Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΤΕΡΝΟ ΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΜΑ ΜΑΖΙ ΣΤΟΝ ΣΠΥΡΟ ΛΟΥΚΑΤΟ




Επικήδειος λόγος μπροστά στη σορό του Σπ. Λουκάτου, 
στην εκκλησία της Παναγίας της Δραπανιώτισσας στις 19-9-2014.


          Όλοι εμείς εδώ, κληρικοί και λαϊκοί, μαζί με παλιούς συναγωνιστές και συντρόφους και παλιούς μαθητές του νεκρού, στεκόμαστε με βαθιά θλίψη μπροστά στο φέρετρο ενός άξιου αγωνιστή, ενός έξοχου δασκάλου, ενός καταξιωμένου επιστήμονα, ενός δικού μας ανθρώπου, του Σπύρου  Λουκάτου.
          Στεκόμαστε με απόλυτο σεβασμό μπροστά σε ένα ατόφιο, σε ένα ακριβό κομμάτι της σύγχρονης τοπικής μας ιστορίας.

          Είμαστε εδώ, για να δώσουμε το στερνό μας αντίο σ’ έναν συμπατριώτη μας, που τα δύσκολα χρόνια της ιταλογερμανικής κατοχής πολέμησε για την πατρίδα, δηλαδή για μας.
          Είμαστε εδώ, για να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας σ’ έναν άξιο Κεφαλονίτη ιστορικό, που με το συγγραφικό του έργο ανέδειξε κρίσιμα ορόσημα της τοπικής μας ιστορίας.
         Είμαστε εδώ για να αναλογιστούμε, πολίτες και Πολιτεία, τι χρωστάμε στο σημερινό μας νεκρό και πώς θα αξιοποιήσουμε το Λόγο και την Πράξη του.

          Οι δύο αρετές, που αρμονικά δεμένες κυριαρχούν στην ιστορία της χώρας μας, θαυμάζονται και τραγουδιούνται, αποτυπώνονται και πραγματώνονται στις μεγάλες και στις μικρές πράξεις του λαού μας, στα πολεμικά και στα ειρηνικά του έργα είναι η λεβεντιά και η παλληκαριά. Αυτές οι δυο αρετές ήταν και τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Σπ. Λουκάτου. Λεβέντης και παλληκάρι ο ίδιος,  όμορφος δηλαδή εξωτερικά και εσωτερικά, με παράστημα αρμονικό και με ψυχή γενναία, μπήκε στο στίβο της ζωής και από νωρίς έδωσε τις μάχες του στους κάμπους και τα βουνά του νησιού του εναντίον των ξένων κατακτητών για τη λευτεριά της πατρίδας και την αξιοπρέπεια του λαού μας, κατάγγειλε την υποτέλεια και τον ωχαδερφισμό, επαίνεσε τη σεμνότητα και τη συνέπεια, ανέπτυξε μέσα από την εργατικότητα, την επίμονη έρευνα και την ευσυνειδησία τις εκπαιδευτικές και επιστημονικές του αρετές.
          Με άλλα λόγια ήρθε αντιμέτωπος με την ιστορία και έγραψε ο ίδιος ιστορία, προκάλεσε τον καιρό του και ξεπέρασε τον εαυτό του. Έκανε το Λόγο Πράξη και μετουσίωσε την Πράξη σε Λόγο.
        
          Ο Σπ. Λουκάτος υπήρξε πάνω απ’ όλα ένας αγωνιστής. Με προγονικές φιλελεύθερες, ριζοσπαστικές αρχές – πρόγονός του υπήρξε μαχητής κατά της Αγγλικής Προστασίας -  πήρε το βάφτισμα του αγώνα, όταν το φθινόπωρο του 1931, με την ευκαιρία εξέγερσης των Κυπρίων κατά της αγγλικής κατοχής του νησιού, 16χρονος τότε μαθητής του Γυμνασίου,  μαζί με συμμαθητή του έγραψε με κόκκινη μπογιά σε τοίχους και δρόμους γύρω από το Σχολείο του  αντιβρετανικά και φιλοκυπριακά συνθήματα. Το νερό είχε μπει στο αυλάκι.

          Αναντικατάστος ο ρόλος του στη συγκρότηση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) Κεφαλονιάς-Ιθάκης, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος. Κινήθηκε δραστήρια και αποτελεσματικά στους τομείς δράσης του. Τα κείμενά του στον αντιστασιακό τύπο της Κατοχής και της Απελευθέρωσης  αποπνέουν δυναμισμό, εθνική περηφάνεια και αισιοδοξία.
          Τρεις τουλάχιστο φορές σώθηκε από βέβαιο θάνατο στα κατοχικά χρόνια: γλύτωσε, μαζί με άλλους συναγωνιστές του το εκτελεστικό απόσπασμα των Γερμανών χάρη στα ηρωικά παλλαϊκά συλλαλητήρια του Απριλίου του 1944, κατόρθωσε να ξεφύγει από τον ασφυκτικό θανατηφόρο εχθρικό κλοιό στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Αίνου το καλοκαίρι του 1944, κατόρθωσε να επιζήσει μετά από σοβαρότατο τραυματισμό του μέσα στο ΕΛΑΝίτικο καράβι «Αι-Δημήτρης,  έξω από το Λεσίνι της Αιτωλοακαρνανίας. Αλλά και μετά την απελευθέρωση υπήρξε στόχος δολοφονικής απόπειρας από παρακρατικά εγκληματικά στοιχεία του νησιού. Κι αυτή η ανώμαλη πολιτική κατάσταση τον έσπρωξε στην πλήρη από τον έξω κόσμο του Αργοστολιού απομόνωση - απομόνωση βέβαια που υπήρξε παραγωγική, καθώς εκείνη την περίοδο έγραψε σε μια πρώτη μορφή την ιστορία της Κατοχής και Αντίστασης στα νησιά μας.

          Το αγωνιστικό του ήθος δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Και στα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του συνέχισε με ποικίλους τρόπους και μέσα από διάφορες κάθε φορά μορφές να αγωνίζεται ασυμβίβαστα και ανυποχώρητα για την κατοχύρωση της εθνικής μας ανεξαρτησίας, την ενδυνάμωση της δημοκρατίας και την προώθηση της  κοινωνικής προόδου. Πάντα βρισκόταν κοντά στο μαχητικό λαϊκό κίνημα, το οποίο θαύμαζε και τιμούσε. Και πάντα είχε βασικό του στήριγμα έναν αξιοθαύμαστο άνθρωπο, τη σύντροφο της ζωής του, την αγαπημένη μας κ. Ρένα.
          Ωστόσο, το μετακατοχικό κράτος τον «επιβράβευσε» για τον αντιστασιακό του αγώνα απολύοντάς τον από τη δημόσια εκπαίδευση, όπου υπηρετούσε προπολεμικά. Και αργότερα οι μηχανισμοί του μετεμφυλιακού κράτους υπονόμευσαν τη σίγουρη πανεπιστημιακή του σταδιοδρομία, μέσα από την οποία μπορούσε να προσφέρει ακόμη περισσότερα στο φοιτητόκοσμο της χώρας μας.

          Ο Σπ. Λουκάτος υπήρξε σπουδαίος δάσκαλος και καλός παιδαγωγός. Στα Σχολεία της Μέσης και στις Σχολές της Ανώτερης Εκπαίδευσης μαζί με την επιστημονική γνώση δίδασκε τους μαθητές και τους σπουδαστές του και δημοκρατία και αλληλεγγύη και ανθρωπιά και ήθος. Ιδιαίτερα στα χρόνια της εφτάχρονης δικτατορίας οι σπουδαστές του θυμούνται με αγάπη και ευγνωμοσύνη τον καθηγητή τους με τον πατριωτικό και αγωνιστικό του λόγο.

          Ο Σπ. Λουκάτος σπούδασε την ιστορική επιστήμη και την υπηρέτησε με συνέπεια. Έγνοια του ήταν η μελέτη και ανάδειξη ορόσημων/σταθμών του λαϊκού κινήματος της γενέτειράς του, χωρίς βέβαια να εγκαταλείψει την έρευνα και τη μελέτη της ελληνικής και ευρύτερα της βαλκανικής ιστορίας. Περισσότερες από 15 αυτοτελείς εκδόσεις και περισσότερες από 260 μελέτες συνιστούν τον καρπό των ερευνητικών και συγγραφικών του προσπαθειών, που αναφέρονται στην Επανάσταση του 1821,  στο όραμα της Βαλκανικής Ομοσπονδίας και την πρακτική του αποτύπωση κατά το 19ο αιώνα, στο επτανησιακό ριζοσπαστικό κίνημα,  στο πρωτοσοσιαλιστικό κίνημα στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη, στην περίοδο του Μεσοπολέμου και στην Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο (στην Ελλάδα και στην Κεφαλονιά και Ιθάκη).
            
           Το χρέος μας είναι μεγάλο απέναντι στο σημερινό μας νεκρό. Ο καλύτερος τρόπος να τιμήσουμε την προσφορά του ένας είναι: να τον έχουμε οδηγό στη σύγχρονη ζωή μας, γιατί στο πρόσωπο του Σπ. Λουκάτου ενοποιήθηκαν η θεωρία και η πράξη, και να αναδείξουμε το συγγραφικό του έργο.
          Η τοπική επιστημονική κοινότητα οφείλει να τιμήσει ξεχωριστά την προσφορά του. Οφείλει να μελετήσει το ερευνητικό/συγγραφικό του έργο, να το αναδείξει και να το συνεχίσει.
         Η τοπική εκπαιδευτική κοινότητα οφείλει να βρει τρόπους προσέγγισης του έργου του και μύησης των μαθητών στα βιβλία του, για να γνωρίσουν τη νεότερη και σύγχρονη τοπική μας ιστορία.         
         Η τοπική πολιτική εξουσία οφείλει να ακούσει και να υλοποιήσει αιτήματα εκτύπωσης ανέκδοτων μελετών του Σπ. Λουκάτου, γιατί υπάρχουν ακόμη αρκετές και αξιόλογες ανέκδοτες συγγραφές του, που δεν πρέπει να μένουν καταχωνιασμένες στο συρτάρι.
         Εμείς θα κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας, για να φέρουμε το έργο του Σπ. Λουκάτου κοντά στους μικρούς και μεγάλους Κεφαλονίτες, που τόσο αγάπησε και που γι’ αυτούς αγωνίστηκε Η τοπική κοινωνία, οι συμπολίτες μας, όλοι μας πολλά έχουμε να μάθουμε από τις μελέτες του.

  Σεβαστέ μας Δάσκαλε,
          Με τη ζωή και τη δράση σου σηματοδότησες την αδιάκοπη θέληση για ζωή, τη διαρκή αγωνιστική ετοιμότητα, τον ποθητό στόχο της επιστημονικής έρευνας και μελέτης από τη σκοπιά της κοινωνικής προόδου.
          Όπως λεβέντικα και παλληκαρίσια έζησες σε όλη σου τη ζωή, έτσι λεβέντικα και παλληκαρίσια μας αποχαιρέτησες. Δε λιγοψύχισες, γιατί ήξερες ότι κι αυτός ήταν ένας αγώνας κι όφειλες να σταθείς όρθιος. Όρθιος και με καθαρή τη σκέψη μας αποχαιρέτησες.

          Κι αφού διέτρεξες έναν αιώνα ζωής, αφού πολέμησες σε βουνά και σε πόλεις, αφού δίδαξες σε σχολεία και μίλησες σε συνέδρια μέσα κι έξω από την Ελλάδα, ξαναγυρνάς, για να μείνεις για πάντα εδώ, απ’ όπου ξεκίνησες, στα πατρικά χώματα, για τα οποία αγωνίστηκες και κινδύνεψες, για τα οποία έγραψες και ξανάγραψες. Ξαναγυρνάς μόνιμα στην πατρική γη – ήταν μόνιμη έγνοια σου - αφού προηγουμένως είχες φροντίσει με πολλή επιμέλεια και στοργή να στείλεις στο χωριό καταγωγής σου τα «παιδιά» σου, τα βιβλία σου δηλαδή. Τα κρατά κοντά του πια το Πολιτιστικό Κέντρο «Παναΐτ Ιστράτι» των Φαρακλάτων. Έδειχνες έτσι το δρόμο της επιστροφής σου, και έμμεσα συμβούλευες όλους εμάς να μην ξεχνάμε το χωριό μας, το πατρικό μας σπίτι, την αφετηρία της ζωής μας.

          Αγαπημένε μας Δάσκαλε,
         Φεύγεις, αφού πρώτα μας δίδαξες πατριωτισμό και αγωνιστικότητα, εργατικότητα και επιστημοσύνη, αξιοπρέπεια και ήθος.
           Φεύγεις, αφού πρώτα τίμησες τους συναγωνιστές σου της Εθνικής Αντίστασης με το τετράτομο για την Κατοχή, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο έργο σου, ολοκληρώνοντας έτσι το αγωνιστικό και συγγραφικό σου καθήκον.
          Φεύγεις, αλλά αφήνεις πίσω σου ένα πλούσιο έργο, εθνικό, πολιτικό, κοινωνικό, εκπαιδευτικό, επιστημονικό, πνευματικό.
          Φεύγεις, αλλά μας αφήνεις το παράδειγμά σου, τη μαχητικότητά σου, την ευγένεια και τη γλυκύτητα του χαρακτήρα σου.
          Φεύγεις, για να μείνεις για πάντα κοντά μας. Και τούτο, γιατί μπορεί να σε νίκησε ο χάρος, νίκησες όμως εσύ το θάνατο με τη τις πράξεις σου, με το έργο σου.
        Κι έτσι το στερνό αντίο, που σήμερα ήρθαμε εδώ για να σου δώσουμε, γίνεται τώρα καλωσόρισμα, καλωσόρισμα σίγουρο και οριστικό.
           Σε καλωσορίζουμε, λοιπόν, και σε κρατάμε για πάντα ζωντανό στη σκέψη και την καρδιά μας.





         


ΣΠΥΡΟΣ ΛΟΥΚΑΤΟΣ: Ο ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ - Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ - Ο ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑΣ


 
Το παρακάτω κείμενο (κείμενο ομιλίας*) έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό 
του Συνδέσμου Φιλολόγων Κεφαλονιάς-Ιθάκης Κυμοθόη,
τόμ. 19 (2009), Αφιέρωμα στον Σπύρο Δ. Λουκάτο, σσ. 9-15.  


          Θα ήθελα, ξεκινώντας, να ευχαριστήσω το Δ. Σ. του Συνδέσμου Φιλολόγων που μου έκανε την τιμή να μιλήσω εκ μέρους του και εκ μέρους όλων των Φιλόλογων του νομού μας για τον άνθρωπο και τον επιστήμονα Σπύρο Λουκάτο. Δε θα μπορούσε, άλλωστε, από την αποψινή τιμητική εκδήλωση να λείπει ο Σύνδεσμος Φιλολόγων, καθώς μεταξύ αυτού και του τιμώμενου έχει αναπτυχθεί μια υπέροχη σχέση συνεργασίας. Από τα πρώτα του βήματα ο Σύνδεσμός μας βρήκε στο πρόσωπο του Σπ. Λουκάτου έναν ειλικρινή φίλο, καλό συνεργάτη και άριστο εμψυχωτή. Μαζί του έχει διοργανώσει ομιλίες όχι μόνο στο Αργοστόλι αλλά και στο Ληξούρι και στην Ιθάκη, ενώ παραμένει από τους βασικούς συνεργάτες του περιοδικού Κυμοθόη. Τελευταία, μάλιστα, έχει παραχωρήσει στο Σύνδεσμο τα πνευματικά δικαιώματα αξιολογότατης μελέτης του για την Επτανησιακή Πολιτική Σχολή των Ριζοσπαστών, που δε θ' αργήσει να δει το φως της δημοσιότητας.
          Αυτή, ακριβώς, η γόνιμη συνεργασία οδήγησε το Σύνδεσμο Φιλολόγων στην απόφαση να πραγματοποιήσει ειδική εκδήλωση, για να τιμήσει την επιστημονική – και όχι μόνο – προσφορά του. Η υλοποίηση όμως της απόφασης σκόνταψε στη σεμνότητα του άνδρα. Απόψε, πάντως, μας δίνεται η δυνατότητα απ' αυτό το βήμα, που ο Δήμος Αργοστολιού μας παραχώρησε, να τιμήσουμε και εμείς οι Φιλόλογοι μαζί με όλους εσάς, τους τοπικούς άρχοντες, τους επιστημονικούς και άλλους φορείς, όλους τους συμπολίτες μας τον Σπύρο Λουκάτο, που τον θεωρούμε δικό μας άνθρωπο, αφού πρώτ' απ' όλα είναι φιλόλογος και ιστορικός – μια προσωπικότητα που για περισσότερο από μισό αιώνα διδάσκει σε σχολεία της Μέσης και Ανώτερης Εκπαίδευσης, γράφει σε εφημερίδες και επιστημονικά περιοδικά, μιλάει σε επιστημονικούς, ακαδημαϊκούς χώρους μέσα και έξω από την Ελλάδα και σε ανοιχτές συγκεντρώσεις, συγγράφει μελέτες και αξιολογότατες μονογραφίες, γενικότερα επηρεάζει θετικά την πνευματική ζωή της γενέτειρας αλλά και της Ελλάδας και συμβάλλει αποτελεσματικά στην επιστημονική έρευνα, καταξιωμένος και έξω από τα σύνορα της χώρας.

          Ο Σπύρος Λουκάτος, γέννημα - θρέμμα του Αργοστολιού, είναι γνωστός, γνωστότατος στην τοπική μας κοινωνία. Παρ' όλο που μετά το 1955 ζει και εργάζεται στην Αθήνα, παρακολουθεί από κοντά τα τεκταινόμενα στο νησί μας, συμμετέχει και παρεμβαίνει στα πολιτικά, κοινωνικά και επιστημονικά δρώμενα της Κεφαλονιάς.
        Και δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αφού ο ίδιος είχε ήδη καταθέσει τη δική του συνδρομή για τη λευτεριά της γενέτειράς του από την ιταλογερμανική κατοχή, είχε διαθέσει αφειδώλευτα τη ζωή του στον αγώνα του λαού μας για ελεύθερη ζωή και κοινωνική προκοπή.
          Μετά την κατάρρευση του ελληνογερμανικού μετώπου, όπου ο ίδιος είχε προωθηθεί από τον Ιανουάριο του 1941, επιστρέφει στην ήδη ιταλοκρατούμενη Κεφαλονιά και αμέσως ρίχνεται στον αγώνα κατά των κατακτητών. Γαλουχημένος με τις φιλελεύθερες ιδέες από το οικογενειακό του περιβάλλον – ο πατέρας του ανήκε στο κόμμα των Φιλελευθέρων– μεγαλωμένος μες στο κλίμα της δικτατορίας του Μεταξά, όπου είχε την τύχη, πτυχιούχος ήδη της Φιλοσοφικής Σχολής, να γνωρίσει και να συνδεθεί φιλικά με το φιλόλογο καθηγητή Ευθύμιο Κουρούκλη, από τον οποίο δέχτηκε τις επιδράσεις της αριστερής του ιδεολογίας, ώριμος ήδη στα 26 χρόνια του, γνωρίζει πολύ καλά ότι χρειάζονται συντονισμένες προσπάθειες, συνεργασία και ενότητα όλων των πατριωτικών δυνάμεων για την αντιμετώπιση των κατακτητών. Έτσι, μαζί με άλλους φίλους και συναγωνιστές του θα παίξει σημαίνοντα ρόλο στις συσκέψεις των αντιφασιστικών δυνάμεων του νησιού, μέσα από τις οποίες θα συγκροτηθεί η Εθνική Αντίσταση στο νησί μας. Η σταθερότητα στις αρχές του, η συνέπειά του στην εκτέλεση των καθηκόντων του, η οξυδέρκειά του και γενικότερα η τόλμη και η αγωνιστική του διάθεση γρήγορα τον αναδεικνύουν ένα από τα ηγετικά στελέχη του τοπικού αντιστασιακού αγώνα, καθώς αναλαμβάνει γραμματέας της Περιφερειακής Επιτροπής του ΕΑΜ Κεφαλονιάς και Ιθάκης.
          Φυσικά, βρίσκεται στο στόχαστρο των δυνάμεων Κατοχής και των συνεργατών τους, που τον καταδιώκουν και τελικά τον φυλακίζουν. Τρεις φορές σώζεται από βέβαιο θάνατο. Συγκαταλέγεται μεταξύ των υποψήφιων για τις εκτελέσεις της Πρωτομαγιάς του 1944 πατριωτών, χάρη όμως στις λαϊκές κινητοποιήσεις της 29ης και 30ής Απριλίου θ' αποφυλακιστεί μαζί με άλλους αγωνιστές. Για δεύτερη φορά γλυτώνει το θάνατο, όταν, αποκλεισμένος μαζί με πολλά στελέχη των ΕΑΜικών οργανώσεων στον Αίνο από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών και των συνεργατών τους, κατορθώνει να ξεφύγει από τον ασφυκτικό εχθρικό κλοιό – ήταν τότε σοβαρές οι απώλειες από την πλευρά των αντιστασιακών. Και είναι από τους λίγους «τυχερούς» που, έστω και τραυματισμένος σοβαρά, διασώζεται από τα μαζικά πυρά των Γερμανών, τα οποία έζωσαν το ΕΛΑΝίτικο καράβι «Άι - Δημήτρης» που μετέφερε τον Ιούλιο του 1944 Κεφαλονίτες αγωνιστές στην Αιτωλοακαρνανία – και τότε χάθηκαν πολλοί από αυτούς.
          Ο Λουκάτος επιστρέφει στις αρχές του Οκτώβρη του 1944 στην Κεφαλονιά, απελευθερωμένη πια από τις δυνάμεις του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, για να συνεχίσει τη δράση του μέσα στις νέες τώρα συνθήκες. Η αλλαγή, ωστόσο, της πολιτικής κατάστασης στη χώρα μας μετά τα Δεκεμβριανά και τη Συμφωνία της Βάρκιζας το Φεβρουάριο του 1945 με τη λευκή τρομοκρατία και τη συστηματική δίωξη της ΕΑΜικής Αντίστασης, έχει τις επιπτώσεις της και στους αγωνιστές του νησιού μας. Ο Σπ. Λουκάτος, ως... επιβράβευση της αντιστασιακής του προσφοράς, απολύεται από το Υπ. Παιδείας από τη δημόσια Εκπαίδευση, όπου υπηρετούσε, αλλά γνωρίζει και άλλες δοκιμασίες, καθώς υπήρξε στόχος δολοφονικής απόπειρας. Τότε, λοιπόν, αναγκάζεται να «εξαφανιστεί» από την καθημερινή ζωή του Αργοστολιού. γι' αυτό οδηγείται σε πλήρη σχεδόν απομόνωση από τον έξω κόσμο, καθώς θα ζήσει έτσι κρυμμένος για εφτά περίπου χρόνια, για να έρθει στο φως της ημέρας και για να συναντήσει ξανά τη ζωή μετά τους σεισμούς του 1953. Ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει εκείνη την περίοδο της αυτοαπομόνωσής του ως την πιο οδυνηρή της ζωής του.

          Από το 1955 ο Σπ. Λουκάτος βρίσκεται στην Αθήνα, όπου εργάζεται στην ιδιωτική Εκπαίδευση, αφού ήδη είχε απολυθεί από τη δημόσια. Δεν άργησε, παράλληλα, να προχωρήσει σε μεταπτυχιακές σπουδές και το 1959 αναγορεύτηκε αριστούχος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Αθήνας. (Ο τίτλος της διδακτορικής διατριβής του: Ο Ιω. Καποδίστριας και η Επτάνησος Πολιτεία). Έτσι, άνοιξε ο δρόμος για την είσοδό του ως καθηγητή στη δημόσια Ανώτερη Εκπαίδευση. Δίδαξε Ιστορία Τέχνης και Πολιτισμού, Ιστορία της Φιλοσοφίας, Τεχνολογία και Κοινωνία στην Ανώτερη Σχολή Υπομηχανικών Αθήνας, στην Ανώτερη Σχολή Τεχνολόγων Μηχανικών Αθήνας, στη Μαράσλεια Παιδαγωγική Ακαδημία Αθήνας, στη ΣΕΛΕΤΕ και αλλού. Οι μαθητές του τον θυμούνται να τους διδάσκει ήθος και δημοκρατία, να είναι φιλικός μαζί τους, συνεργάτης και βοηθός στα διαβάσματά τους, καλός δέκτης των αγωνιών και των προβληματισμών τους. Τον θυμούνται στην περίοδο της Χούντας να τους ενθαρρύνει στους αγώνες τους και να δηλώνει τη συμπαράστασή του στις κινητοποιήσεις τους. Το 1969 με υποτροφία της ιταλικής κυβέρνησης παρακολούθησε μαθήματα Ιστορίας της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Περούτζια. Συγκροτημένος και ώριμος επιστημονικά, διεκδίκησε την έδρα της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων το 1964-65 και στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας το 1976-77, χωρίς όμως να πετύχει την εκλογή του, παρά την ομόφωνη αναγνώριση του ήθους του και των επιστημονικών του προσόντων.
          Ο Σπ. Λουκάτος δεν περιορίστηκε στο διδακτικό του έργο, το οποίο βέβαια επιτελούσε με ευσυνειδησία και αφοσίωση. Παράλληλα, επιδόθηκε στην επιστημονική και αρχειακή έρευνα, καρπός της οποίας είναι μια πλούσια συγγραφική συγκομιδή. Ομολογώ, πράγματι, πως διστάζω να σταθώ απέναντι στην ανεκτίμητης αξίας πνευματική παραγωγή του. Θα προσπαθήσω, όμως, για τις ανάγκες της αποψινής ομιλίας να δώσω σε αδρές γραμμές τη συγγραφική προσφορά του, τιμώντας την επιστημονική ιδιότητα αλλά και το ήθος του τιμώμενου συμπολίτη μας.
          Ο Σπ. Λουκάτος εντρύφησε συστηματικά στη νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία και κατά συνέπεια και στη νεότερη και σύγχρονη ιστορία της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης. Καταπιάστηκε με έναν πρωτοφανή, επίμονο και αταλάντευτο ζήλο με τη μελέτη πολεμικών, πολιτικών, διπλωματικών και κοινωνικών γεγονότων. Με την αναδίφηση αρχείων και την έκδοση άγνωστων κειμένων δεν περιορίστηκε στην απλή καταγραφή ιστορικού υλικού, αλλά προχώρησε με επιστημονική ευσυνειδησία στην εποικοδομητική ανασύνθεση ιστορικών γεγονότων και φαινομένων και στην αξιολογική αποτίμησή τους. Με τις συγγραφές του προώθησε την επιστημονική έρευνα, υπέδειξε νέους δρόμους, καταξίωσε το ρόλο της ιστορικής επιστήμης.
          Σε έξι ενότητες μπορούμε να κατατάξουμε το συγγραφικό ιστορικό έργο του.
-- Πρώτη ενότητα συνιστούν οι μελέτες του για την Επανάσταση του 1821. Η επίμονη και συστηματική αναδίφηση των Γενικών Αρχείων του Κράτους και των Αρχείων της Εθνικής Παλιγγενεσίας έδωσε πλούσιο και ανέκδοτο υλικό, που μετατράπηκε από την πένα και τη σκέψη του Λουκάτου σε 100 περίπου μελέτες. Παραμένουν πράγματι πρωτοποριακές και κλασικές οι μελέτες του για τις ρωσο-ελληνικές σχέσεις εκείνης της περιόδου, για την ελληνο-αιγυπτιακή και την ελληνο-συρο-λιβανική συμμαχία κατά των Τούρκων, για τους Έλληνες και Φιλέλληνες των Ινδιών, για τον ιταλικό, τον εβραϊκό και το σουηδικό φιλελληνισμό, για τις περιπτώσεις Τούρκων στο πλευρό των Ελλήνων, για πολεμικά και διπλωματικά γεγονότα του Αγώνα, για τα πολιτειογραφικά στοιχεία πολλών περιοχών της χώρας κ.λπ.
 -- Ιδιαίτερα τον απασχόλησε ο χώρος των Βαλκανίων και μάλιστα στη βάση της αλληλοκατανόησης και ειρηνικής δημιουργικής συνύπαρξης των λαών αυτής της περιοχής. Οι βαλκανιολογικού περιεχομένου μελέτες του αποτελούν τη δεύτερη ενότητα του έργου του. Αναφέρω τις σημαντικότατες μελέτες για τον τουρκο-αλβανικό φιλελληνισμό, και για τη συμμετοχή Σέρβων, Μαυροβούνιων και Βόσνιων στην Ελληνική Επανάσταση, οι οποίες δίνουν πράγματι μια άλλη διάσταση στον Αγώνα του '21, και για τη Βαλκανική Ομοσπονδία.
-- Βασική του έγνοια παραμένει η εξέταση και η ανάδειξη του ριζοσπαστικού κινήματος της Κεφαλονιάς και των Επτανήσων γενικότερα - τρίτη ενότητα του συγγραφικού του έργου. Τον απασχόλησαν κυρίως οι ρίζες του ριζοσπαστισμού - αποδεικνύει σε μελέτη του, στα γαλλικά δημοσιευμένη, την ιδεολογική επιρροή του κινήματος από τις γαλλικές Επαναστάσεις του 1789 και 1848 - καθώς και το ιδεολογικό στίγμα των ψηφισμάτων της Θ΄ και της ΙΓ΄ Ιόνιας Βουλής. Τον απασχόλησαν οι εξεγέρσεις του 1848 και 1849 στην Κεφαλονιά, η διάσπαση του ριζοσπαστικού κινήματος. Απαραίτητα για τους μελετητές της Αγγλοκρατίας είναι τα κείμενά του, με τα οποία αξιολογεί και αποτιμά το ριζοσπαστικό αγώνα. Σημαντικότατη, τέλος, μονογραφία του θεωρούμε την Επτανησιακή Πολιτική Σχολή των Ριζοσπαστών, όπου επαρκέστατα τεκμηριώνει τη συνέπεια λόγων και έργων των «αληθών» Ριζοσπαστών σε σχέση με τους Ενωτιστές του Λομβάρδου.
-- Στην τέταρτη ενότητα κατατάσσονται οι μελέτες του για τους εκπροσώπους του πρωτοσοσιαλισμού στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη. Είναι η περίοδος από το 1870 μέχρι την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, που στο νησί μας παρατηρούνται σοβαρές ιδεολογικές ζυμώσεις και πολιτικές διεργασίες μπολιασμένες με τις νέες κοινωνιστικές - πρωτοσοσιαλιστικές αρχές και ιδέες που έρχονται από τη Δύση - ζυμώσεις και διεργασίες που τις έχει αναδείξει η πένα του Λουκάτου. Ιδιαίτερα υπογραμμίζουμε τη σημαντικότατη μονογραφία του για τον Μ. Αντύπα – απαραίτητο βοήθημα για κάθε μελετητή της εποχής, της ζωής και της ιδεολογίας του Πυλαρινού αγωνιστή – και εκείνη για το Ρόκκο Χοϊδά. Έτσι, ενέταξε κατά τρόπο επιστημονικά τεκμηριωμένο την κεφαλονίτικη αγωνιστή προσφορά στο σώμα της νεοελληνικής ιστορίας και πολιτικής σκέψης και δράσης.
-- Και η περίοδος του Μεσοπολέμου (1918-1939) ήταν μέσα στα ερευνητικά ενδιαφέροντα του τιμώμενου. Οι συγγραφές του γι' αυτή την εποχή συνιστούν την πέμπτη ενότητα του έργου του, εστιασμένες κυρίως στο Διχασμό και στη Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή.
-- Τελευταία χρονολογικά – και όχι αξιολογικά – είναι η ενότητα μελετών του σχετικών με το Έπος της Εθνικής Αντίστασης. Για τον Σπ. Λουκάτο η ενασχόληση με τα ιστορικά γεγονότα και φαινόμενα της Εθνικής Αντίστασης ήταν επιστημονικό αλλά και εθνικό χρέος. Με συνείδηση της αποστολής του, εργάστηκε επίμονα και αποφασιστικά, για να μη σβήσουν οι μνήμες, για να μένουν αναμμένα τα καντήλια της μνήμης και της τιμής. Και μας έχει αφήσει πλούσια κληρονομιά: Για την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης στην άλλη Ελλάδα εκτός Επτανήσων, σημειώνουμε, ανάμεσα σε άλλες, τις τρεις πολυτιμότατες μελέτες – συνοδευόμενες με ανέκδοτα έγγραφα – για τη σφαγή των Καλαβρύτων, για το ολοκαύτωμα του Δίστομου και για την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου, οι οποίες παραμένουν δυστυχώς ανέκδοτες, και μια μελέτη για τους θεσμούς της λαϊκής αυτοδιοίκησης και λαϊκής δικαιοσύνης στην Ελεύθερη Ελλάδα.
          Για την Κεφαλονιά και την Ιθάκη έχουμε το τρίτομο έργο του Τα χρόνια της Ιταλικής και Γερμανικής Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη. Ο πρώτος τόμος αναφέρεται στην περίοδο της Ιταλικής Κατοχής και στη δράση των εθνικοαπελευθερωτικών οργανώσεων στα δύο νησιά. Στο δεύτερο τόμο – τελευταία υπήρξε και δεύτερη, εμπλουτισμένη έκδοσή του – ο συγγραφέας διαπραγματεύεται την ιταλογερμανική σύρραξη του Σεπτεμβρίου 1943 καθώς και τη συμβολή των αντιστασιακών οργανώσεων στο γεγονός αυτό, αξιοποιώντας μάλιστα το σύνολο της ιταλικής βιβλιογραφίας. Η ναζιστική Κατοχή και ο αγώνας των αντιστασιακών των νησιών μας κατά των Γερμανών και των συνεργατών τους είναι το αντικείμενο του τρίτου τόμου.
          Το έργο γράφτηκε κατά την περίοδο της αυτοαπομόνωσης του συγγραφέα και βασίστηκε κυρίως, όπως ο ίδιος αναφέρει, στο προσωπικό του Ημερολόγιο, που κρατούσε κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αλλά και σε συμπληρωματικά στοιχεία από συναγωνιστές του. Άξια πάντως υπογράμμισης είναι η παράθεση αξιόλογου αρχειακού υλικού και αρθρογραφίας εφημερίδων της εποχής στο τέλος κάθε τόμου ως παραρτήματος, στοιχεία που τεκμηριώνουν την ιστορική αφήγηση. Εκτός από αυτό το τρίτομο έργο, έχει δημοσιεύσει πληθώρα σχετικών άρθρων σε τοπικές εφημερίδες και περιοδικά, ενώ υπάρχουν στα συρτάρια του αρκετές σχετικές μ' εκείνη την περίοδο ανέκδοτες μελέτες: για το μαθητικό κίνημα της Κατοχής, τον παράνομο τύπο, τα Μουζακάτα κ.ά.

          Παράλληλα, ο Σπ. Λουκάτος έπαιρνε και παίρνει μέρος σε επιστημονικά συνέδρια μέσα και έξω από την Ελλάδα. Έχει αναπτύξει τις θέσεις του σε συνέδρια στη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα, την Ικαρία, τη Μυτιλήνη, τη Χίο, τη Λειβαδιά, την Πάτρα, την Τρίπολη, την Κόρινθο, την Αθήνα και φυσικά στην Κεφαλονιά και στα άλλα Ιόνια. Αλλά και στη Λευκωσία, τη Σόφια, το Βουκουρέστι, ενώ, αν και προσκεκλημένος, δεν μπόρεσε να συμμετάσχει σε συνέδρια στη Μόσχα, το Βελιγράδι, το San Francisco, κ.α. Αρθρογραφεί, επίσης, σε εφημερίδες, τοπικές και αθηναϊκές, ενώ έχει λάβει μέρος σε αρκετές τηλεοπτικές εκπομπές για ιστορικά θέματα.
Τέλος, είναι μέλος πολλών επιστημονικών εταιρειών. Ιδιαίτερα αναφέρουμε την Ελληνική Επιτροπή της Διεθνούς Εταιρείας Σπουδών Ν. Α. Ευρώπης, του Διοικητικού Συμβουλίου της οποίας είναι επίτιμος Αντιπρόεδρος. Για την όλη προσφορά του στη σύσφιξη των σχέσεων των βαλκανικών λαών και για τη συμβολή του στην ιστορική έρευνα του βαλκανικού χώρου έχει τιμηθεί με το Βραβείο της Ακαδημίας Επιστημών της Σόφιας. Σίγουρα έχω παραλείψει κι άλλα εξίσου σημαντικά δημοσιεύματα του τιμώμενου συμπολίτη μας, σίγουρα έχω παραλείψει κι άλλες εξίσου σημαντικές πνευματικές δραστηριότητές του. Ο περιορισμένος χρόνος αυτής της ομιλίας δεν επιτρέπει να επεκταθώ περισσότερο.

          Πιστεύω, ωστόσο, ότι φάνηκαν οι πολυποίκιλες δραστηριότητες του Σπ. Λουκάτου και το πλούσιο συγγραφικό του έργο. Φάνηκαν, νομίζω, τα νέα στοιχεία που ο ιστορικός Σπ. Λουκάτος προσκόμισε στα μελετώμενα θέματα και οι νέοι δρόμοι, που άνοιξε στην επιστημονική έρευνα των ζητημάτων, με τα οποία καταπιάστηκε. Αναδείχτηκαν, επίσης, το επιστημονικό ήθος του τιμώμενου προσώπου, η εργατικότητα και η μεθοδικότητά του, η δημιουργική επιμονή και συνέπειά του.
          Αδιάλειπτα κοινωνικά παρών και επιστημονικά συνεχώς σε κίνηση, ο Σπ. Λουκάτος δίκαια μπορεί να χαρακτηριστεί «πολίτης», με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου, άνθρωπος δηλαδή κοινωνικά ωφέλιμος στην πόλη, στην κοινωνία. Και η εικόνα αυτή επεκτείνεται και λόγω του τρόπου ζωής του, της ευρύτητας της σκέψης του και της γενναιόφρονης και ανοιχτόκαρδης αντιμετώπισης των νεότερων συναδέλφων του και επιστημόνων. Όσοι τον συναναστράφηκαν και τον συναναστρέφονται διαπιστώνουν ότι αποπνέει ευγένεια και γλυκύτητα. Όσοι συνεργάστηκαν μαζί του ένιωσαν την αύρα του δάσκαλου με την ευρεία και ουσιαστική έννοια του όρου - ενός δάσκαλου με κατανόηση, με φιλελεύθερο πνεύμα και με θαυμαστή πολιτική και επιστημονική εμβέλεια.
          Θα ήταν σοβαρή παράλειψή μου αν δεν αναφερόμουν στη σύντροφο της ζωής του, με την οποία χρόνια τώρα μοιράζεται μαζί της τα όμορφα και τα άσχημα, τις καλές και τις πικρές στιγμές της ζωής. Η κ. Ρένα Λουκάτου είναι άνθρωπος που στέρεα στήριζε και στηρίζει τον τιμώμενο συμπολίτη μας, που διαμόρφωνε το κατάλληλο κλίμα, το ήρεμο περιβάλλον, για να δημιουργεί ο αγαπημένος σύντροφός της. Αναντίρρητα, κάτω από την πλημμυρίδα του συγγραφικού έργου του Λουκάτου κινείται διακριτικά και αθόρυβα η κ. Ρένα, ένας εξίσου γλυκός άνθρωπος, πρόσχαρος και νηφάλιος, με αριστοκρατική φινέτσα, πάντα αξιαγάπητος. Να 'ναι καλά. 

          Αγαπητοί φίλοι, σε αυτό το χώρο του Πολιτιστικού Κέντρου «Παναΐτ Ιστράτι», έχει φέρει ο Σπ. Λουκάτος την «οικογένειά» του – τα βιβλία του δηλαδή. Με αυτά, χρόνια τώρα, πάλευε: τα είχε παρέα στον πνευματικό του αγώνα, συνομιλούσε μαζί τους, μέσα σ' αυτά είχε κλείσει τη ζωή του. Αυτή, λοιπόν, την πολύτιμη, πολύτομη και πολυσέλιδη «οικογένειά» του ήρθε και την απόθεσε στο πατρικό χωριό του – τιμώντας ταυτόχρονα τη μνήμη των γονιών του – και την απόθεσε εδώ για όλους εμάς και για τους μετά από μας. Έτσι, για άλλη μια φορά ο Σπ. Λουκάτος φανερώνει έμπρακτα την έγνοια του για το διπλανό του, για το συμπολίτη του. Για άλλη μια φορά μας διδάσκει ήθος κοινωνικό και ανθρωπιά, καθώς την πολύτιμη περιουσία του την κληροδοτεί στην κοινωνία, για την οποία από τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, όντας νέος, δεν έπαψε να αγωνίζεται, ακόμη και μέχρι σήμερα, που, παρά τα 92 χρόνια του, προσπαθεί και στέκεται όρθιος, με διαυγή το νου, ανοιχτή την καρδιά, έτοιμος και πάλι να δώσει, να προσφέρει.
          Εμείς τον ευχαριστούμε ολόψυχα γι' αυτή του την ενέργεια αλλά και για το βαθύτερο συμβολισμό της. Τον ευχαριστούμε για όλους τους αγώνες του – πολιτικούς, κοινωνικούς, πνευματικούς. Ωστόσο, θα πρότεινα στον αγαπητό Δήμαρχο και στους παρόντες εκπροσώπους φορέων ως αντίδωρο στον Σπ. Λουκάτο γι' αυτή του την προσφορά να εξετάσουμε άμεσα τη δυνατότητα έκδοσης ανέκδοτων μελετών του, που θα γίνονταν έτσι πολύτιμα εργαλεία για τη συνέχιση της ιστορικής έρευνας. Επιπλέον, θα του χαρίζαμε περισσή χαρά και ευτυχία με τέτοιες ενέργειές μας, αφού θα έβλεπε τα δημιουργήματά του να βγαίνουν στο φως, να γίνονται κτήμα της κοινωνίας, από το να μένουν κλεισμένα στα συρτάρια του. Ήδη ο Σύνδεσμος Φιλολόγων εκτυπώνει τη μελέτη του για την Επτανησιακή Πολιτική Σχολή των Ριζοσπαστών με την ευγενική χορηγία του Κληροδοτήματος Σπ. Αντύπα.

          Σεβαστέ κ. Σπύρο Λουκάτε, χρόνια τώρα προσλαμβάνω τα αγαθά του συγγραφικού σας έργου. Χρόνια τώρα έχουμε αναπτύξει στενή διαπροσωπική επαφή με ανταλλαγή απόψεων πάνω σε κοινωνικά, ιστορικά και γενικότερα επιστημονικά ζητήματα. Άρα, δικαιούμαι να θεωρώ τον εαυτό μου μαθητή σας. Και με αυτή την ιδιότητα του μαθητή σάς ευχαριστώ θερμά για ό,τι χρήσιμο και ωραίο έχω πάρει - και θα πάρω ακόμη - από σας. Σας ευχαριστώ που στέκεστε για μας τους νεότερους θαλερό υπόδειγμα επιστημονικής και ηθικής συνέπειας - κάτι που έχει ανάγκη η εποχή μας.

        Ευχαριστώ τους συναδέλφους μου στο Σύνδεσμο Φιλολόγων, που με όρισαν ομιλητή - εκπρόσωπό τους σε αυτή την τιμητική για τον Σπ. Λουκάτο εκδήλωση.
       Ευχαριστώ και σας, αγαπητέ Δήμαρχε, που μου παραχωρήσατε το βήμα της αποψινής εκδήλωσης, για να μιλήσω για τον αγωνιστή, το δάσκαλο, τον επιστήμονα ιστορικό Σπύρο Λουκάτο.
             Ευχαριστώ και σας, αγαπητοί φίλοι, που είχατε την υπομονή να με ακούσετε.


* Πρόκειται για το κείμενο της ομιλίας μου, ως εκπροσώπου του Συνδέσμου Φιλολόγων Κεφαλονιάς-Ιθάκης, που έγινε στο πλαίσιο των εγκαινίων της «Βιβλιοθήκης Σπύρου Δ. Λουκάτου», τα οποία πραγματοποιήθηκαν στα Φαρακλάτα -χωριό καταγωγής του Σπ. Λουκάτου- από το Δήμο Αργοστολιού στις 25 Νοεμβρίου 2007. 

H ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ Φ. ΑΝΤΥΠΑ. Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ




Το παρακατω κείμενο δημοσιεύτηκε στο συλλογικό τόμο Σπυρίδων Φωτ. Αντύπας, Ποιήματα,
επιμέλεια έκδοσης-εισαγωγή Θεοδόσης Πυλαρινός, έκδοση Κληροδοτήματος Σπ. Φ. Αντύπα
 υπέρ της Κεφαλληνίας / Βιβλιοθήκη Σπυρ. Φ. Αντύπα, αρ. 2, Αργοστόλι 2014, σσ. 209-226. 



Ι.     Οι διαθήκες είναι κατά γενική ομολογία ο καθρέφτης των συντακτών τους, καθώς μέσα σε αυτές καθρεφτίζονται ο ψυχικός τους κόσμος, οι σκέψεις και οι ιδέες τους. Εκεί διαφαίνονται οι προσδοκίες τους και ανιχνεύονται τα οράματα της ζωής τους. Και όταν, μάλιστα, κατά καιρούς ή κατά περίπτωση αναθεωρούνται, υπογραμμίζεται η μόνιμη έγνοια των διαθετών για την τύχη των κληροδοτημάτων τους. Επίσης, πέρα από τη συγκίνηση που αναμφίβολα προκαλούν, καθώς αναφέρονται σε αγαπημένα, συνήθως, πρόσωπα και πράγματα, συνιστούν ασφαλείς πηγές για τη μελέτη της λαογραφίας και της γλώσσας. Οι διαθήκες, τέλος, είναι  έγγραφα μέσα από τα οποία αναβιώνουν νοοτροπίες, αντιλήψεις και κοινωνικές συμπεριφορές της εποχής των διαθετών.
          Έχοντας, λοιπόν, στα χέρια μας τη Διαθήκη του Σπυρίδωνος Φωτεινού Αντύπα (Αντυπάτα Πυλάρου Κεφαλονιάς, 1848 – Αθήνα, 1914), μπορούμε, έως ένα βαθμό, να ανασυνθέσουμε την εποχή του,  αλλά κυρίως μπορούμε να μάθουμε περισσότερα στοιχεία για τον ίδιο,[1] καθώς οι πληροφορίες μας για τον άνδρα και τις δραστηριότητές του είναι περιορισμένες, ή να επαναβεβαιώσουμε τα όποια μέχρι τώρα στοιχεία έχουν καταγραφεί. Πρόσφατα δύο μελέτες για το ποιητικό του έργο[2] μάς έδωσαν ενδιαφέροντα στοιχεία για τις λογοτεχνικές τάσεις του αλλά και για τις πολιτικές του προτιμήσεις και τις κοινωνικές του ευαισθησίες.

ΙΙ.   Στο αρχείο του Κληροδοτήματος Σπ. Φ. Αντύπα υπέρ της Κεφαλληνίας απόκειται φωτοαντίγραφο των με αριθ. 1714 «Πρακτικών συνεδριάσεως του Δικαστηρίου των εν Αθήναις Πρωτοδικών της 8 Μαΐου 1914»,[3] όπου περιλαμβάνεται η Διαθήκη[4] του ευεργέτη Σπ. Φ. Αντύπα. Συγκεκριμένα, οι τελευταίες θελήσεις του Κεφαλονίτη ευεργέτη πέρασαν από διάφορα στάδια μέχρι να οριστικοποιηθούν και να μετατραπούν στις τελικές κληροδοσίες. Ο διαθέτης είχε συντάξει «ιδιοχείρως» και «ενυπογράφως» την πρώτη διαθήκη του στις 10 Ιουλίου 1911, με μια σύντομη τροποποίηση που είχε επιφέρει σε κάποια σημεία της στις 19 Δεκεμβρίου 1913, ενώ στο γραφείο του βρέθηκε κατά την απογραφή αμέσως μετά ο θάνατό του μαζί με το παραπάνω κείμενο άλλο ένα επίσης  κείμενο διαθήκης ανυπόγραφο αλλά του δικού του γραφικού χαρακτήρα. Τα δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 1714 απόφασή του στις 8 Μαΐου 1914 κήρυξε «κύριες» και τις δύο διαθήκες, το περιεχόμενο των οποίων παρουσιάζουμε παρακάτω:

Πρώτη – ενυπόγραφη – διαθήκη, 10 Ιουλίου 1911
Τροποποίηση, 19 Δεκεμβρίου 1913

1. Κληρονόμοι ορίζονται ο αδελφός του διαθέτη Διονύσιος Φ. Αντύπας, έμπορος στο Γαλάτσι της Ρουμανίας, και ο εξάδελφός του Γεράσιμος Π. Αντύπας.
2. Από την ακίνητη περιουσία του στην Κηφισιά έκτασης 18.000-20.000 περίπου τετραγωνικών τεκτονικών πήχεων
 Α) μία έκταση 5.289,72 τεκτ. τετρ, π. [= 2.972,47 τετρ. μ.], η οποία περιλαμβάνει δένδρα, θερμοκήπιο και ναΐσκο του Αγίου Γεωργίου, διανέμεται ως εξής:
α) 2.789,72 τεκτ. τετρ. π. – το βόρειο τμήμα που περιλαμβάνει το θερμοκήπιο και το ναΐσκο – στον αδελφό του Διον. Φ. Αντύπα και
β) 2.500 τεκτ. τετρ. π. – το νότιο τμήμα – στον εξάδελφό του Γερ. Π. Αντύπα,
 και με τους εξής όρους: η όλη έκταση παραμένει αναπαλλοτρίωτη (με την εξαίρεση να μπορεί ο ένας κληρονόμος να δωρίσει το μερίδιό του στον άλλο συγκληρονόμο) και μετά το θάνατο των κληρονόμων περιέρχεται στον πρωτότοκο· ο καθένας, ωστόσο, από τους δύο αναλαμβάνει την υποχρέωση να βοηθήσει το έργο της Ελληνικής Γεωργικής Εταιρείας χορηγώντας σε αυτή μέσα στην επόμενη από την κατοχή του μεριδίου του δεκαετία ο πρώτος 2.000 και ο δεύτερος 1.000 δραχμές[5] και, σε περίπτωση που δεν φανούν συνεπείς, τότε το ακίνητο μεταβιβάζεται στη Γεωργική Εταιρεία∙[6]
Β) η υπόλοιπη έκταση με τα μέσα σε αυτή κτήρια (ξενοδοχείο και άλλα οικήματα μαζί με τα έπιπλά τους[7]), της οποίας προσωρινός διαχειριστής ορίζεται ο εξάδελφος του διαθέτη Γερ. Π. Αντύπας,[8] δεκαπέντε χρόνια μετά το θάνατο του διαθέτη να πωληθεί και οι εισπράξεις, καθώς και οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο βρεθεί μετά το θάνατό του, αφού μετατραπεί σε μετρητά, να κατατεθούν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας για 105 χρόνια, προκειμένου να συσταθεί «Κληροδότημα Σπυρίδωνος Φ. Αντύπα υπέρ της Κεφαλληνίας» με φιλανθρωπικούς και φιλεκπαιδευτικούς σκοπούς για τη γενέτειρά του Κεφαλονιά· κατά τη διάρκεια αυτών των 105 χρόνων εκτελεστές και διαχειριστές του Κληροδοτήματος ορίζονται ο Μητροπολίτης Κεφαλονιάς, ο Νομάρχης Κεφαλονιάς, ο Δήμαρχος Αργοστολιού, ο αδελφός του διαθέτη Διον. Φ. Αντύπας και ο φίλος του βουλευτής Κεφαλονιάς Ανδρέας Μονοκρούσος, ενώ μετά την παρέλευση του παραπάνω χρονικού διαστήματος τη διαχείριση του «Κληροδοτήματος» να αναλάβει η Διαχειριστική Επιτροπή του Βαλλιανείου Κληροδοτήματος, η οποία θα διαθέτει τους τόκους μόνο, «του κεφαλαίου μη θιγομένου», για την εκπλήρωση των φιλανθρωπικών και φιλεκπαιδευτικών σκοπών του «Κληροδοτήματος», και σε περίπτωση που εκείνη αρνηθεί, να αναλάβει τη διαχείριση επιτροπή αποτελούμενη από τον Μητροπολίτη Κεφαλονιάς, τον Νομάρχη Κεφαλονιάς και τον Δήμαρχο Αργοστολιού.
Με την τροποποίηση της 19ης Δεκεμβρίου 1913 ο ίδιος ο διαθέτης:
α) ακυρώνει την παραπάνω περίπτωση Α, καθώς τώρα ζητάει να μη κληροδοτηθεί η έκταση των 5.289,72 τεκτ. τετρ. π. από το ακίνητο της Κηφισιάς στους δύο κληρονόμους του αλλά να πωληθεί μαζί με το υπόλοιπο ακίνητο και τα χρήματα να κατατεθούν στην Εθνική Τράπεζα, για να χρησιμοποιηθούν στην ίδρυση του «Κληροδοτήματος», ενώ στους δύο κληρονόμους Διον. Φ. Αντύπα και Γερ. Π. Αντύπα διαθέτει  από 250 φράγκα στον καθένα, και
β) αλλάζει τον προσωρινό διαχειριστή του ακινήτου της Κηφισιάς, ορίζοντας τώρα τον  αδελφό του Διον. Φ. Αντύπα.[9]  
3. Η ακίνητη περιουσία στην Κεφαλονιά, το μερίδιο δηλαδή του διαθέτη από τα πατρικά και μητρικά κτήματα, κληροδοτείται στα παιδιά του αδελφού του Διονυσίου Φ. Αντύπα, με τον όρο να τη νέμεται και να τη διαχειρίζεται ο άλλος αδελφός του Γεώργιος Φ. Αντύπας, όσο ζει.[10]
4. Το ποσό της ασφάλισής του στην ασφαλιστική εταιρεία ζωής The Consolidated Assurance Company Lted of London/πρακτορείο Κωνσταντινούπολης, συνολικού ύψους 7.000 φράγκων, διανέμεται ως εξής:[11]
α) 2.000 φρ. στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για φιλεκπαιδευτικούς σκοπούς σε συνεννόηση με τον Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινούπολης,
β) 2.000 φρ. για έξοδα θανάτου και ταφής, από τα οποία 1.000 φρ. για ταρίχευση, μεταφορά και ενταφιασμό του νεκρού στην Αγία Ευφημία Πυλάρου και από τα υπόλοιπα 1.000 φρ. να δοθούν 250 φρ. στους ιερείς που παραβρέθηκαν στη νεκρώσιμη ακολουθία, 250 φρ. στις εκκλησίες της Πυλάρου και 500 φρ. σε φτωχές οικογένειες της Πυλάρου,[12]
γ) 1.000 φρ. στο Δήμο Πυλαρέων για διανομή σε φτωχές οικογένειες του Δήμου κατά την πρώτη μετά το θάνατο του διαθέτη παραμονή των Χριστουγέννων,
δ) 500 φρ. στο Δήμο Σαμαίων για διανομή σε φτωχές οικογένειες των χωριών της περιοχής του Πυργιού κατά την πρώτη μετά το θάνατο του διαθέτη παραμονή των Χριστουγέννων,
ε) 500 φρ στην Ελληνική Γεωργική Εταιρεία,
στ) 400 φρ. στον Ανδρέα Κυντιγαλάκη, τίμιο και αφοσιωμένο υπηρέτη του διαθέτη[13] και
ζ) 600 φρ. για έξοδα δημοσίευσης διαθήκης και άλλα απρόοπτα έξοδα.[14]
        5. Όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης μαζί με τους πίνακες του διαθέτη κληροδοτούνται στο Δήμο Ληξουριού με την προοπτική συγκρότησης Δημοτικής Βιβλιοθήκης, ενώ διατίθενται στον ίδιο Δήμο και τα 600 φρ.[15] της προηγούμενης περίπτωσης για τις ανάγκες της Βιβλιοθήκης, αναιρώντας έτσι ο ίδιος ο διαθέτης με αυτή τη ρήτρα την προηγούμενη ρύθμιση.[16]

Δεύτερη – ανυπόγραφη – διαθήκη

1. Κληρονόμος μοναδικός ορίζεται ο αδελφός του διαθέτη Γεώργιος Φ. Αντύπας, έμπορος και εφοπλιστής στο Γαλάτσι της Ρουμανίας, και σε περίπτωση θανάτου του ορίζεται ο άλλος αδελφός, έμπορος και αυτός στο Γαλάτσι, Διον. Φ. Αντύπας.
2. Η κτηματική περιουσία στην Κεφαλονιά περιέρχεται στα παιδιά του Διον. Φ. Αντύπα, αδελφού του διαθέτη.
3. Το ποσό των 7.000 φρ., που συνιστά το ύψος της ασφάλισης του διαθέτη στην ασφαλιστική εταιρεία The Consolidated Assurance Company Lted of London, διανέμεται ως εξής:
α) 2.000 φρ. στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για φιλεκπαιδευτικούς σκοπούς σε συνεννόηση με τον Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινούπολης,
β) 1.000 φρ. στον Σεϊχούλ Ισλάμ, ανώτατο αρχηγό των μουσουλμάνων για διανομή στους φτωχούς μουσουλμάνους της Κωνσταντινούπολης κατά την περίοδο της γιορτής του Μπαϊραμιού,
γ) 500 φρ. στην – τότε – Κοινότητα Αγίας Ευφημίας του Δήμου Πυλαρέων για τον εντοπισμό υδάτων, προκειμένου να υδροδοτηθεί η περιοχή,
δ) 250 φρ. για την κατασκευή μνημείου στον τάφο της μητέρας του διαθέτη,
ε) 250 φρ. στις εκκλησίες του Δήμου Πυλαρέων,
στ) 250 φρ. στις εκκλησίες των χωριών της περιοχής του Πυργιού της επαρχίας Σάμης,
ζ) 150 φρ. στις εκκλησίες του χωριού Αγκώνα της Θηνιάς για την αγορά εκκλησιαστικών βιβλίων,
η) 100 φρ. στις φτωχότερες οικογένειες του χωριού Αντυπάτα της Πυλάρου, τόπου καταγωγής του διαθέτη, κατά την πρώτη παραμονή των Χριστουγέννων ή την πρώτη παραμονή του Πάσχα μετά το θάνατο του διαθέτη,
θ) 200 φρ.[17] στις φτωχότερες οικογένειες του χωριού Αγία Ευφημία κατά την πρώτη παραμονή των Χριστουγέννων ή την πρώτη παραμονή του Πάσχα μετά το θάνατο του διαθέτη,
ι) 300 φρ. στον Αιμίλιο Σκήπερ, αγαπητό συνεργάτη του διαθέτη,
ια) 500 φρ. στον Φραγκίσκο Βιρβίλη, πρώην νομάρχη, αγαπητό φίλο προφανώς του διαθέτη,
ιβ) 1.000 φρ. στον κληρονόμο Γεώργιο Φ. Αντύπα για τα έξοδα εκτέλεσης της διαθήκης.[18]
Σε περίπτωση που η ασφαλιστική εταιρεία δε θα κατέβαλλε το συγκεκριμένο ποσό των 7.000 φρ., τα παραπάνω ποσά θα πληρώνονταν από την υπόλοιπη περιουσία.
4. Το υπόλοιπο της περιουσίας και ό,τι άλλο θα βρισκόταν μετά το θάνατο του διαθέτη θα αποτελέσουν το κεφάλαιο του «Κληροδοτήματος Σπ. Φ. Αντύπα υπέρ της Κεφαλληνίας».

ΙΙΙ.  Είναι προφανές ότι οι παραπάνω κληροδοσίες, που προκύπτουν από τη Διαθήκη[19] του Σπ. Φ. Αντύπα, καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών αναγκών. Χωρίς ο διαθέτης να ξεχνά συγγενικά και φιλικά πρόσωπα – τεκμήριο αγάπης, εκτίμησης και σεβασμού – τρεις καθορίζει ως τις κύριες έγνοιες του, την πρόνοια, την παιδεία και την ανάπτυξη. Πρόκειται δηλαδή για τομείς βασικούς στην πορεία διαμόρφωσης και εξέλιξης ενός ατόμου και μιας κοινωνίας, οι οποίοι ωστόσο σηματοδοτούν την ποιότητα της προσφοράς. Και αυτή ακριβώς η ποιότητα, η οποία   τεκμηριώνεται σήμερα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μέσα από τις δραστηριότητες του «Κληροδοτήματος Σπ. Φ. Αντύπα υπέρ της Κεφαλληνίας», είναι που χαρίζει στον Σπ. Φ. Αντύπα το χαρακτηρισμό του ευεργέτη.
           Αυτού του ευεργέτη Σπ. Φ. Αντύπα οι συντεταγμένες της πολιτικο-κοινωνικής του φιλοσοφίας, όπως προκύπτουν μέσα από τη μελέτη της Διαθήκης του, είναι οι παρακάτω:

1. Η έμπρακτη βοήθεια προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο.

          Ο Σπ. Φ. Αντύπας μέσα από την ποίησή του έχει καταθέσει την κριτική του για την κοινωνική αδικία, έχει δηλώσει την απογοήτευση, που του προκαλούν τα φαινόμενα κοινωνικής παθογένειας και, όντας ο ίδιος ευαίσθητος, έχει ταχθεί με το μέρος των αδύναμων και κατατρεγμένων ανθρώπων.[20] Έχει κατακρίνει την ανθρώπινη φιλαργυρία και απληστία, ενώ αντίθετα, με ένα αξιοπρόσεκτο σατιρικού χαρακτήρα ποίημα, έχει υπογραμμίσει την αναγκαιότητα των χρημάτων για την επιβίωση και την καλυτέρευση της ζωής των ανήμπορων, των φτωχών και των κοινωνικά περιθωριοποιημένων ανθρώπων.[21] Αυτή ακριβώς η αντίληψη ήταν εκείνη, που τον ώθησε να χρησιμοποιήσει τα χρήματα, που ίδιος συγκέντρωσε μέσα από τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, «ως ανθρωπιστικό εργαλείο»,[22] προκειμένου να απαλύνει τη φτώχεια και τον πόνο των οικονομικά αδύναμων συνανθρώπων του.
          Στη Διαθήκη του συναντάμε ποικίλες περιπτώσεις κληροδότησης χρηματικών ποσών σε φτωχές οικογένειες της Κεφαλονιάς. Και συγκεκριμένα, σε οικογένειες του χωριού καταγωγής του Αντυπάτων Πυλάρου, της Αγίας Ευφημίας και γενικότερα του Δήμου Πυλαρέων καθώς και των χωριών του Πυργιού Σάμης.
          Βέβαια, το ποσό των χρημάτων, που συνολικά κατέλιπε για τους αναξιοπαθούντες συμπολίτες του ήταν χαμηλό σε σχέση με εκείνο των άλλων Κεφαλονιτών ευεργετών Παναγή Βαλλιάνου[23] και Μαρίνου Κοργιαλένιου.[24] Άλλωστε, δε συγκρίνονταν οι  κληροδοτούμενες περιουσίες των δύο τελευταίων με εκείνη του Σπ. Φ. Αντύπα – ήταν κατά πολύ μεγαλύτερες. Ωστόσο, επισημαίνουμε μια διαφορά: ο Πυλαρινός ευεργέτης προσέφερε ποσά σε συγκεκριμένες οικογένειες (συγκεκριμένες με την έννοια της χωροθέτησης – π.χ. φτωχές οικογένειες του χωριού του), δηλαδή σε πρόσωπα, σε άτομα, σε αντίθεση με τον Μ. Κοργιαλένιο, ο οποίος προσέφερε αποκλειστικά σε κοινωφελή ιδρύματα (π.χ. νοσοκομεία), σε νομικά δηλαδή πρόσωπα,[25] όπως και ο Π. Βαλλιάνος, χωρίς όμως ο τελευταίος να λησμονήσει και τις μεμονωμένες περιπτώσεις αναξιοπαθούντων συμπολιτών του.[26] 
          Αυτές οι σε ατομική βάση χρηματικές παροχές του Σπ. Φ. Αντύπα αποκαλύπτουν ίσως μια πιο προσωπική, συναισθηματική σχέση του διαθέτη με τους συνανθρώπους του, τον παρουσιάζουν πιο οικείο και περισσότερο ψυχικά δεμένο με τους συγχωριανούς του. Παρόμοια ήταν η λογική και η πρακτική ενός άλλου Κεφαλονίτη, μια δεκαετία περίπου αργότερα, του Ευάγγελου Ραυτόπουλου, ο οποίος ανάμεσα σε άλλα προέβλεψε μέσω της διαθήκης του οικονομικές ενισχύσεις σε άπορους νέους του χωριού του – σε κορίτσια για προικοδοτήσεις και σε αγόρια για σπουδές – αλλά και δωρεά της κτηματικής του περιουσίας στους μέχρι τότε αγρολήπτες-καλλιεργητές της χωρίς καμιά αποζημίωση.[27]
          Ο Σπ. Φ. Αντύπας μέσα από το «Κληροδότημά» του εξακολουθεί να ενισχύει άτομα και φιλανθρωπικά  ιδρύματα, απαλύνοντας τον ανθρώπινο πόνο και ενδυναμώνοντας την ιδέα της κοινωνικής αλληλεγγύης.

2. Η τοπική ανάπτυξη μέσω της υδροδότησης.

          Μέχρι και το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το σύνολο των χωριών της Κεφαλονιάς δε διέθετε δίκτυο ύδρευσης. Κάθε νοικοκυριό προσπαθούσε μόνο του να εξασφαλίσει το νερό του, απαραίτητο όχι μόνο για πόση και για τα καθημερινά μαγειρέματα, αλλά και για ατομική υγιεινή, καθαριότητα του σπιτιού και πότισμα του κήπου. Λίγα σπίτια είχαν την πολυτέλεια της στέρνας, όπου διοχετευόταν το βρόχινο νερό, ή του «βρυσικού» πηγαδιού. Στις περισσότερες περιπτώσεις το νερό το έφερναν στο σπίτι συνήθως οι γυναίκες είτε με τη στάμνα (τον «μπότη») στον ώμο είτε με το καζάνι ή τον τενεκέ (τη «λάτα») στο κεφάλι, κουβαλώντας το από κάποια πηγή ή κοινοτικό/δημόσιο πηγάδι. Και φυσικά το χρησιμοποιούσαν με πολλή φειδώ. Στον κάμπο συνήθως χρησιμοποιούσαν το νερό πηγαδιών για το πότισμα των δέντρων και των κηπευτικών τους καθώς και των ζώων τους.
          Αυτήν την αγωνία και αυτόν τον καθημερινό αγώνα των συγχωριανών του είχε ζήσει στα παιδικά χρόνια στο χωριό του ο Σπ. Φ. Αντύπας. Και όταν αργότερα βρισκόταν στα κοσμοπολίτικα μέρη, όπου ζούσε και δημιουργούσε, νοσταλγώντας την πατρική γη,[28] θα περνούσαν προφανώς από τη μνήμη του εκείνες οι εικόνες των γυναικών του χωριού του με το καζάνι στο κεφάλι. Γνωρίζοντας ο ίδιος τη ζωτική σημασία του νερού για την καθημερινότητα των ανθρώπων, θέλησε να βοηθήσει τη γενέτειρά του στον τομέα αυτόν. Ο εντοπισμός πηγαίων υδάτων και η εφαρμογή γεωτρήσεων μπορούσαν να συμβάλουν στην υδροδότηση της Αγίας Ευφημίας, και άρα στην ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών ζωής των κατοίκων της.  Γι’ αυτό και διέθεσε το ποσό των 500 φράγκων, για  «να χρησιμεύσωσιν ως πυρήν διά την εύρεσιν πηγαίων υδάτων ή αρτεσιανών φρεάτων διά την χρήσιν των κατοίκων [της κοινότητας Αγίας Ευφημίας], οίτινες στερούνται τοιούτων μέχρις ώρας».
          Για την εποχή του (αρχές της δεκαετίας του 1910) ήταν πράγματι πρωτοποριακή η χορηγία του. Η χρήση του ρήματος «στερούνται» υποδηλώνει τον καημό του διαθέτη αλλά και την ταυτόχρονη επιθυμία του για υπέρβαση αυτής της στέρησης, ενώ η φράση «μέχρις ώρας» φανερώνει την αισιοδοξία του για σύντομη χρονικά λύση του προβλήματος. Ωστόσο, η έρευνά μας δεν τεκμηρίωσε την αξιοποίηση αυτής της χορηγίας· εκείνη την περίοδο αλλά και αργότερα δεν καταγράφεται στα αρχεία της αρμόδιας νομαρχιακής υπηρεσίας της Κεφαλονιάς όχι μόνο καμιά γεώτρηση στη συγκεκριμένη περιοχή, αλλά ούτε κάποια, έστω, σχετική συζήτηση για ενδεχόμενη υδροδότηση. Επομένως, βάσιμο είναι να υποστηρίξουμε ότι αυτά τα κληροδοτούμενα χρήματα δεν έφτασαν στον προορισμό τους, άρα αυτή η διακαής επιθυμία του Σπ. Φ. Αντύπα δεν υλοποιήθηκε.

3.  Η πνευματική ανάπτυξη του λαού.

           Ο Σπ. Φ. Αντύπας δεν ήταν μόνο έμπορος. Εκτός από τις εμπορικές του ασχολίες ενδιαφερόταν για την πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία. Ο ίδιος, άλλωστε, ως ποιητής σχετιζόταν προφανώς με πνευματικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους της εποχής του στα μέρη, όπου δραστηριοποιούταν εμπορικά. Η ποικιλία των βιβλίων της βιβλιοθήκης του, που απογράφηκαν αμέσως μετά το θάνατό του, προδίδουν τα φιλολογικά και επιστημονικά του ενδιαφέροντα. Καταγράφηκαν σπουδαιότατα ελληνικά και γαλλικά βιβλία (287 τόμοι), όπως λεξικά, φιλολογικές αναλύσεις και πραγματείες, ποιητικές εκδόσεις, ιστορικές μονογραφίες, ιστορικό λεύκωμα, συλλογικά έργα και άλλα ποικίλου περιεχομένου.[29]
          Αυτός, ωστόσο, ο λόγιος έμπορος επιθυμούσε να δει να φτάνει η γνώση και ο πολιτισμός στους απλούς ανθρώπους. Επιζητούσε δηλαδή μορφωμένο λαό, όπως  προκύπτει από τη Διαθήκη του. Συνδυάζοντας  την επιθυμία του αυτή με την έγνοια του για την τύχη της βιβλιοθήκης του, κατέληξε σε μια αξιοπρόσεκτη, νομίζουμε,  δυναμική λύση: κληροδότησε τα βιβλία του μαζί με τους πίνακες ζωγραφικής στο Δήμο του Ληξουριού με την προοπτική να αποτελέσουν τον πυρήνα Δημοτικής Βιβλιοθήκης.
          Βρισκόμαστε σε μια εποχή που, παρά την αξιοθαύμαστη πνευματική παράδοση της Κεφαλονιάς, οι τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες προκαλούσαν υψηλά ποσοστά αναλφαβητισμού στο νησί και έκαναν σοβαρή στα μεσαία και κατώτερα στρώματα την αδυναμία πρόσβασης στο βιβλίο και γενικότερα στη μόρφωση. Εκείνη την περίοδο, που ο Σπ. Φ. Αντύπας γράφει την πρώτη διαθήκη του (1911/1913), στην Κεφαλονιά λειτουργούσε από το 1887 μία και μοναδική Βιβλιοθήκη, η λεγόμενη «Δημοσία Βιβλιοθήκη Κεφαλληνίας» στο Αργοστόλι,[30] ενώ αμέσως μετά το θάνατο του Μαρίνου Κοργιαλένιου (1911) το Κοργιαλένειο Διοικητικό Συμβούλιο είχε αρχίσει τις προσπάθειες για την ίδρυση και λειτουργία της «Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης».[31] Και είναι, μάλλον, σίγουρο ότι ο Σπ. Φ. Αντύπας δε θα γνώριζε τη σχετική με τη Βιβλιοθήκη κληροδοσία του Μ. Κοργιαλένιου.
           Έχει, πάντως, ενδιαφέρον να υπογραμμιστεί ότι και οι δύο ευεργέτες, Μ. Κοργιαλένιος και Σπ. Φ. Αντύπας, συμπεριέλαβαν στις Διαθήκες τους ρήτρα για την ίδρυση Βιβλιοθηκών, δηλώνοντας έτσι το σταθερό ενδιαφέρον τους για τη δημιουργία βασικής υποδομής στη μόρφωση και τη γνώση στο γενέθλιο νησί τους. Επισημαίνουμε, όμως, τη μεταξύ τους διαφορά: ο πρώτος διέθεσε ποσό για την ίδρυση, το βιβλιακό εμπλουτισμό και τη συντήρηση της Βιβλιοθήκης, ενώ ο δεύτερος, ως λόγιος που διαθέτει προσωπική βιβλιοθήκη,  προσφέρει αυτή την ίδια τη δική του βιβλιοθήκη, για να γίνει η «μαγιά» της μελλοντικής Δημοτικής Βιβλιοθήκης στο Ληξούρι,  μαζί με ένα, μικρό βέβαια, χρηματικό ποσό.  
          Ωστόσο, η προσωπική μας έρευνα δεν κατόρθωσε να πιστοποιήσει την υλοποίηση της παραπάνω επιθυμίας του Σπ. Φ. Αντύπα. Παραμένουν αναπάντητα τα ερωτήματα τα σχετικά με την τύχη της προσωπικής βιβλιοθήκης του Πυλαρινού  διαθέτη, τους λόγους αδυναμίας ίδρυσης και λειτουργίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης στο Ληξούρι. Ενδεχομένως, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, που ακολούθησε αμέσως μετά το θάνατο του Σπ. Φ. Αντύπα, ο Μικρασιατικός πόλεμος και η συνακόλουθη καταστροφή με τις γενικότερες συνέπειες στην οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας δε δημιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες για την αξιοποίηση αυτής της κληροδοσίας. Έτσι, το Ληξούρι στερήθηκε τη Δημοτική του Βιβλιοθήκη, την οποία μπορούσε να είχε ήδη από τη δεκαετία του 1910 – πολύ πρώιμα σε σύγκριση με ό,τι ακολούθησε σε αυτόν τον τομέα στο Ληξούρι: έπρεπε να φτάσει η δεκαετία του 1960, 50 δηλαδή χρόνια αργότερα, για να ιδρυθεί και να λειτουργήσει η «Πετρίτσειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Ληξουρίου “Ο Δαμωδός”».[32] Έστω και έτσι, η πρωτοποριακή κατά τα άλλα ιδέα του Σπ. Φ. Αντύπα έγινε πραγματικότητα.
          Στο μεταξύ, το ενδιαφέρον του Σπ. Φ. Αντύπα για τη μόρφωση και την παραπέρα επιστημονική εξέλιξη των νέων του γενέθλιου νησιού του φαίνεται και από το φιλεκπαιδευτικό, εκτός από το φιλανθρωπικό, χαρακτήρα, που προσέδωσε στο «Κληροδότημά» του.

4.  Γεωργική ανάπτυξη της Ελλάδας.

           Ο Σπ. Φ. Αντύπας σε δύο σημεία της πρώτης διαθήκης του (10 Ιουλίου 1911) κάνει λόγο για χρηματικές χορηγίες προς την Ελληνική Γεωργική Εταιρεία, την οποία ωστόσο αγνοεί στη δεύτερη διαθήκη. Υποχρεώνει τους δύο κληρονόμους του, τον αδελφό του Διον. Φ. Αντύπα και τον εξάδελφό του Γερ. Π. Αντύπα, στους οποίους κληροδοτεί εκτάσεις από την κτηματική του περιουσία στην Κηφισιά, να καταβάλουν συνολικό χρηματικό  ποσό 3.000 δραχμών (2.000 και 1.000 δραχμές αντίστοιχα) «εις την Γεωργικήν Εταιρείαν την υπό την προεδρίαν της Α. Μ. του Βασιλέως». Σε περίπτωση όμως που δεν ικανοποιηθεί αυτή η πρόνοια της διαθήκης, οι κληροδοτούμενες εκτάσεις μεταβιβάζονται στη Γεωργική Εταιρεία. Στην τελευταία, επίσης, καταλείπει από τα 7.000 φράγκα της ασφάλισής του 500 φράγκα. Φαίνεται δηλαδή η έντονη επιθυμία τού διαθέτη να συμβάλει και αυτός στην εκπλήρωση των στόχων της Εταιρείας, αλλά ταυτόχρονα προκαλεί απορία η «αδιαφορία» του γι’ αυτήν στη δεύτερη διαθήκη.
           Η ίδρυση και στη συνέχεια η πορεία της Ελληνικής Γεωργικής Εταιρείας,  υπήρξε πολυκύμαντη. Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα το αγροτικό ζήτημα στη χώρα μας βρισκόταν στην «ημερήσια διάταξη» και σχετιζόταν κυρίως με το θέμα της ιδιοκτησίας της γης αλλά και με εκείνο της αγροτικής πίστης και της αγροτικής εκπαίδευσης.[33] Στις αρχές της δεκαετίας του 1870 και  μέσα στη δίνη της κρίσης του 1873, όταν ένα μεγάλο τμήμα του ελληνικού παροικιακού κεφαλαίου έστρεφε τα βλέμματά του στο μικρό εθνικό κέντρο για ευκαιριακές κερδοσκοπικές δραστηριότητες, ομογενείς επιχειρηματίες σύναψαν (Ιανουάριος 1873) σύμβαση με την κυβέρνηση για την ίδρυση ανώνυμης Ελληνικής Γεωργικής Εταιρείας, χωρίς όμως τότε να συζητηθεί και να εγκριθεί η σύμβαση αυτή από τη Βουλή. Οι μεγαλόστομοι, πάντως, καταστατικοί σκοποί της Εταιρείας και τα εντυπωσιακά μέτρα επίτευξής τους[34] απέβλεπαν στην παραπλάνηση των ενδιαφερόμενων αγροτών, καθώς κύρια επιδίωξη των μετόχων της ήταν να καρπωθούν, χωρίς δικές τους παρακινδυνευμένες επιχειρηματικές επενδύσεις, το ελληνικό αγροτικό εισόδημα.[35] Αργότερα, μάλιστα, θα επιστρατευτεί και ο βασιλιάς της χώρας, αναλαμβάνοντας το 1901 την προεδρία της Ελληνικής Γεωργικής Εταιρείας, για να γίνει η τελευταία αξιόπιστη και για να πειστούν επιτέλους και άλλοι κεφαλαιούχοι να συνεισφέρουν αλλά και οι αγρότες να στηρίξουν το πρόγραμμά της.[36]
          Φαίνεται ότι ο Σπ. Φ. Αντύπας είχε αρχικά, και λόγω της παρουσίας του βασιλιά, πειστεί για την αναγκαιότητα και χρησιμότητα της Εταιρείας, γι’ αυτό και θέλησε μέσω της Διαθήκης του να βοηθήσει το εθνωφελές, κατά τη γνώμη του, έργο της.[37] Είναι, δηλαδή, προφανής η αγωνία του για τη γεωργική ανάπτυξη της πατρίδας του και μέσα από αυτήν την ανάπτυξη η επιθυμία του για τη βελτίωση των όρων εργασίας και ζωής των Ελλήνων αγροτών.[38] Δεν αποκλείεται όμως, στο μεταξύ, να απογοητεύθηκε από την πορεία και δράση της Γεωργικής Εταιρείας, ή να αδιαφόρησε γι’ αυτήν, καθώς, λόγω της δολοφονίας του βασιλιά Γεωργίου (Μάρτιος 1913), σταμάτησε η προεδρία του τελευταίου σε αυτήν. Έτσι, ο Σπ. Φ. Αντύπας την αγνόησε στην τελική διατύπωση της Διαθήκης του. 

5.  Η ειρηνική συνύπαρξη Ελλήνων και Τούρκων.

          Χαρακτηριστικό σημείο της Διαθήκης του Σπ. Φ. Αντύπα θεωρούμε όσα γράφει για τις σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων. Έλληνας χριστιανός ορθόδοξος ο ίδιος, ενισχύει με  σοβαρό ποσό τους φτωχούς μουσουλμάνους της Κωνσταντινούπολης από το κεφάλαιο των 7.000 φράγκων της ασφάλισής του: «[...] να δοθώσι, λέγω, 1.000 φράγκα χίλια εις την Α. Εξ. τον Σεϊχούλ Ισλάμ, Αρχηγόν δηλαδή Ανώτατον της Μουσουλμανικής θρησκείας, όπως τα διανείμη εις τους πτωχούς Μουσουλμάνους κατά τας εορτάς του Βαϊραμίου των».
           Όταν ο Σπ. Φ. Αντύπας καταγράφει τη συγκεκριμένη προσφορά, έχουν τελειώσει οι Βαλκανικοί πόλεμοι, τα πράγματα έχουν σχετικά ηρεμήσει και οι δύο γειτονικοί λαοί μέσα στα νέα σύνορά τους προσπαθούν να αναδιοργανώσουν το κράτος τους και τη ζωή τους. Εκείνη, λοιπόν, την περίοδο ο διαθέτης εκτιμά ότι οι αντικειμενικές συνθήκες ευνοούν την προσέγγιση Ελλήνων και Τούρκων: «Καιρός να φιλιωθώσιν οι δύο λαοί, Τούρκοι και Έλληνες, [...]», καθώς υποστηρίζει ότι «κατόπιν των απελθόντων γεγονότων δύνανται οι δύο λαοί να ζήσουν εν ειρήνη και αγάπη [...]». Ο Σπ. Φ. Αντύπας είναι πατριώτης μακριά από ακρότητες και φανατισμούς, αν και λανθάνουν μεγαλοϊδεατικά αισθήματα στην ποίησή του.[39] Είναι όμως προσγειωμένος, καθώς γνωρίζει τη σκληρή διπλωματική πραγματικότητα, η οποία πια δεν επιτρέπει συναισθηματισμούς και όνειρα. Τα νέα δεδομένα, που δημιούργησαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι, πρέπει να ληφθούν υπόψη αλλά και η ψυχική διάθεση των δύο λαών. Ο ίδιος γνωρίζει, φαίνεται, τη νοοτροπία του τουρκικού πληθυσμού προφανώς μέσα από τις εμπορικές δοσοληψίες μαζί του ή τις κοινωνικές συναναστροφές του και ως ήρεμος πραγματιστής διαβλέπει τη δυνατότητα ελληνοτουρκικής προσέγγισης.
          Καταθέτοντας, στη συνέχεια, την άποψή του για τις αντιπαλότητες και εχθρότητες των δύο γειτονικών λαών μεταξύ τους, αποδεικνύεται σοβαρός αναλυτής των πολιτικών καταστάσεων, γνώστης των διπλωματικών διαδρόμων και αυστηρός κριτής του σωβινισμού από όποια πλευρά κι αν προέρχεται. Ο Σπ. Φ. Αντύπας είναι σίγουρος ότι «υστερόβουλοι και κενόδοξοι σωβινισταί» είναι εκείνοι που φανατίζουν τους δύο λαούς και τους εξωθούν σε έχθρες και συγκρούσεις. Και επομένως, κατά τη γνώμη του, μπορούν αυτοί να απομονωθούν έτσι, ώστε οι λαοί να βρουν το δρόμο της επικοινωνίας, της συνεννόησης, της συνεργασίας και της ειρηνικής συμβίωσης. Εξάλλου, τονίζει, «κοινά μόνον συμφέροντα έχουσι να υπερασπισθώσιν αμφότεροι», για την υπεράσπιση των οποίων απαιτείται αμοιβαία κατανόηση και ειρηνικό περιβάλλον. Βέβαια, οι εδαφικές εκκρεμότητες μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας «δεν είχαν κλείσει», καθώς η πρώτη «θα συνέχιζε να επενδύει στην πολεμική της προετοιμασία είτε για να προστατεύσει τα όσα απέκτησε είτε για να φθάσει ως τα όρια των αλυτρωτικών φιλοδοξιών της»,[40] ενώ η δεύτερη μέσα από την κατάρρευσή της και την ταυτόχρονη ανάδυση του νέου εθνικού τουρκικού κράτους θα ξεκαθάριζε με το σύνοικο ελληνικό πληθυσμό τους λογαριασμούς της, τουλάχιστο στο χώρο του Πόντου και της Μικρασίας, μέσα στην επόμενη περίπου δεκαετία (1913-1922).[41]

6.  Ίδρυση και λειτουργία Κληροδοτήματος.

          Ο κοσμοπολιτισμός του Σπ. Φ. Αντύπα δεν τον εμπόδισε – αντίθετα τον ώθησε – να «επιστρέψει» στη γενέθλια γη και να προσφέρει «ες αεί» στην τοπική κοινωνία. Η σύσταση του «Κληροδοτήματος Σπ. Φ. Αντύπα υπέρ της Κεφαλληνίας» επιβεβαιώνει πρώτα-πρώτα την οξύνοια και τη διορατικότητα του κοσμοπολίτη  λόγιου εμπόρου, έπειτα τεκμηριώνει  την έμπρακτη αγάπη του Κεφαλονίτη της διασποράς προς την ιδιαίτερή του πατρίδα και, τέλος, σηματοδοτεί την έγνοια τού πνευματικά καλλιεργημένου και κοινωνικά ευαίσθητου μεγαλέμπορου για την ουσιαστική πρόοδο ατόμων και συνόλου μέσα από τους πυλώνες της φιλανθρωπίας/αγαθοεργίας και της εκπαίδευσης/επιστήμης. Το Κληροδότημα, που με τη Διαθήκη του ίδρυσε ο Σπ. Φ. Αντύπας, οφείλει να θεραπεύει εκπαιδευτικές και κοινωνικές ανάγκες της Κεφαλονιάς – ανάγκες δηλαδή που πάντοτε υπάρχουν και πάντοτε απαιτούν άμεση αντιμετώπιση.
          Ο Σπ. Φ. Αντύπας πιστεύει, προφανώς, στον άνθρωπο, γι’ αυτό και καταθέτει το σύνολο σχεδόν της περιουσίας του στην «τράπεζα» της κοινωνικής προσφοράς.  Πέρα από το όποιο κίνητρο της ευεργεσίας του – υστεροφημία,  κοινωνική καταξίωση, φιλανθρωπισμός, αλληλεγγύη, σύνδρομο στέρησης, πολιτικές σκοπιμότητες[42] – η ουσία παραμένει διαυγής και αδιαμφισβήτητη: τοποθέτησε το αποτέλεσμα του μόχθου του και – γιατί όχι – της εκμετάλλευσης εργαζόμενων ανθρώπων αλλά και της αξιοποίησης πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών συγκυριών στο τραπέζι της κεφαλονίτικης κοινωνίας και την κάλεσε να το μοιραστεί για το καλό το δικό της και των παιδιών της. Πέρα από την όποια επιφύλαξη, διαφωνία ή ευθεία αντίθεση στα υλικά κληροδοτήματα κεφαλαιοκρατών,[43] το ηθικό κληροδότημα του Σπ. Φ. Αντύπα παραμένει: από το συνδυασμό του πλούτου με τη δυνατότητα και ικανότητα ορθολογικής και επωφελούς για το κοινωνικό σύνολο τοποθέτησής του πάντοτε έχει να ωφεληθεί η κοινωνία, ο απλός λαός. Πέρα από την αποδοχή ή απόρριψη του ευεργετισμού ως ιδεολογήματος,[44] η πραγματικότητα, μάρτυρας αυστηρός και αδιάψευστος, πιστοποιεί την ανταπόκριση της κοινωνίας στο ευεργετικό εγχείρημα του Κεφαλονίτη κληροδότη. Άλλωστε, η ίδια η κοινωνικο-εκπαιδευτική και γενικότερα πολιτισμική πραγματικότητα της σύγχρονης Κεφαλονιάς συνδιαμορφώνεται σταδιακά και από τη λειτουργία και δράση του «Κληροδοτήματος Σπ. Φ. Αντύπα υπέρ της Κεφαλληνίας».[45]

IV.     Η πράξη της ευεργεσίας προϋποθέτει τη λειτουργία ενός δίπολου – το Άτομο που κληροδοτεί και το Σύνολο που κληρονομεί – και την ύπαρξη ενός κοινωνικού συμβολαίου – το Άτομο που εμπιστεύεται στο Σύνολο τη διαχείριση της περιουσίας του και το Σύνολο που δηλώνει στο Άτομο την ικανότητά του να εκτιμήσει και να διαχειριστεί την προσφορά. Έτσι, το Άτομο μέσα από την κληροδοσία του αποκτά νέα ταυτότητα, εκείνη του ευεργέτη, και το Σύνολο μέσα από τη διαχείριση της κληρονομιάς βελτιώνει τη ζωή του. Και ενώ το Άτομο έκανε «άπαξ» το καθήκον του προς το Σύνολο με τη συγκεκριμένη ευεργεσία, το Σύνολο «εφ’ όρου ζωής» συγκρατεί στη μνήμη του τη σημασία της ευεργετικής πράξης του Ατόμου.
          Να, λοιπόν, γιατί η Διαχειριστική Επιτροπή του «Κληροδοτήματος Σπ. Φ. Αντύπα υπέρ της Κεφαλληνίας» στη διαχρονικότητά της αλλά και η κοινωνία της Κεφαλονιάς υποχρεώνονται να κρατούν διαρκώς αναμμένο το καντήλι της μνήμης του ευεργέτη Σπ. Φ. Αντύπα, ο οποίος  μέσα από τη Διαθήκη του και ιδιαίτερα μέσα από το «Κληροδότημά» του θέλησε να δώσει  προοπτική στο γενέθλιο νησί του. Η υποχρέωση της θύμησης, ανάμεσα στα άλλα, απαιτεί από την κάθε φορά Διαχειριστική Επιτροπή να επικαιροποιεί με συνέπεια, συνέχεια και γόνιμο προβληματισμό τη βούληση του ευεργέτη, ώστε η τελευταία να συναντιέται με τα σύγχρονα προβλήματα και να απαντά στα καθημερινά αιτήματα της κεφαλονίτικης κοινωνίας.



         

                      


[1]  Η πρώτη προσπάθεια δημοσίευσης κάποιων βιογραφικών στοιχείων του Σπ.  Φ. Αντύπα έγινε από το Διοικητικό Συμβούλιο του Συνδέσμου Φιλολόγων Κεφαλονιάς – Ιθάκης («Σπυρίδων Φωτεινού Αντύπας», Κυμοθόη, τχ. 12-13 (2003), σσ. 7-10), η δεύτερη προσπάθεια οφείλεται στην Καλυψώ Α. Αντύπα («Σπυρίδων Φωτεινού Αντύπας. Στοιχεία βιογραφίας», Κυμοθόη, τχ. 16 (2006), σ. 109-118, ενώ η επιγραμματική παρουσίασή του από τον Ηλία Τσιτσέλη (Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, τ. Α΄, εν Αθήναις 1904, σ. 844) έδινε ως τόπο καταγωγής του την Άσου της Ερίσσου Κεφαλονιάς.
[2] Βλ. τις μελέτες των Θεοδόση Πυλαρινού – Αντιγόνης Χριστοφοράτου, «Το λησμονημένο λογοτεχνικό έργο του ποιητή Σπυρίδωνα Φωτεινού Αντύπα», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τ. 13 (2011-2012), Αφιέρωμα στη μνήμη Υπατίας Ε. Δεστούνη, σ. 203-220, και «Γλωσσικοί συγκρητισμοί κατά την εξελικτική διαδρομή προς τη σύνθεση της κοινής ποιητικής γλώσσας στο έργο του Κεφαλονίτη ποιητή Σπυρίδωνα Φ. Αντύπα», Κυμοθόη, τ. 22-23 (2012-2013), Αφιέρωμα στη μνήμη του Ιωάννη Καμπίτση, σ. 371-382.
[3]  Πρόκειται για χειρόγραφο σε ριγωμένο χαρτί δεκαπέντε φύλλων, γραμμένων μόνο στο recto τους.. Ωστόσο, στο αρχείο του Κληροδοτήματος απόκειται και το κείμενο, χωριστά, της πρώτης διαθήκης, 10 Ιουλίου 1911, μαζί με την τροποποίησή της, 19 Δεκεμβρίου 1913,  «χτυπημένο» σε γραφομηχανή., σε τρία φύλλα, γραμμένα και στις δυο όψεις τους.
[4]   Πρακτικά γίνεται λόγος για δύο διαθήκες, όπως θα αναφέρουμε αμέσως παρακάτω.
[5] Εντύπωση προκαλεί η αλλαγή της νομισματικής μονάδας: αντί για φράγκα εδώ χρησιμοποιούνται οι δραχμές.
[6]  Θα ακυρώσει ο διαθέτης, όπως θα αναφέρουμε στη συνέχεια, αυτή την περίπτωση Α.
[7] Τα έπιπλα μόνο της ιδιαίτερης κατοικίας τού διαθέτη κληροδοτούνται στον πρωτότοκο γιο του αδελφού του Διον. Φ. Αντύπα.
[8]  Θα αλλάξει, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ο διαθέτης αυτόν τον προσωρινό διαχειριστή.
[9]  Δικαιολογεί, μάλιστα, αυτή την αλλαγή ως εξής: «[...] κατόπιν δευτέρας σκέψεως και διά λόγους τους οποίους εγώ γνωρίζω, δεν πρέπει [[δεν πρέπει]] να θεωρηθή ως κατάλληλος προσωρινός διαχειριστής του εν Κηφισσία κτήματός μου ο κληρονόμος μου Γερ. Αντύπας, αλλά να γίνη διαχειριστής ο έτερος των κληρονόμων μου προσωρινός του εν Κηφισσία κτήματός μου Διον. Αντύπας οριζόμενος».
[10]  «Εις τον αγαπητότατόν μου αδελφόν  Γεώργιον», αναφέρει ο διαθέτης, «δέν αφίνω κληροδότημά τι άλλο, διότι ευτυχώς δεν έχει ανάγκην των εμών χρηματικών μέσων, είναι αρκετά εύπορος. Άλλως τε είναι και άτεκνος ατυχώς. Αν θέλη να εκλέξη τι εκ των οικιακών μου επίπλων δύναται ελευθέρως να το πράξη».
[11]  Αν και αρχική σκέψη του διαθέτη ήταν η διάθεση όλου του ποσού των 7.000 φρ. στο Οικουμενικό Πατριαρχείο· γι’ αυτό εξάλλου το συμβόλαιο με την ασφαλιστική εταιρεία το είχε συνάψει στο όνομα του Πατριαρχείου. Δεύτερη, προφανώς ωριμότερη, σκέψη τον οδήγησε σε πολυδιάσπαση του ποσού σε διάφορα πρόσωπα και φορείς και για ποικίλες δράσεις.
[12] Αναιρεί, όμως, ο διαθέτης αυτή την κληροδοσία, σημειώνοντας στο περιθώριο του εγγράφου: «Το κονδύλιον τούτο των 2.000 φρ. διά έξοδα θανής, μεταφοράς και ταφής και λοιπά το καταργώ ολοτελώς, διότι εσκέφθην ότι είναι περιττόν να ενοχλώ τον κόσμον και μετά θάνατον· Άλλως δύναται να διατεθούν αι [αντί: τα] 2.000 φρ. χρησιμότερον». Δε διευκρινίζεται, ωστόσο, αν αυτή η αλλαγή έγινε κατά την τροποποίηση της 19ης Δεκεμβρίου 1913.
[13]  Στον ίδιο αφήνει ο διαθέτης και όλες τις ενδυμασίες του.
[14]  Αυτή, ωστόσο, τη ρύθμιση την αναιρεί αμέσως παρακάτω, όπως θα δούμε στη συνέχεια.
[15]  Από παραδρομή προφανώς στο κείμενο της διαθήκης το ποσό αυτό υπολογίζεται σε δραχμές.
[16]  Και δικαιολογεί ο διαθέτης αυτή την τροποποίηση αναφέροντας ότι «είναι σπουδαιοτέρα η ανάγκη Δημοτικής Βιβλιοθήκης από τα δικαιώματα του Δημοσίου, τα οποία άλλως τε θα πληρωθώσιν ούτως ή άλλως [...]».
[17]  Στην περίπτωση αυτή καθώς και στις δύο επόμενες αναγράφεται ως νομισματική μονάδα η δραχμή αντί για το φράγκο. Προφανώς, πρόκειται για λάθος, αν κρίνουμε ότι στην πρώτη διαθήκη ποσά σε ανάλογες περιπτώσεις υπολογίζονται σε φράγκα.
[18]  Το άθροισμα των ποσών υπολείπεται κατά 500 φρ. από το ποσό των 7.000 φρ. της ασφάλισης – άγνωστο γιατί.
[19]  Εννοούμε τα κείμενα και των δύο διαθηκών, τα οποία ουσιαστικά συνιστούν τη Διαθήκη του Σπ. Φ. Αντύπα.
[20]  Βλ. Θ. Πυλαρινός – Α. Χριστοφοράτου, «Το λησμονημένο λογοτεχνικό έργο του ποιητή Σπυρίδωνα Φωτεινού Αντύπα», ό.π., σ. 211-212.
[21]  Πρόκειται για το ποίημα «Κοινωνικαί εἰκόνες. Τό ρουβλάκι», στο: Σπυρ. Φ. Αντύπας, Φθινόπωρον. Λυρικαί ποιήσεις, εν Αθήναις 1895, σ. 77-83.
[22]  Θ. Πυλαρινός – Α. Χριστοφοράτου, ό.π., σ. 215.
[23] Για τον Π. Βαλλιάνο, τη δράση και τις ευεργεσίες του βλ. τη μονογραφία της Παναγιώτας Μοσχονά, Παναγής Α. Βαλλιάνος. Από τη Μυθοπλασία στην Ιστορία, έκδοση Κληροδοτήματος Παναγή Α. Βαλλιάνου, Αθήνα 2008.
[24]  Για τον Μ. Κοργιαλένιο, τη δράση και τις ευεργεσίες του βλ. τη μονογραφία του Αγγελο-Διονύση Δεμπόνου, Μαρίνος Κοργιαλένιος. Βιογραφία, έκδοση Νομαρχιακής Επιτροπής Λαϊκής Επιμόρφωσης (Ν.Ε.Λ.Ε.) Κεφαλονιάς, Αργοστόλι 1989. Επίσης βλ. Η. Τσιτσέλης, ό.π., τ. Α΄, σ. 268-269 και 904, καθώς και τ. Β΄, σ. 627-628.
[25] Βλ. Μαρίνου Κοργιαλένιου Κεφαλλήνος, Διαθήκη. Εν Λονδίνω 1910, έκδοση Κοργιαλενείου Διοικητικού Συμβουλίου Κεφαλληνίας, 1960, σ. 25 (στην «εν Αθήναις Φιλόπτωχον Εταιρείαν»), σ. 26 (στο «εν Αθήναις Νοσοκομείον των Παίδων “Η Αγία Σοφία”»), σσ. 30-31 (για την ίδρυση «εν Αθήναις Νοσοκομείου κληθησομένου “Τό Κοργιαλένειον Νοσοκομείον”»), σ. 31-32 (για το «εν Αθήναις Νοσοκομείον της Πολυκλινικής»).
[26]  Βλ. Κληροδότημα Παναγή Α. Βαλλιάνου υπέρ φιλανθρωπικών σκοπών εν Κεφαλληνία, έκδοση της Διαχειριστικής Επιτροπής του Κληροδοτήματος Παναγή Α. Βαλλιάνου, Αθήναι 1932, όπου «Διαθήκη και Κωδίκελος», «Απόφασις Υψηλού Δικαστηρίου Λονδίνου», «Β.Δ. περί εγκρίσεως συστάσεως Διαρκούς προς διαχείρισιν του Κληροδοτήματος», «Β.Δ. περί εγκρίσεως του κανονισμού επιτροπείας», σ. 18, 19 (για ίδρυση και συντήρηση Βρεφοκομείου στο Αργοστόλι, για τη συντήρηση του Νοσοκομείου στο Αργοστόλι κ.λπ.), αλλά και σσ. 19-20 (σε κατοίκους της Κεφαλονιάς ανίκανους για εργασία «είτε ένεκα της προβεβηκυίας ηλικίας των ή ένεκεν ασθενείας ή άλλης τινός αιτίας») και σ. 21 (σε «απόρους κατοίκους του χωρίου Κεραμιές»).
[27]  Ο Ευ. Ραυτόπουλος από τα Μεσοβούνια της Κεφαλονιάς δεν ήταν μεγαλέμπορος ή επιχειρηματίας, όπως οι άλλοι, οι προαναφερθέντες ευεργέτες (Βαλλιάνος, Κοργιαλένιος, Αντύπας), αλλά μετανάστης-υπάλληλος του Οίκου Αδελφών Ράλλη στο Καράτσι των Ινδιών, ο οποίος ευεργέτησε τους  συγχωριανούς του με την περιουσία, που ο ίδιος δημιούργησε μέσα από την πολύχρονη κοπιαστική εργασία του στις μακρινές Ινδίες. Βλ. Πέτρος Πετράτος, «“Τούτο δε πράττω ως σοσιαλιστής”. Ο Ευάγγελος Ραυτόπουλος και η διαθήκη του», Πρακτικά Συνεδρίου «Επτανησιακά Ιδρύματα – Κληροδοτήματα (19ος αι.-1953). Η πνευματική-πολιτισμική και κοινωνική συμβολή τους», (Κεφαλονιά, 7-9 Μαΐου 2004), Εταιρεία Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Αργοστόλι 2007, σ. 247-269.
[28]  Η αγάπη, το ενδιαφέρον και η νοσταλγία του για την ιδιαίτερη πατρίδα του έχει αποτυπωθεί και στην ποίησή του, βλ. Θ. Πυλαρινός – Α. Χριστοφοράτου,  ό.π., σ. 210.  Εξάλλου, όλα αυτά πιστοποιούνται και από την επιθυμία του να ταφεί στα πατρικά χώματα: «[...] επιθυμώ καί θέλω νά ταφώ εις Αγίαν Ευφημίαν», γράφει στη Διαθήκη του.
[29]  Μερικά από αυτά ήταν: εκδόσεις της Μαρασλείου Βιβλιοθήκης (150 τόμοι), Λεξικόν του Βυζαντίου, Άπαντα Ραγκαβή, ένας τόμος Ελληνικής Φιλολογίας, άλλοι εννέα τόμοι φιλολογικού περιεχομένου, Επιστολαί του Φωτίου, τέσσερις τόμοι Μεσαιωνικής Βιβλιοθήκης, Βυζαντιναί Μελέται, εξάτομη Ιστορία Ελληνικού Έθνους του Κ. Παπαρρηγόπουλου, τρίτομη Ιστορία Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τετράτομη Ιστορία του Τακτικού Στρατού, Ιστορία νομισμάτων, Πινακοθήκη των ηρώων της Ελληνικής Επαναστάσεως, Μύθοι του Λαφοντέν, Γάλλοι ποιητές του 19ου αιώνος, Οι μεγάλοι ποιηταί της Γαλλίας,  κ.ά.,  βλ. Κ. Αντύπα, ό.π., σ. 114-115.
[30] Ήταν δημιούργημα του αρχιεπισκόπου Κεφαλονιάς (και αργότερα Αθηνών) Γερμανού Καλλιγά  (1844-1896). Βλ. γι’ αυτήν Ηλίας Τουμασάτος, «Δημοσία Βιβλιοθήκη Κεφαλληνίας 1887-1926. Τα πρώτα βήματα ενός οράματος», Οδύσσεια Κεφαλλονιάς και Ιθάκης, 2004, σ. 32-39.
[31] Τελικά θα ιδρυθεί το 1924, ενώ το 1926 με απόφαση του Υπουργείου Παιδείας θα απορροφήσει την υπάρχουσα Δημόσια Βιβλιοθήκη. Για τα πρώτα τριάντα χρόνια λειτουργίας της «Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης» βλ. Η. Τουμασάτος, «Κοργιαλένειος Βιβλιοθήκη 1924-1954. Μια διάσταση του Κληροδοτήματος του Μαρίνου Κοργιαλένιου», Πρακτικά Συνεδρίου «Επτανησιακά Ιδρύματα –Κληροδοτήματα (19ος αι.-1953). Η πνευματική-πολιτισμική και κοινωνική συμβολή τους», ό.π., σ. 459-479.
[32] Η Βιβλιοθήκη αυτή ιδρύθηκε με το νόμο 4038/6-4-1960, ενώ το κτήριο, που κτίστηκε σε οικόπεδο του Στάμου Πετρίτση, περατώθηκε το 1964, έτος από το οποίο και μετά άρχισε η λειτουργία της. Για τον Ληξουριώτη ευεργέτη Στάμο Πετρίτση βλ. Η. Τσιτσέλης, ό.π., τ. Α΄, σ. 521-523
[33]  Σχετικά με τα ζητήματα αυτά βλ.  Σ. Χασιώτης, Η γεωργία εν Ελλάδι. Γενική επισκόπησις, Αθήναι 1921· Α. Σίδερης, Η γεωργική πολιτική της Ελλάδος κατά την λήξασαν εκατονταετίαν (1833-1933), Αθήναι 1934· Δ. Ζωγράφος, Ιστορία της παρ’ ημίν γεωργικής εκπαιδεύσεως, Αθήναι 1936· Μπάμπης Αλιβιζάτος, Η γεωργική Ελλάς και η εξέλιξίς της, Αθήναι 1939· Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία του αγροτικού κινήματος στην Ελλάδα, εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήνα 1973· Κώστας Βεργόπουλος, Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα. Η κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1975·  Δημήτριος Παναγιωτόπουλος, Γεωργική εκπαίδευση και ανάπτυξη: Η Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Αθηνών στην ελληνική κοινωνία, 1920-1960, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004· Καίτη Αρώνη-Τσίχλη, Αγροτικό ζήτημα και αγροτικό κίνημα. Θεσσαλία 1881-1923, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2005.
[34]  Η Εταιρεία είχε ως σκοπούς της «την εν τω τόπω εισαγωγήν των τελειοτέρων και καταλληλοτέρων μεθόδων της καλλιεργείας της γης, την μόρφωσιν πρακτικών και θεωρητικών γεωργών και εν γένει την ανάπτυξιν της Γεωργίας εν Ελλάδι» (άρθρο 1), ενώ η ίδια αναλάμβανε την υποχρέωση να ιδρύσει δύο Γεωργικές Σχολές (μία στην Πελοπόννησο και μία στη Στερεά Ελλάδα) και από ένα πρακτικό αγροκήπιο σε κάθε νομό∙ το ελληνικό κράτος θα παραχωρούσε στρέμματα καλλιεργήσιμης γης για 99 χρόνια χωρίς πληρωμή επικαρπίας (άρθρο 2). Βλ. Δ. Ζωγράφος, ό.π., σ. 200-201.
[35]  «[...] να το καρπωθούν [το αγροτικό εισόδημα] όμως όχι μέσω της βιομηχανίας, ούτε φυσικά με άμεσα δάνεια προς τους αγρότες, αλλά με τρόπο έμμεσο και πιο ασφαλισμένο: με την ίδρυση τραπεζικών και χρηματιστικών επιχειρήσεων που θα χρηματοδοτούσαν τους τοκογλύφους και τους μεσάζοντες της αγροτικής αγοράς», Γιώργος Δερτιλής, Το ζήτημα των Τραπεζών (1871-1873): οικονομική και πολιτική διαμάχη στην Ελλάδα τον ΙΘ΄ αιώνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1989, σ. 56.  
[36]  «Η Α. Μ. ο Βασιλεύς επιθυμών να ενισχύση την ηθικήν και υλικήν πρόοδον της χώρας διά της αναπτύξεως της γεωργίας», ανέλαβε την προεδρία της Ελληνικής Γεωργικής Εταιρείας και καλούνται όλοι να γίνουν «εταίροι και οι απόστολοι της καινής ταύτης υπέρ της προόδου της γεωργίας ιεραποστολής», καθώς σε κάθε νομό προβλέπεται η σύσταση Γεωργικού Συνδέσμου για την προώθηση «πάσης δυνατής βελτιώσεως εν παντί κλάδω της γεωργίας υπό την αιγίδα και την διεύθυνσιν της Εταιρείας και την ηθικήν και υλικήν συνδρομήν αυτής», ενημέρωνε με εγκύκλιό του (αρ. εγκ. 111, αρ. πρωτ. 47661, 12-10-1901) ο υπουργός Εσωτερικών Γ. Θεοτόκης τον Οκτώβριο του 1901 τους νομάρχες του κράτους. Βλ. και εφ. Ελεύθερος Λόγος, φ. 185, 28-7-1902, όπου γίνεται λόγος για τη σύσταση και λειτουργία της Εταιρείας υπό την προεδρία του βασιλιά.
[37]  Άλλωστε, συνηθιζόταν τότε οι ευεργέτες να διαθέτουν κάποιο ποσό και για την Ελληνική Γεωργική Εταιρεία, όπως π.χ. ο Μ. Κοργιαλένιος, βλ. Μ. Κοργιαλένιος, ό.π., σ. 28-29, πρβλ. Α-Δ. Δεμπόνος, ό.π., σ. 276.
[38] Σημειώνουμε εδώ ότι την ίδια περίπου περίοδο στην Κεφαλονιά έχουν αρχίσει οι διεργασίες για την ίδρυση Γεωργικής Σχολής. Αναφερόμαστε στη γνωστή λεγόμενη Πρακτική Γεωργική Σχολή Π. Βαλλιάνου – δημιούργημα εξολοκλήρου του Παν. Βαλλιάνου και του Βαλλιανείου Κληροδοτήματος –  που αποφασίστηκε η ίδρυσή της το 1900 και το 1905 συντάχθηκε το πρώτο καταστατικό της. Βλ. ομιλία της Ευρυδίκης Λειβαδά-Ντούκα, με τίτλο «Βαλλιάνειος Γεωργική Σχολή. Η πορεία της σε έναν αιώνα», στην επιστημονική ημερίδα που διοργάνωσε η Διοίκηση της Πρακτικής Γεωργικής Σχολής Π. Βαλλιάνου στο Αργοστόλι (αίθουσα ΕΒΕΚΙ) στις 9-12-2006 για τα 100 χρόνια παρουσίας και προσφοράς της συγκεκριμένης Γεωργικής Σχολής. 
[39]  Βλ. Θ. Πυλαρινός – Α. Χριστοφοράτου, ό.π., σ. 214, σημ. 41.
[40] Γιώργος Μαργαρίτης, «Η εμπόλεμη Ελλάδα. Βαλκανικοί Πόλεμοι, Μακεδονικό Μέτωπο, Ουκρανία», στο: Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τ. 6, σ. 73.
[41] Βλ. Έφη Αλαμανή, Κρίστα Παναγιωτοπούλου, «Ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας σε διωγμό», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΕ΄,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1978, σ. 98-99.
[42] Βλ. Σπύρος Δημ. Λουκάτος, «Οι αιώνες του Διαφωτισμού – Κεφαλονίτες κληροδότες, κληροδοτήματα, ιδρύματα [...] Ερωτήματα προς έρευνα», Πρακτικά Συνεδρίου «Επτανησιακά Ιδρύματα – Κληροδοτήματα (19ος αι.-1953). Η πνευματική-πολιτισμική και κοινωνική συμβολή τους», ό.π., σ. 21.
[43] Βλ. Σπ. Λουκάτος, ό.π., σ. 21.
[44] Βλ. Σπ. Λουκάτος, ό.π., σ. 20-21.
[45] Πολυποίκιλες είναι οι χορηγίες φιλανθρωπικού και φιλεκπαιδευτικού, όπως άλλωστε είχε ορίσει με τη Διαθήκη του ο Σπ. Φ. Αντύπας, περιεχομένου, στις οποίες έχει προβεί σε όλο το διάστημα της μέχρι σήμερα λειτουργίας του το «Κληροδότημα Σπ. Φ. Αντύπα υπέρ της Κεφαλληνίας», όπως αυτές αποτυπώνονται στις αποφάσεις της Διαχειριστικής του Επιτροπής.