτυχία αλλά και σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Ακούμε δυο χαρακτηριστικά για τη γυναίκα του ποιήματά του. [Ανάγνωση ποιημάτων «Εις Λονδίνον το 1851», τόμ. Β, σ. 504, και «Ω Πηνελόπη μου», τόμ. Γ, σ. 166]

          Το 1854 εγκαταστάθηκε στο Αργοστόλι, όπου και θα ζήσει όλη σχεδόν την υπόλοιπη ζωή του. Αν εξαιρέσουμε τα έξι χρόνια στην Κέρκυρα, τα τρία φοιτητικά του χρόνια στο Παρίσι και την Πίζα,  μια σύντομη περιοδεία στην Κρήτη και άλλες δυο ετήσιες περίπου αποδημίες του στο Λονδίνο (1851 και 1856-57) ο Λασκαράτος έζησε όλη την υπόλοιπη ζωή του στην Κεφαλονιά, στο Ληξούρι μέχρι το 1854 και από τότε και στο εξής στο Αργοστόλι.
          Το Φεβρουάριο του 1856 εκδίδονται τα Μυστήρια της Κεφαλονιάς, το μοιραίο βιβλίο της ζωής και της σταδιοδρομίας του. Ακολουθούν ο αφορισμός του από τον μητροπολίτη του νησιού Σπυρίδωνα Κοντομίχαλο και τα έκτροπα του φανατισμένου πλήθους. Φεύγει για τη Ζάκυνθο, όπου του επιφυλάσσεται νέος αφορισμός. Νέα φυγή τούτη τη φορά μακριά από την Ελλάδα, στο Λονδίνο. Επιστροφή στη Ζάκυνθο τον Ιανουάριο του 1857. Μετά από δυο χρόνια εκδίδει τη μικρή οικογενειακή εφημερίδα με το συμβολικό τίτλο Λύχνο. Η έκδοση, όμως, του Λύχνου του δημιουργεί νέες περιπέτειες, καθώς έρχεται σε σύγκρουση με τον ηγέτη των Ενωτιστών Κ. Λομβάρδο από τη Ζάκυνθο και καταδικάζεται σε φυλάκιση. Στην εικοσαετία μετά την Ένωση παρουσιάζει πλούσια συγγραφική συγκομιδή, με τελευταίο σημαντικό έργο του, το 1886, το Ιδού ο Άνθρωπος – Ανθρώπινοι χαρακτήρες.
          Στο μεταξύ, το 1884 έρχεται η πανελλήνια αναγνώριση: ανακηρύσσεται στην Αθήνα επίτιμο μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Αξίζει στο σημείο αυτό να διαβάσουμε τι έγραψε ο Γρηγόριος Ξενόπουλος για εκείνη την εμφάνιση του εβδομηνταοκτάχρονου ήδη Λασκαράτου: «[…] Όταν ανέβηκε στο βήμα ο ισχνός και ψηλός εκείνος γέρος με την αγαθή μα κάπως ειρωνική φυσιογνωμία, με τη γρυπή μύτη, με το πλατύ μέτωπο, με τα γκρίζα γένεια, με την κυρτή κάπως ράχη, ο Επτανησιώτης αριστοκράτης με την παλαιού κοψίματος ρεδιγκότα και το ψηλό καπέλο στο χέρι, τα χειροκροτήματα ξέσπασαν από παντού. Κι έπειτα έγινε σιωπή, που, αν δεν ακουγόταν το πέταγμα της μύγας, ακουγόταν όμως η φωνή του αδύνατη, υπόβραχνη, μια αδυναμία των φωνητικών οργάνων, όπως έλεγε ο ίδιος, που πάντα τον δυσκόλευε στη ζωή και στον αγώνα του.  […] Συμπαθητκή όμως φωνούλα με τη χαρακτηριστική κεφαλονίτικη προφορά. […]».
          Το 1889 ο φωτισμένος ιεράρχης της Κεφαλονιάς Γεράσιμος Δόριζας, που οι οπαδοί της θρησκοληψίας τον διέβαλαν ως αιρετικό, προτεστάντη και «οπαδόν αναρχικών ιδεών»,  θα ζητήσει, χωρίς να γνωρίζει τίποτε σχετικό ο Λασκαράτος, την άρση του αφορισμού, με αναφορά του προς τη Σύνοδο. Η τελευταία όμως απαιτούσε, σύμφωνα με το Κανονιστικό Δίκαιο, και δήλωση μετάνοιας από τον Λασκαράτο, κάτι που ο ίδιος αρνήθηκε. Και τότε ο Δόριζας, διακινδυνεύοντας το αξίωμά του και το κύρος του, έγινε απολογητής των λασκαράτειων αντιλήψεων, καθώς επέμενε στη Σύνοδο ότι ο Ληξουριώτης στοχαστής είναι πιστό τέκνο της Εκκλησίας, γεγονός που έπεισε τη Σύνοδο «να άρη και άνευ ομολογίας το επιτίμιον»  τον Ιανουάριο του 1900.  Τη νύχτα της 23ης προς 24η Ιουλίου του 1901 ήρθε ήρεμα το τέλος. Και έτσι, ο πρώην απόβλητος της Εκκλησίας κηδεύτηκε με όλες τις τιμές μέσα σε πανελλήνια αναγνώριση.

          Στο διάστημα του μακρόχρονου βίου του Λασκαράτου σημειώθηκαν σημαντικότατα γεγονότα στη νεοελληνική Ιστορία αλλά και ειδικότερα στην επτανησιακή. Όταν ήταν δέκα χρόνων, το 1821, ξέσπασε  η Ελληνική Επανάσταση.  Παραταύτα δε φαίνεται να επηρεάστηκε καθόλου από το συγκλονιστικό εκείνο γεγονός, καθώς η μούσα του έμεινε ασυγκίνητη και ξένη προς τον ελληνικό ξεσηκωμό. Αλλά και ως πολίτης του αγγλικού προτεκτοράτου των Επτανήσων, καθώς έζησε όλη σχεδόν την περίοδο της Αγγλοκρατίας,  δε συγκινήθηκε καθόλου από το μεγαλειώδη ενωτικό αγώνα των Ριζοσπαστών. Έδειξε, ωστόσο, ιδιαίτερη προσοχή στα ζητήματα της ορθόδοξης πίστης και λατρείας, καθώς εκείνη την περίοδο της ξενοκρατίας παρατηρείται, και για λόγους αντικειμενικούς, μια γενικότερη αμάθεια στον κλήρο – πέρα από ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις – και μια συνακόλουθα προκλητική εκμετάλλευση της ευπιστίας των λαϊκών μαζών. Μετά την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα ο Λασκαράτος βίωσε τις προσπάθειες του νεοελληνικού κράτους για παραπέρα ανάπτυξη των συνόρων στο πλαίσιο της Μεγάλης Ιδέας και για εκσυγχρονισμό του κρατικού μηχανισμού μέσα κυρίως από την πολιτική του Χ. Τρικούπη. Τέλος, την ίδια περίοδο έζησαν και δημιούργησαν στα Ιόνια και στην Ελλάδα οι Σολωμός, Κάλβος, Βαλαωρίτης, Άβλιχος, Ραγκαβής, Ροϊδης, Ψυχάρης, Παλαμάς, Παπαρρηγόπουλος κ.ά., με κάποιους από τους οποίους βρισκόταν σε επικοινωνία.
          Μέσα σε αυτό, λοιπόν, το ιστορικοπολιτικό και πνευματικό κλίμα έζησε, έδρασε και ανέπτυξε την προσωπικότητά του ο Λασκαράτος.

          Ποια ήταν όμως αυτή η προσωπικότητα;
          Είναι άρχοντας του Libro doro με αρκετή περιουσία. Είναι σπουδασμένος στην Ευρώπη, «φωτισμένος», πουριτανός, «μεταρρυθμιστής», αλλά κοινωνικά και πολιτικά συντηρητικός. Απαλλαγμένος από άμεσες βιοτικές φροντίδες επί πολλά χρόνια, στοχάζεται και γράφει για την οικογένεια, τη θρησκεία, την πολιτική, την κοινωνία και τη γλώσσα, δημοσιογραφεί συνέχεια, αλληλογραφεί με σύγχρονούς του λογίους, δημοσιεύει ποιήματα ή κείμενα κριτικής, πολεμικής και στοχασμών.
          Τα κτήματά του τα καλλιεργεί με σέμπρους και το καλοκαίρι συνήθως το περνάει στα Ριτσάτα. Βρίσκεται σε συνεχή αντιδικία με τους σέμπρους του, γιατί δεν είναι, κατά τη γνώμη του, εντάξει στις υποχρεώσεις τους, ή με τους γύρω χωρικούς, γιατί του ρημάζουν την περιουσία του, δημοσιεύοντας γράμματα στις εφημερίδες, υποβάλλοντας αναφορές στις αρχές και τρέχοντας στα δικαστήρια.
          Το 1856 έρχεται το σκάνδαλο του αφορισμού. Και αμέσως μετά ακολουθούν εξευτελισμοί, διωγμοί, εξορία και ποικίλα βάσανα. Με τους κατατρεγμούς, τα κτήματα παραμελούνται, οι οικονομικές του δυνατότητες περιορίζονται κατά πολύ και αρχίζουν τα δάνεια, ενώ η γυναίκα του – πολύτιμος συμπαραστάτης του – ανοίγει, όχι για μεγάλο διάστημα,  ιδιωτικό σχολείο στο Αργοστόλι (1863).
          Και όσο περνούν τα χρόνια, ο απροσάρμοστος, εριστικός και εκρηκτικός Λασκαράτος γίνεται λιγότερο οξύς και επιθετικός, όλο πιο ήπιος και νηφάλιος. Ιδίως μετά τη δίκη του με τη Σύνοδο (τέλη του 1869) ζει ήσυχα κοντά στη μεγάλη οικογένειά του, σεβαστός και αναγνωρισμένος από το πανελλήνιο πνευματικό κοινό.
          Θα εξετάσουμε στη συνέχεια τις κυριότερες εκδηλώσεις της προσωπικότητάς του: τη στάση του απέναντι στη θρησκεία και την Εκκλησία και την περιπέτεια του αφορισμού, τις πολιτικές και κοινωνικές του αντιλήψεις, τις γλωσσικές του απόψεις, τη σάτιρά του και τέλος το συγγραφικό του έργο.


 Οι θρησκευτικές του αντιλήψεις – Ο αφορισμός

          Ο Λασκαράτος πολέμησε με πάθος την τυπολατρία της Εκκλησίας και τις υπερβολές του κλήρου. [Ανάγνωση από Τα Μυστήρια της Κεφαλονιάς / «Θρησκευτικά», τόμ. Α΄, σσ. 133-135 και σ. 123]. Αυτό δε σημαίνει πως ήταν άθεος. Αντίθετα, παρέμεινε σταθερός στη θρησκευτική του πίστη και, μάλιστα, με κάθε ευκαιρία ομολογούσε με παρρησία και χωρίς περιστροφές την πίστη του στο Θεό. Μόνο που η πίστη του αυτή διακρινόταν από πανθεϊσμό και ορθολογισμό. Είναι επηρεασμένη σίγουρα από το φιλοσοφικό ορθολογισμό   του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και το φιλελευθερισμό της Γαλλικής Επανάστασης και  ίσως και από τις αντιλήψεις της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Γι’ αυτό ακριβώς διαφοροιποιείται αρκετά από το επίσημο δόγμα και την Παράδοση της Ορθοδοξίας.
          Η μελέτη των σχετικών λασκαράτειων κειμένων μας πείθει ότι ο Ληξουριώτης στοχαστής ως θρησκευόμενη προσωπικότητα «πάλλεται από θρησκευτική συγκίνηση και στοχασμό». Διακατέχεται, βέβαια, από «μια, γενική και αόριστη ίσως, ορθολογιστική και όχι ορθόδοξη, αλλά πάντως βαθύτατη πίστη στο Θεό». Είναι οπαδός της θρησκείας του Χριστού, χωρίς μεταφυσικές ανησυχίες, καθώς η «μυστική» πνευματικότητα της Ορθοδοξίας τον άφησε εντελώς ασυγκίνητο. Ας ακούσουμε σχετικό απόσπασμα. [Ανάγνωση από την Απόκριση εις τον Αφορεσμόν, τόμ. Α΄, σσ. 306-307]. Απ’ όσα ακούσαμε, νομίζω ότι αναμφισβήτητα μπορούμε να συμφωνήσουμε πως το «πιστεύω» του διαφέρει από το επίσημο χριστιανικό, παραμένει όμως γνήσιο και ειλικρινές, ικανό να εκφράσει μια ζωντανή και πηγαία θρησκευτική προσωπικότητα, πέρα από δόγματα, παρεκκλίσεις και θρησκευτικές ή πολιτικές σκοπιμότητες.
          Αν, τώρα, θελήσουμε να εξετάσουμε την πολιτική σημασία που είχε  ο θρησκευτικός φιλελευθερισμός και ορθολογισμός του Λασκαράτου στην πράξη, όταν δηλαδή τον έφερε σε μετωπική ρήξη με τον κλήρο της Κεφαλονιάς τον εποχή που στο νησί και γενικότερα στα Επτάνησα είχε ξεδιπλωθεί ο ριζοσπαστικός ενωτικός αγώνας, τότε τα πράγματα είναι διαφορετικά.  Στην προκειμένη περίπτωση οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας την αντιφατική προσωπικότητα του Ληξουριώτη στοχαστή, την οποία συνδιαμορφώνουν δυο αντίρροπες δυνάμεις, ο θρησκευτικός φιλελευθερισμός και ορθολογισμός και η συντηρητική πολιτική ιδεολογία. Τον  πρώτο τον έμαθε με τις σπουδές του  στη Δύση, ενώ τη δεύτερη του την καλλιέργησε η αρχοντική του καταγωγή και η κοινωνική του τάξη, από την οποία ουσιαστικά ποτέ δεν αποδεσμεύτηκε.
          Οι δυο αυτές δυνάμεις, αντιφατικές μεταξύ τους, ενισχυμένες και από την εριστική του ιδιοσυγκρασία, του διαμόρφωσαν μια «δύσκολη», μια ιδιόρρυθμη προσωπικότητα, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί ο, κατά τα άλλα πανέξυπνος,  Λασκαράτος  σε λαθεμένη ερμηνεία της σύγχρονής του κοινωνικής κατάστασης. Έτσι, πίστεψε ότι η κακοδαιμονία της επτανησιακής και ειδικότερα της κεφαλονίτικης κοινωνίας οφειλόταν  στην απουσία πραγματικής  θρησκευτικής συμπεριφοράς και ζωής στην άρχουσα τάξη και στην έλλειψη μόρφωσης και κριτικής ικανότητας  στο λαό. Το πρώτο ξεστρατίζει τον άνθρωπο από το λόγο και το νόμο του Θεού, που είναι η ηθική και η αγάπη και γι’ αυτό  τον οδηγεί στη δημοκοπία και την «αγυρτεία», θρησκευτική και πολιτική. Το δεύτερο καλλιεργεί τις κατάλληλες συνθήκες, για να  δράσουν οι δημοκόποι και «αγύρτες». [Ανάγνωση από Τα Μυστήρια της Κεφαλονιάς, τόμ. Α΄,  σσ. 94-96].
          Μέσα σε αυτό το συλλογιστικό σχήμα κινήθηκε ο κοινωνικός προβληματισμός του Λασκαράτου. Έκανε σωστή διάγνωση της κοινωνικής κατάστασης, αλλά δεν μπόρεσε να εντοπίσει την πραγματική αιτία της. Και όχι μόνο αυτό: επιπλέον, ως αιτία εξέλαβε το κοινωνικό αποτέλεσμα. Έτσι, νομίζοντας ότι εντόπισε τα αίτια της κοινωνικής κακοδαιμονίας, βάλθηκε να διορθώσει την κοινωνία. Προσέδωσε, λοιπόν, στον εαυτό του «ιεραποστολική» ιδιότητα και με αίσθημα ευθύνης ανέλαβε έργο «αναγεννητικό» και «ανακαινιστικό», έτοιμος να χτυπήσει και να χτυπηθεί με τα δύο θηρία, την πλάνη και την ανοησία. Ξεκινούσε το διμέτωπο αγώνα του, θρησκευτικό κατά της Εκκλησίας και πολιτικό κατά του Ριζοσπαστισμού.
          Το όλο θέμα του «αφορισμού» συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της όλης προσωπικότητας του Λασκαράτου. Το 1856, όταν εκδόθηκαν τα Μυστήρια της Κεφαλονιάς –βιβλίο πολεμικής κατά της Εκκλησίας και κατά των  Ριζοσπαστών – η Εκκλησία προχώρησε σε μια φοβερή πράξη μεσαιωνικού σκοταδισμού σε βάρος του Λασκαράτου: αφόρισε και το βιβλίο του και τον ίδιο (ενώ στην περίπτωση του Εμμανουήλ Ροϊδη αφόρισε μόνο το βιβλίο του Πάπισσα Ιωάννα). Οι καμπάνες σήμαιναν νεκρικάτα κι ένας απαράδεκτος λίβελος, προσβολή για το ανθρώπινο πνεύμα, διαβάστηκε στις εκκλησίες. Η πράξη του αφορισμού ήταν ολέθριο σφάλμα, που κυρίως έβλαψε την Εκκλησία παρά τον Λασκαράτο. Η πρώτη εκτέθηκε ως ανελεύθερη, μη ανεκτική και, γιατί όχι, εκδικητική, ενώ ο δεύτερος δικαιώθηκε αλλά και  μυθοποιήθηκε. Εξάλλου, όσο κι αν η πρακτική του αφορισμού ήταν τότε κάτι το συνηθισμένο για κοινά κυρίως αδικήματα – και είναι γνωστές πολλές τέτοιες περιπτώσεις -  ο συγκεκριμένος αφορισμός ήταν μια πράξη σίγουρα άδικη αλλά και νομικά άκυρη, καθώς δεν είχε συσταθεί, όπως όριζε η σχετική νομοθεσία, εκκλησιαστικό δικαστήριο.
          Ο Λασκαράτος δεν κάθησε με τα χέρια σταυρωμένα. Θεώρησε αναγκαίο να απαντήσει. Κι όταν κανείς πρέπει να αντικρούσει μια φοβερή ποινή, όπως είναι ο εκκλησιαστικός αφορισμός, με ποικίλες συνέπειες για τον ίδιο τον «αφορισμένο» και το οικογενειακό του περιβάλλον, είναι λογικό να εξοπλιστεί όσο γίνεται τελειότερα, προκειμένου να καταστεί νικηφόρα η αντεπίθεσή του. Και ο Λασκαράτος χρησιμοποίησε ως όπλα του  το δίκιο, την αλήθεια, τη γνώση, τη σάτιρα και την ειρωνεία: βασίστηκε στο δίκιο, αξιοποίησε τη γνώση, χρησιμοποίησε την αλήθεια, και μεταχειρίστηκε τη σάτιρα και την ειρωνεία, και όλα αυτά με τη μεγαλύτερη δυνατή αγωνιστικότητα και με καταπληκτική ευστοχία. Η Απόκριση εις τον Αφορεσμόν του Κλήρου της Κεφαλονιάς είναι το πιο δυνατό έργο του, το οποίο όμως, ενώ το έγραψε ευθύς αμέσως εκείνο τον καιρό του διωγμού (1856),  τον εξέδωσε μετά  από δώδεκα χρόνια (1868). Ο λασκαράτειος λόγος σε αυτό το βιβλίο «χύθηκε καυτός, συντριπτικός, μαστίγιο που ματώνει και η Απόκριση ολόκληρη έγινε σωστός  καταπέλτης». Και τελικά, ο Λασκαράτος όχι μόνο με στέρεα επιχειρήματα αντέκρουσε τον αφορισμό του, αλλά και τον γελοιοποίησε και επιπλέον από κατηγορούμενος έγινε δριμύς κατήγορος. Το απόσπασμα από την Απόκριση εις τον Αφορεσμόν που θα ακούσουμε, δείχνει την αξιοθαύμαστη ψυχική του δύναμη, μια δύναμη εκδηλωμένη σε  μέρες διωγμού και ποικίλων βασάνων, σε ώρες  κινδύνου και αδιεξόδου. [Ανάγνωση από τον τόμ. Α΄,  σ. 296].
          Μετά την Απόκριση ήρθε το βιβλίο του Η δίκη μου με τη Σύνοδο (1869). Αναφέρεται στη δίκη που προκάλεσε η Σύνοδος εξαιτίας της Απόκρισής του και ο Λασκαράτος δικάστηκε στο Κακουργιοδικείο του Αργοστολιού. «Η υπόθεσή μου», θα γράψει ο Λασκαράτος, «ήτον μία  από εκείνες διά τες οποίες κάθε δικαστής πηαίνει στο Δικαστήριο με την απόφαση καμωμένη». Οι ένορκοι όμως τον αθώωσαν. Στο βιβλίο, πάντως, αυτό ο Λασκαράτος, «είτε γιατί έχουν περάσει τα χρόνια (από το 1856) και έχει υποχωρήσει η πρώτη έξαψη, είτε γιατί  θέλει  να τελειώση πια  μ’ αυτήν την υπόθεση χωρίς νέες περιπέτειες, είτε γιατί  το θέμα είναι ουσιαστικά το ίδιο, δεν είναι τόσο μαχητικός. Χωρίς  να κάνη την παραμικρή υποχώρηση στις πεποιθήσεις του, τώρα είναι πιο μετριοπαθής, πιο ήρεμος, πιο μειλίχιος». Μετά από τη δημοσίευση αυτού του βιβλίου η Εκκλησία δεν ξαναενόχλησε τον Λασκαράτο, ούτε αυτός επανήλθε στην εναντίον της πολεμική.


Οι πολιτικές του αντιλήψεις

          Επανερχόμενοι στις πολιτικές του αντιλήψεις, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι ο Λασκαράτος αγνόησε τη  βασική αιτία της κακοδαιμονίας τότε στα Επτάνησα, δηλαδή την αγγλική κατοχή. Αντίθετα, οι Ριζοσπάστες αυτήν θεωρώντας την, και σωστά, ως κύρια αιτία, αγωνίστηκαν να την εξαλείψουν. Το ριζοσπαστικό ενωτικό κίνημα απαιτούσε την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, ζητώντας ταυτόχρονα τη γενική δημοκρατική ανάπλαση του νεοελληνικού κράτους. Ο Λασκαράτος, όμως, με όση δύναμη πολέμησε τα κακώς κείμενα της Εκκλησίας με άλλη τόση πολέμησε και το ριζοσπαστικό κίνημα και τον εθνικοδημοκρατικό του αγώνα, τολμώντας να υποστηρίξει μάλιστα ότι πίσω από την Εκκλησία που τον καταδίωκε κρύβονταν οι Ριζοσπάστες! Αν και πανέξυπνος, ιδεολογικά όμως δέσμιος της κοινωνικής τάξης ο Λασκαράτος, και γι’ αυτό ξεκομμένος από την ιστορική πραγματικότητα της εποχής του, δεν μπόρεσε να καταλάβει τον ενωτικό ριζοσπαστικό αγώνα, επηρεάστηκε από λεπτομέρειες πολύ δευτερεύουσας  σημασίας - τα δέντρα τον εμπόδισαν να δει το δάσος – και πολέμησε χωρίς κανένα δισταγμό τους Ριζοσπάστες. Στα παρακάτω αποσπάσματα από Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς ο Λασκαράτος αποτυπώνει με καθαρό τρόπο η άποψή του για το ριζοσπαστικό κίνημα και τους ηγέτες του. [Ανάγνωση από τον τόμ.  Α΄,  σ. 148 και σσ. 155-156].
          Δείγμα, επίσης,  της πολιτικής του εμπάθειας προς τον καθένα που μάχεται κατά της Προστασίας και των ντόπιων υποστηρικτών της είναι το πολύστιχο στιχούργημά του «Η Βάρκα-Κανονιέρα ή η Φιλελευθερία Κεφαλονίτισα». Αναφέρεται στις ταραχές που σημειώθηκαν στο Αργοστόλι το 1833 και δε διστάζει να ονοματίσει εκείνη τη φιλελευθερία των Κεφαλονιτών με το όνομα μιας πόρνης, της Βάρκας-Κανονιέρας.
          Όταν το νησί συγκλονιζόταν από τις εξεγέρσεις του 1848 και 1849 και η Αγγλική Προστασία, μετά το  όργιο τρομοκρατίας και θανατώσεων που είχε επιβάλει, ζητούσε να διασκεδάσει την παγκόσμια κατακραυγή με κατευθυνόμενα ευχαριστήρια έγγραφα, ανάμεσα στις 526 υπογραφές «καταχθονίων και σκιοφόβων ανθρώπων» διαβάζουμε και το όνομα του Ανδρέα Λασκαράτου.
          Όταν οι Ριζοσπάστες με τον ανένδοτο αγώνα τους κατόρθωσαν να εκλέξουν τους δικούς τους αντιπροσώπους στην Θ΄ Ιόνια Βουλή το 1850, τους Ηλία Ζερβό Ιακωβάτο, Ιωσήφ Μομφερράτο, Γεράσιμο Λιβαδά, για να αναφέρω τους σημαντικότερους – ήταν τότε που απέτυχε να εκλεγεί ο Λασκαράτος – ο τελευταίος, διαστρεβλώνοντας τα γεγονότα, χαρακτήριζε τους ριζοσπάστες βουλευτές δημοκόπους και αγύρτες: «Βρήκα την εκλογική κονίστρα γεμάτη δημοκόπους, που υποσχόντανε στον αμόρφωτο λαό να διώξουν τους Άγγλους και να τον ενώσουν με την Ελλάδα».
          Ενώ οι Ριζοσπάστες, με το δικό τους κοινωνικό προβληματισμό και το δικό τους ηρωϊκό αγώνα, απαιτούσαν το διώξιμο των Άγγλων από τα Επτάνησα και ζητούσαν την Ένωση με μια δημοκρατική Ελλάδα ως βασική προϋπόθεση για τη θεραπεία του κοινωνικού κακού, ο Λασκαράτος πρότεινε την εγκατάλειψη του πολιτικού αγώνα και την «ηθίκεψη της κοινωνίας» με οικογενειακές (και όχι πολιτικές) εφημερίδες, με διαπαιδαγώγηση της νεολαίας και με την «οικογενειοκρατία». [Ανάγνωση από Τα Μυστήρια της Κεφαλονιάς / «Πολιτικά», τόμ. Α΄,  σσ. 168-169].
          Αυτός ήταν ο πολιτικός Λασκαράτος: βαθειά συντηρητικός και «αντιδραστικός». Τα φιλελεύθερα και δημοκρατικά κηρύγματα του Διαφωτισμού δε βρήκαν βαθύτερη απήχηση στο μυαλό του αρχοντομαθημένου Ληξουριώτη. Γι’ αυτό πολέμησε το Ριζοσπαστισμό με το σχήμα της «αγυρτείας» και της «πλάνης». Αποδεχόταν την Αγγλική «Προστασία», ζητώντας μόνο μερικές μεταρρυθμίσεις ηθικού χαρακτήρα. Επομένως, πολύ δίκαια η Ιστορία έχει αγνοήσει τον πολιτικό Λασκαράτο. Και όπως πολύ εύστοχα έχει γράψει ο Γιώργος Αλισανδράτος «ο αντιριζοσπαστισμός του [Λασκαράτου…] κοιταγμένος από πολιτική και κοινωνική άποψη είναι ιστορικά καταδικασμένος». Ωστόσο, είναι προς τιμή του Ληξουριώτη στοχαστή ότι αργότερα, μετά την Ένωση,  παραδέχτηκε σιγά-σιγά κάποια στοιχεία κοινωνικής μεταβολής. Στα χρόνια του Χαρ. Τρικούπη, τότε που γινόταν ένας βαθύτερος αστικός μετασχηματισμός στη χώρα, ο Λασκαράτος ενστερνίστηκε το τρικουπικό ανανεωτικό πνεύμα της εποχής και καταδίκασε την κομματική διαφθορά και τη φαυλοκρατία.


Ο Λασκαράτος για τη Γλώσσα

          Ένα από τα κεφάλαια που συνθέτουν την πνευματική προσωπικότητα του Λασκαράτου είναι και η στάση που κράτησε στο γλωσσικό ζήτημα.
          Ο Λασκαράτος πιστεύει στη δημοτική και πολεμά το λογιοτατισμό. Γράφει  στη δημοτική την οποία και υπερασπίζεται με πάθος σε όλη του τη ζωή. Η επτανησιακή πνευματική παράδοση, είτε ως μελέτη είτε ως περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ασφαλώς και η Κρητική λογοτεχνία, το έργο του Βηλαρά και του Χριστόπουλου αλλά και οι σπουδές του στην Ευρώπη του έδωσαν το μεγάλο δίδαγμα για την ανάγκη της εθνικής γλώσσας. Και είναι άξιο παρατήρησης το ότι ο στοχαστής, που δεν έγραψε τίποτε για την Επανάσταση του 1821 και πολέμησε με σφοδρότητα το Ριζοσπαστισμό, συνδέει αναπόσπαστα τη γλώσσα με το έθνος και υποστηρίζει ότι το έθνος θα προοδεύσει αν βασιστεί στην εθνική-δημοτική του γλώσσα, ενώ ο λογιοτατισμός μόνο ζημιά μπορεί να φέρει. Τα 1884, στην κρίσιμη δεκαετία του γλωσσικού ζητήματος, έγραψε τις μελέτες του Περί γλώσσης και Η γλώσσα, στις οποίες αναπτύσσει τις γλωσσικές του αντιλήψεις, χωρίς να παραλείπει τις επιθέσεις του κατά του λογιοτατισμού. Στο γλωσσικό, λοιπόν, θέμα, ο Λασκαράτος εντάσσεται ανάμεσα στους πρωτοπόρους.
          Ας ακούσουμε κάποιες ενδιαφέρουσες απόψεις του για τη γλώσσα. [Ανάγνωση από τον τόμ. Γ΄,  σ. 521 και σσ. 524-525, 530].
          Είναι προφανές ότι ο Λασκαράτος αποδέχεται τον κοινωνικό προορισμό της γλώσσας και θεωρεί, πολύ σωστά, το γλωσσικό ζήτημα όχι μόνο φιλολογικό αλλά και κοινωνικό. Δέχεται επίσης την αξία της αισθητικής της γλώσσας, αν και στα γραπτά του δε φαίνεται να εφαρμόζει όσα θεωρητικά υποστηρίζει. Γι’ αυτό και η γλώσσα του είναι ακατάστατη, ακατέργαστη, πολλές φορές γεμάτη λάθη λεξιλογικά, ορθογραφικά και συντακτικά. Το λεξιλόγιό του είναι ανακατεμένο με  λόγιους τύπους και πάρα πολλούς ιδιωματισμούς, τόσους που ο αναγνώστης, εάν δεν είναι Κεφαλονίτης ή τουλάχιστον Επτανήσιος, χωρίς γλωσσάριο είναι δύσκολο να καταλάβει το κείμενο. «Είτε από αδυναμία, είτε από αδιαφορία, συνήθως παραβλέπει την επιμέλεια του ύφους και το αισθητικό αποτέλεσμα και γράφει τη δημοτική –  τη  δημοτική του καλύτερα – όπως αυτός την αισθάνεται και όσο μπορεί». Ωστόσο, ο λασκαράτειος λόγος είναι γενικά σωστά δομημένος, με τη φράση απλή και περιεκτική και τα νοήματα σαφή και καθαρά.


Η σάτιρα του Λασκαράτου

          Ο Λασκαράτος δίνει μεγάλη σημασία στη σάτιρα. Για να πολεμήσει την κοινωνική κακοδαιμονία, για να αναμορφώσει την κοινωνία, για να γίνει, τέλος πάντων, ο κοινωνικός και ηθικός αναμορφωτής, θα χρησιμοποιήσει τη σάτιρα. Ο τόπος που τον γέννησε ήταν το πιο πρόσφορο περιβάλλον, για να του καλλιεργήσει στη σατιρική διάθεση. Η λαϊκή θυμοσοφία του Ληξουριού, η κεφαλονίτικη χιουμοριστική διάθεση ανάμεικτη μ’ έναν ιδιότυπο και πνευματώδη ορθολογισμό, αποτελούν το πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα αναπτυχθεί το δικό του σπινθηροβόλο πνεύμα, δροσερό, σπαρταριστό και αστραποβόλο.
          Στο σονέτο του «Υποδοχή σατυρικού» παρουσιάζει το σατιρικό ως «ηθικό γλύπτη», ο οποίος θέλει και προσπαθεί να φιλοτεχνήσει  από το ακατέργαστο μάρμαρο το άγαλμα του ανθρώπου στολισμένο με ηθική και ανθρωπιά. Στα «Στιχουργήματά» του (1872) η σάτιρα παρομοιάζεται με «ηθική εγχείριση» της κοινωνίας που θα της χαρίσει την πνευματική και ηθική της υγεία. Πιο συστηματικά, βέβαια, μας δίνει τη διδακτική και ηθική αποστολή της σάτιρας στο Δοκίμιον Ποιητικής (1877). Ας ακούσουμε το σχετικό απόσπασμα [Ανάγνωση από τον τόμ. Β΄, σσ. 318-319].
          Έτσι, λοιπόν,  «όλη του η σάτιρα (θρησκευτική, κοινωνική, πολιτική, και φιλολογική), αλλά και όλο του το έργο γενικά πηγάζει από ύψιστο ηθικό αίτημα και παίρνει ενσυνείδητα ηθικολογικό και διδακτικό χαρακτήρα. Ο Λασκαράτος με τη σάτιρά του γίνεται ο ανένδοτος αγωνιστής της αρετής, ο “ήρωας της αρετής και της γενναιότητος”». Άλλωστε, ο ίδιος  υπήρξε άτομο  ενάρετο και πολίτης έντιμος. Γι’ αυτό ακριβώς ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα αυστηρός και ανυποχώρητος στην κριτική του. Πίστευε στη δύναμη της αλήθειας, την οποία νόμιζε ότι κατείχε και την οποία ήθελε να αποκαλύψει στην κοινωνία. Έχει γράψει χαρακτηριστικά: «Αφορεσμοί, φτυσιές σε δημόσιο μέρος, πετροβολισμοί στους δρόμους, φυλάκισες, εξορίες, κακολογιές, μπαστουνιές, πιστολιές, παγίδες, βρισιές, προσβολές δημόσιες κάθε λογής, φτώχεια τέλος από την εγκατάλειψη των συμφερόντων μου […], όλα αυτά αντί να μ’ αποθαρρύνουν, μ’ έκαμαν πάντα πειο δυνατό, πειο αποφασιστικό να ξαναρχίσω. Η καρδιά μου ποτέ δεν εκλονίσθηκε, ο χαρακτήρας μου ποτέ δεν έπεσε σ’ αντίφαση. Μια υπεράνθρωπη δύναμη με κυβερνούσε: η Αλήθεια». Με οδηγό, λοιπόν, την άγρυπνη συνείδησή του, με όπλο την ακαταμάχητη αλήθεια «του» και με μέσο τη σάτιρά του ο Ληξουριώτης στοχαστής επεδίωξε να γίνει ο ηθικός δάσκαλος και κοινωνικός αναμορφωτής.


 Το λογοτεχνικό του έργο

          Θα τελειώσουμε με τη σύντομη εξέταση του λογοτεχνικού έργου του Λασκαράτου, πεζογραφικού και ποιητικού, το οποίο γενικά έχει ηθικολογικό και αρετολογικό χαρακτήρα. Στα περισσότερα πεζογραφικά κείμενά του είναι κυρίως δημοσιολόγος και όχι τόσο λογοτέχνης. Έργο καθαρά λογοτεχνικό, δημιούργημα δηλαδή μυθοπλαστικής φαντασίας, ίσως δεν έχει γράψει κανένα. Παντού κυριαρχεί ο στοχασμός και ο μαχητικός συλλογισμός.
          Τα περίφημα Μυστήρια της Κεφαλονιάς (1856),  η πέτρα του σκανδάλου για τον αφορισμό αλλά και για τη φήμη του, έχουν υπότιτλο «Σκέψεις απάνου στην οικογένεια, στη θρησκεία και στην πολιτική εις την Κεφαλονιά». Οι Καταδρομές εξ αιτίας του Λύχνου (1862/1863), η Απόκριση εις τον Αφορεσμόν του Κλήρου της Κεφαλονιάς των 1856 (1867/1868) και Η δίκη μου με τη Σύνοδο (1869) είναι βιβλία πολεμικής. Τα δημοσιογραφικά, θρησκευτικά, πολιτικά και γλωσσικά του άρθρα το ίδιο. Η Στιχουργική της Γραικικής γλώσσης (1865), το Δοκίμιον Ποιητικής (1877)  και η Τέχνη του δημηγορείν και συγγράφειν (1878, έκδ. 1954) είναι τεχνολογικά δοκίμια. Η Αυτοβιογραφία του, ιταλικά γραμμένη (1863-1898) είναι ντοκουμέντο μιας εποχής και όχι βέβαια έργο φαντασίας. Οι Στοχασμοί του (έκδ. 1921), όντας μια συλλογή συμπυκνωμένων σκέψεων, έχουν καθαρά γνωμολογικό χαρακτήρα. Οι Χαρακτήρες του – Ιδού ο άνθρωπος - (1886),  έργο σοφό, γραμμένο με εύστοχη κοινωνική  παρατήρηση και οξυδέρκεια, έχουν μεγάλο ενδιαφέρον από την άποψη της χαρακτηρολογίας. Μπορεί να πει κάποιος ότι αυτό του το έργο πλησιάζει προς τη λογοτεχνία, αν και εδώ κυριαρχεί η σκέψη, ο στοχασμός.
          Λογοτεχνικό έργο, δημιούργημα δηλαδή της φαντασίας, είναι το Ήθη, έθιμα και δοξασίες της Κεφαλονιάς (έκδ. 1924).  Αλλά κι αυτό, παρ’ όλο που διαθέτει αρκετή φαντασία και νόστιμη σάτιρα, δεν έχει σπουδαία λογοτεχνική αξία. Είναι  διηγήσεις, όπου μεταφέρονται αυτούσιες οι λασκαράτειες ιδέες για τη θρησκεία, την κοινωνία και την πολιτική.  
          Όσο για την ποίησή του, έχει συζητηθεί αρκετά η ποιότητά της. Είναι παραδεκτό ότι η ποιητική προσφορά του Λασκαράτου δεν ανεβαίνει σε μεγάλα ύψη. Άλλωστε, και ο ίδιος είχε επίγνωση των δυνάμεών του και με την ειλικρίνεια που τον χαρακτήριζε, ομολογούσε την αδυναμία του: Πρώτα με τον τίτλο της συλλογής του Στιχουργήματα διάφορα (1872) – όχι ποιήματα. Έπειτα, όπως τελειώνει τον πρόλογο στη Βάρκα –Κανονιέρα, καθώς αναφέρει ότι δεν κατόρθωσε να την ολοκληρώσει: «Επιθύμησα πάντα ν’ ανεβώ εις τον Παρνασσό, και πάντα μισοστρατίς ο ανήφορος μ’ εβάρυνε κ’ εγύρισα οπίσω. Δεν είχα τα φτερά του φίλου μου του Βαλαωρίτη». Ενώ αλλού έγραφε: «Εγώ δεν εστάθηκα ποτέ ποιητής, δεν έκαμα ποτέ ποίησες […], έκαμα στίχους». Αλλά και ο Παλαμάς έλεγε για τον Λασκαράτο ότι «είναι πολύ περισσότερον πολεμιστής ή όσον είναι ποιητής». Η μεγάλη του μέριμνα και αγωνία δεν ήταν η ποίηση αλλά οι ιδέες.
          Ωστόσο, η μορφική τελειότητα του στίχου του είναι συνήθως άψογη, ιδίως στον ενδεκασύλλαβο, στον οποίο είχε ασκηθεί λόγω της μακροχρόνιας αναστροφής του με την ιταλική ποίηση. Αλλά και ως περιεχόμενο τα ποιήματά του, ιδίως τα σατιρικά, έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Οι σατιρικές γελοιογραφίες και οι παρωδίες του είναι μοναδικές στη νεοελληνική ποίηση. Το σπινθηροβόλο και δηκτικό πνεύμα του αστράφτει πραγματικά στο «Ληξούρι εις τους 1836», στο «Γιατί τα τάλαρα τα λένε τάλαρα», στα σονέτα «Εις τον Έρωτα», «Η Δευτέρα Παρουσία», «Στην εικόνα μου», «Συχαριάσματα εις γενέθλια γαϊδάρου», και στη χαριτωμένη εκείνη παρωδία Καυγάς μεταξύ Αγαμέμνονος και Αχιλλέως με τους αμίμητους αναχρονισμούς της. Θ’ ακούσουμε αποσπάσματα από το «Γιατί τα τάλαρα τα λένε τάλαρα». [Ανάγνωση από τον τόμ. Β΄, σσ. 465-466,469-470].


          Η σύντομη αυτή αναδρομή,  που κάναμε στη ζωή και το πολύμορφο έργο του Ανδρέα Λασκαράτου,  μας βοηθάει, νομίζω, να σχηματίσουμε μια όσο γίνεται πιο  αντικειμενική εικόνα της προσωπικότητάς του. Τα κύρια χαρακτηριστικά της είναι ο στοχασμός, η μαχητικότητα και η εντιμότητα. Αν θέλαμε να εκφραστούμε πολύ επιγραμματικά, θα τον χαρακτηρίζαμε στοχαστή, αγωνιστή στοχαστή. Έκανε τριπλό αγώνα στη ζωή του, ηθικοθρησκευτικό, πολιτικό και γλωσσικό, με συνείδηση ευθύνης, με ήθος υπέροχο και με ψυχική αντοχή καταπληκτική – «με παστρικόν νουν και καθαρήν καρδίαν», όπως λέει ο ίδιος.
          Παρ’ όλες τις επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κάποιος για ορισμένες πλευρές του έργου του, δεν μπορεί να μην εκτιμήσει την υψηλή αντίληψη, που είχε για την ευθύνη της ζωής, και την άκαμπτη πίστη του στην ηθική αξία του αγώνα. Πλανήθηκε, βέβαια, και αρκετά,  στα κοινωνικο-πολιτικά ζητήματα. Δεν μπόρεσε να κάνει την υπέρβαση, να απαγγιστρωθεί από την ταξική του θέση. Κι αν δεν είναι μεγάλος λογοτέχνης ή ποιητής, είναι βαθύτατα ανθρωπιστής και ο καλύτερος σατιρικός μας. Με τη ζωή και το έργο του προσπάθησε να βοηθήσει στην ηθικοποίηση του ανθρώπου.
          Σήμερα που πέρασαν οι οξύτητες της εποχής του, ο Ανδρέας Λασκαράτος αναγνωρίζεται ως ηθική προσωπικότητα πρώτου μεγέθους στο νεοελληνικό 19ο αιώνα, μια σεβαστή μορφή των Γραμμάτων μας. Το έργο του έχει γίνει πανελλήνια γνωστό, ξεπερνώντας ακόμη και τα όρια της Ελλάδας. Σήμερα  μπορεί να υπερηφανεύεται η Κεφαλονιά και ειδικότερα το Ληξούρι που τον γέννησε και τον έθρεψε, ενώ ο ίδιος μπορεί ήσυχος να κοιμάται στο Δράπανο του Αργοστολιού,  όπου είναι θαμμένος. Σήμερα, μέσα στην ηθική ταλαιπωρία της εποχής μας, μορφές σαν του Λασκαράτου στέκουν σύμβολα ηθικής ελευθερίας, συνέπειας  και αντοχής.

          Θα κλείσουμε μ’ ένα υπέροχο ποίημα του τιμώμενου απόψε Λασκαράτου, μέσα στο οποίο καθρεπτίζεται η ευθύνη και η έγνοια που ένιωθε για τον άνθρωπο και τον προορισμό του στη γη. Τιτλοφορείται «Κληροδοτήματα». [Ανάγνωση από τον τόμ. Γ΄,  σ. 100].