Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

TO EΠΤΑΝΗΣΙΑΚΟ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ: Ο ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ - Η ΔΙΑΣΠΑΣΗ




Το κείμενο της ομιλίας που εκφωνήθηκε στην Ημερίδα για τον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό, 
η οποία διοργανώθηκε σπό το Σύνδεσμο Φιλολόγων Κεφαλονιάς - Ιθάκης 
και τα ΓΑΚ-Αρχεία Ν. Κεφαλονιάς, στην Κοργ. Βιβλιοθήκη στις 19-11-2014.



       Το επτανησιακό ριζοσπαστικό κίνημα συναπαρτίστηκε από διάφορες τόσο στην προέλευση όσο και στην ιδεολογία κοινωνικές και πολιτικές ομάδες, που η σε βάθος εξέτασή τους δεν έχει ολοκληρωθεί. Ωστόσο, μπορούμε βάσιμα να υποστηρίξουμε ότι κάτω από το Ριζοσπαστισμό στεγάστηκαν τα συμφέροντα και οι ελπίδες αστικών, μικροαστικών και κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων (καλλιεργητές στην ύπαιθρο και εργαζόμενοι στις πόλεις), αλλά και εκφράστηκαν τα πολιτικά «πιστεύω» τόσο των δημοκρατών όσο και των κοινωνικών ριζοσπαστών, οι οποίοι την πρώτη κυρίως περίοδο (1848-1852) προέβαλαν τα κοινά τους σημεία, συναρτώντας παράλληλα την εθνική με την κοινωνική προοπτική του κινήματος.
Έτσι, το ριζοσπαστικό κίνημα διατύπωσε, μέσα κυρίως από τις εφημερίδες του και τις αγορεύσεις των εκπροσώπων του στην Θ΄ Ιόνια Βουλή καθώς και μέσα από τις πρακτικές των ριζοσπαστικών λεσχών, το αίτημα της ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα στη βάση της αρχής των εθνοτήτων, αλλά και της συγκρότησης δημοκρατικής πολιτείας στη βάση των αρχών της λαϊκής κυριαρχίας – ένα αίτημα που αφορούσε το σύνολο του επτανησιακού λαού. Το αίτημα, δηλαδή, της Ένωσης και γενικότερα της εθνικής ανεξαρτησίας ο Ριζοσπαστισμός το συνδύαζε με εκείνο της λειτουργίας δημοκρατικού πολιτεύματος. Σε αντίθετη περίπτωση, θεωρούσε την Ένωση «κήρυγμα μονομερές και αντιπατριωτικόν», που δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των Επτανησίων και του ελληνικού λαού στο σύνολό του. Επομένως, δεν ενδιέφερε τους Ριζοσπάστες απλά και μόνο η Ένωση, ή η με οποιοδήποτε τρόπο και μορφή Ένωση. Αντίθετα, αγωνίζονταν για μια Ένωση, που θα ήταν προϋπόθεση γενικότερης δημοκρατικής αναγέννησης του ελληνικού κράτους και της ευρύτερης περιοχής.
 Εθνικο-απελευθερωτικό και συνάμα αστικο-δημοκρατικό το ριζοσπαστικό κίνημα, έδρασε κατά την πρώτη περίοδο (1848-1852) συντονισμένα και στοχευμένα, χωρίς οι υπαρκτές κατά τα άλλα ιδεολογικές διαφορές των δύο ηγετικών μορφών του, του Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου και του Ιωσήφ Μομφερράτου να προκαλέσουν προβλήματα στο ενιαίο της πολιτικής γραμμής και δράσης. Γιατί διαφορές, και μάλιστα βασικές, υπήρχαν εξαρχής μέσα στο κίνημα. Ενδεικτικά αναφέρω τρία σημεία των εσωτερικών διαφοροποιήσεων: το πολιτειακό, τη Μεγάλη Ιδέα και το κοινωνιστικό. Ως προς το πρώτο, ο Ζερβός Ιακωβάτος υποστήριζε τη συνταγματική μοναρχία, ενώ ο Μομφερράτος την αβασίλευτη δημοκρατία. Ως προς το δεύτερο, κάποιοι Ριζοσπάστες (η πλευρά κυρίως του Μομφερράτου), κάνοντας την υπέρβαση της εθνικιστικής Μ. Ιδέας, έκαναν λόγο για  μια Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, δίνοντας στο κίνημα μια διεθνιστική προοπτική. Ως προς το τρίτο, ο Ζερβός περιοριζόταν στο υπάρχον κοινωνικό σύστημα, ενώ ο Μομφερράτος και ο Π. Πανάς αργότερα αποδέχονταν και σοσιαλίζουσες αντιλήψεις για οικονομική και κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη.
Παραταύτα, τα προβλήματα θα προκύψουν αργότερα, και όχι από τις διαφορές των δύο παραπάνω ριζοσπαστών.  Μετά τις πρώτες ελεύθερες εκλογές του 1850, με την εξαιρετική εκλογική επιτυχία της ριζοσπαστικής παράταξης και με την προσπάθειά της να καταθέσει το ιστορικό ψήφισμα για την Ένωση στην Θ΄ Ιόνια Βουλή, οι αγγλικές αρχές φίμωσαν τις ριζοσπαστικές εφημερίδες, έκλεισαν τις πολιτικές λέσχες των ριζοσπαστών με διάφορες προφάσεις και εξόρισαν αρκετούς Ριζοσπάστες, μεταξύ των οποίων και τους ηγέτες του κινήματος Η. Ζερβό Ιακωβάτο και Ιωσ. Μομφερράτο, ενώ ήρθαν σε συνδιαλλαγή με τους μεταρρυθμιστές, οι οποίοι δέχτηκαν να συμπράξουν με την ξενοκρατία σε βάρος των ριζοσπαστών, αποκτώντας στο εξής  πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο και θέσεις στον κρατικό μηχανισμό.

 Οι δύο ριζοσπάστες ηγέτες Ζερβός Ιακωβάτος και Μομφερράτος έμειναν στην εξορία περισσότερο από πέντε συνεχή χρόνια (Οκτ. 1851-Φεβρ. 1857). Αυτή η μακροχρόνια απουσία δημιούργησε σοβαρό κενό ηγεσίας στο ριζοσπαστικό κίνημα, με αποτέλεσμα το κέντρο της ριζοσπαστικής δράσης να μετατοπιστεί από την Κεφαλονιά στη Ζάκυνθο και να αναδειχτεί νέος ηγέτης ο Ζακυνθινός Κωνσταντίνος Λομβάρδος. Συντηρητικός στις αντιλήψεις του, αλλοίωσε τα ριζοσπαστικά οράματα και αφυδάτωσε το αίτημα της Ένωσης, εξοβελίζοντας το δημοκρατικό-κοινωνικό περιεχόμενο του κινήματος. Περιόρισε όλον τον αγώνα στο σύνθημα μόνο της Ένωσης. Έτσι, δημιουργήθηκε μια άλλη τάση μες στο κίνημα, μια τάση απόκλισης από τον αρχικό προσανατολισμό του Ριζοσπαστισμού, μια τάση ιδεολογικής νοθείας, που στη συνέχεια βέβαια έγινε η τάση αυτή πλειοψηφική μέσα στο κίνημα. Σε αυτό βοήθησαν και οι γενικότερες πολιτικές συγκυρίες στην Ιόνια Πολιτεία.
          Παρά την αλλοίωση, ο Λομβάρδος και οι ομοϊδεάτες του εξακολουθούσαν να αυτοαποκαλούνται Ριζοσπάστες, προκαλώντας τη σύγχυση. Οι γνήσιοι, όμως, Ριζοσπάστες τους αποκαλούσαν  «ψευδοριζοσπάστες» ή «νεοφώτιστους ενωτιστές».
        Τελικά, το ριζοσπαστικό κίνημα διασπάστηκε. Δεν έχει ακόμη η έρευνα εντοπίσει το πότε ακριβώς άρχισε η διαφωνία. Ασφαλώς μετά το 1852 και κατά τη διάρκεια της εξορίας των Ζερβού Ιακωβάτου και Μομφερράτου (μέχρι το Φεβρουάριο του 1857). Η κρίση, που υπόβοσκε όλο αυτό το διάστημα, σχετιζόταν με σοβαρότατες διαφορές τόσο στο ιδεολογικο-πολιτικό επίπεδο όσο και σε ζητήματα τακτικής, που θα εκδηλωθούν την άνοιξη του 1858 και θα οδηγήσουν στο σχίσμα, στη διάσπαση του Ριζοσπαστισμού, η οποία θα οριστικοποιηθεί το 1862 στη ΙΒ΄ Βουλή.  Θα φτάσουμε δηλαδή στην Ένωση του 1864 με διασπασμένο το ριζοσπαστικό κίνημα.
  
          Έχουν καταγραφεί διάφορες φάσεις αυτής της πορείας. Τις αναφέρω επιγραμματικά:
-- Αφού ναυάγησαν κάποιες συζητήσεις την άνοιξη του 1858 μεταξύ Λομβάρδου και συμπατριωτών του ριζοσπαστών για την από κοινού έκδοση εφημερίδας, ο Ζακυνθινός βουλευτής ήρθε το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου σε δημόσια αντιπαράθεση με τον Μομφερράτο, καθώς οι δυο αυτοί άνδρες εκπροσωπούσαν εκείνη την περίοδο τις δύο ήδη διαμορφωμένες αντίθετες γραμμές μέσα στο κίνημα. (Σημειώνουμε εδώ ότι ο Η. Ζερβός Ιακωβάτος μετά την απελευθέρωση του από την εξορία (οικονομικά καταστραμμένος και απογοητευμένος) έλειπε από τις αρχές Οκτωβρίου 1957 στην Αθήνα και αργότερα στην Κων/πολη (μέχρι το 1860) και δεν πήρε μέρος στη δημόσια αντιπαράθεση). 
-- Το 1859 θα συνεχιστεί η αντιπαράθεση μέσα από τις εφημερίδες  Αναγέννησις του Μομφερράτου και Η Φωνή του Ιονίου του Λομβάρδου με αφορμή την έκδοση βιβλίου του Fr. Lenormant, σχετικού με το Επτανησιακό Ζήτημα. Από το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου μέχρι το 1862 εκδηλώθηκε η διαφορετική στάση απέναντι στο ζήτημα των ιταλικών και σλαβικών απελευθερωτικών κομιτάτων, με τα οποία προσπάθησε να συνδέσει το Επτανησιακό Ζήτημα ο Λομβάρδος, ενώ οι  ριζοσπάστες αρνήθηκαν οποιαδήποτε ενεργητική συμμετοχή στην κίνηση αυτή. Προς τα τέλη του 1861 με ανοικτές επιστολές τους ο Γ. Λιβαδάς, πρώην ριζοσπάστης που τώρα είχε προσχωρήσει στους ενωτιστές, και ο Μομφερράτος επαναφέρουν στη συζήτηση προσωπικές στάσεις και  θεωρητικές διαφορές των δύο πλευρών. Και η κορύφωση της αντιπαράθεσης, που οδήγησε και στην οριστική διάσπαση, ουσιαστικά επικεντρώθηκε στις αγορεύσεις, συζητήσεις, προτάσεις και αποφάσεις της ΙΒ΄ Ιόνιας Βουλής (1862)· τότε τέθηκε το δίλημμα της πρόσκαιρης αναστολής του εθνικού θέματος με τα συνακόλουθά της ή της άμεσης προώθησης της Ένωσης – ένα δίλημμα  που οριστικά διαχώρισε τις δύο πλευρές και έκανε πραγματικότητα τη διάσπαση του ριζοσπαστικού κινήματος.
          Λόγω χρόνου, θα επιμείνουμε μόνο στη σύγκρουση Λομβάρδου – Μομφερράτου, γιατί αυτή δίνει πιο παραστατικά τις ιδεολογικές διαφορές των δύο πλευρών. Και θα ολοκληρώσουμε την ομιλία μας με την κορύφωση της σύγκρουσης μέσα στη ΙΒ΄ Ιόνια Βουλή το 1862.

Δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ Λομβάρδου και Μομφερράτου

          Οι δυο άνδρες αντάλλαξαν επιστολές στο διάστημα Ιουνίου-Αυγούστου 1858, οι οποίες στη συνέχεια δημοσιοποιήθηκαν. Τότε φάνηκαν ξεκάθαρα οι δυο διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές γραμμές που υπήρχαν μέσα στο ριζοσπαστικό κίνημα. Ο Μομφερράτος επισήμαινε ότι «μέγιστον χάσμα εξ ανάγκης μεταξύ ημών [να] υπάρχη, του οποίου το μέγεθος δεν δύναται να ελαττόνη η τυχαία κατά τινα άλλα ομοφωνία [εννοεί στο θέμα της Ένωσης]». Κατέκρινε τον Λομβάρδο για τη θεωρητική του παρέκκλιση από τις γνήσιες, δημοκρατικές αρχές του ριζοσπαστισμού, για την αλλοίωση των θέσεων του κινήματος και την ακύρωση της δημοκρατικής διάστασης και για τη συμβιβαστική του τακτική.
          Ο Λομβάρδος απαντούσε ως εξής: Το εθνικό ζήτημα των Επτανήσων ποτέ δεν ταυτίστηκε με τον κοινωνισμό ή τον κομμουνισμό: «Πότε, φίλτατε Ιωσήφ, ο λαός της Επτανήσου συνεταύτισε το ζήτημα της εθνικής αποκαταστάσεως μετά του ζητήματος της εφαρμογής της Δημοκρατίας εις το πολίτευμα, και του κοινωνισμού ή κομμουνισμού εις την πολιτείαν;». Μια τέτοια ταύτιση συνιστά αντιπατριωτική, «ανθελληνική πολιτική». Καμιά σχέση δεν έχει ο ριζοσπαστισμός με τα ευρωπαϊκά κινήματα του 1848. Μόνο ο Μομφερράτος και δυο-τρεις άλλοι στην Κεφαλονιά ταυτίζουν το ριζοσπαστισμό με τη δημοκρατία και την κοινωνική ανάπλαση: «Γνωρίζω ότι Συ και δύο ή τρεις άλλοι εν Επτανήσω, ή διά να είπω κυριολεκτικώς εν Κεφαλληνία, εν καλή τη πίστει θεωρείτε τον ριζοσπαστισμόν ως πολιτικήν ιδέαν […] εργαζομένην προς πραγματοποίησιν “εθνικής ενταυτώ και δημοκρατικής αποκαταστάσεως, πολιτικής συνάμα και κοινωνικής αναπλάσεως”, κοινωνική ανάπλασις χαρακτηρισθείσα διά του ορισμού, “εξίσωσις της ανίσου διανομής των κοινωνικών απολαύσεων”, […] αλλά αυτά και παραπλήσια είναι ιδέαι και αρχαί του φιλτάτου Ιωσήφ και ουχί του ριζοσπαστισμού […]».
          Η κερκυραϊκή εφημερίδα Νέα Εποχή  τον Απρίλιο του 1858 έθεσε το ζήτημα χωρίς περιστροφές: «Δεν είναι της παρούσης εποχής να υβρίζωμεν τους δυνατούς και να συζητήσωμεν περί εγκαθιδρύσεως κοινωνικής δημοκρατίας» - είναι η φωνή της «συνετής» ευθυγράμμισης με τη θέληση των ισχυρών ευρωπαϊκών δυνάμεων -  και δίχως να μασάει τα λόγια της εχαρακτήριζε τους οπαδούς του Μομφερράτου «εθνοκατάρατους και επικατάρατους»! Να, μέχρι ποιου σημείου είχαν φτάσει οι δημόσιες αντιπαραθέσεις.  
          Τι εξάγεται, όμως, από τα παραπάνω; Το κύριο διακύβευμα της αντιπαράθεσης ήταν το κοινωνικό περιεχόμενο του ριζοσπαστισμού. Ο Μομφερράτος έκανε λόγο για «δημοκρατικό ριζοσπαστισμό», για πολιτική και κοινωνική ανάπλαση, την οποία ο Λομβάρδος απέρριπτε, ισχυριζόμενος ότι ο Ριζοσπαστισμός δεν ήταν ποτέ κίνημα με «κοινωνιστικό» περιεχόμενο. Για τους δικούς του λόγους ο Λομβάρδος χαρακτήριζε σε άλλο κείμενό του τον Μομφερράτο και τους συνεπείς ριζοσπάστες «σοσιαλιστές» ή «κομουνιστές» και την ιδεολογία τους «δημοκρατικομουνισμό», αν και βέβαια ποτέ ο ίδιος ο Μομφερράτος δε χρησιμοποίησε για τον εαυτό του και τους ομοϊδεάτες του τέτοιους όρους.
           Στο μεταξύ, έντονη ήταν η αντίδραση του ριζοσπαστικού «Δημοτικού Καταστήματος» Αργοστολιού στην ενωτική διακήρυξη της ΙΑ΄ Βουλής (Ιαν. 1859), που με πρωτοβουλία των ενωτιστών ψηφίστηκε ομόφωνα και υποβλήθηκε στην Αγγλίδα βασίλισσα με «ικετήριον αναφοράν», παρακαλώντας την να συνεργαστεί με τις άλλες Μ. Δυνάμεις για την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Οι Κεφαλονίτες ριζοσπάστες διακήρυτταν ότι  η εθνική ενοποίηση, η συγκρότηση ενιαίου εθνικού κράτους είναι δικαίωμα των λαών και δεν επιτρέπονται παρακλήσεις και ικεσίες. Είναι προφανές ότι και σε αυτό το θέμα, που είναι ζήτημα τακτικής, διαφωνούσαν Ριζοσπάστες και Ενωτιστές, ακριβώς γιατί είχαν πια τελείως διαφορετική θεώρηση των πολιτικών πραγμάτων.

Η αναστολή της Ένωσης και οι βελτιώσεις

          Ήδη η λύση του Επτανησιακού Ζητήματος έχει συνδυαστεί από την αγγλική διπλωματία με την έξωση του Όθωνα και την επιλογή νέου ηγεμόνα της Ελλάδας αρεστού στη Μ. Βρετανία. Ο Η. Ζερβός Ιακωβάτος, επειδή δεν επιθυμούσε η πολυπόθητη κατά τα άλλα Ένωση να εξυπηρετήσει τα αγγλικά σχέδια για την Ελλάδα σε βάρος προφανώς της τελευταίας, επειδή δηλαδή δεν ήθελε να παίξει το παιχνίδι της Αγγλίας, έχει προσανατολιστεί προς την προσωρινή αναστολή του εθνικού ζητήματος, την οποία και διατύπωσε ως πρόεδρος της ΙΒ΄ Βουλής  από το βήμα του Σώματος στις 12 Μαρτίου 1862. Υποστηρικτή του είχε τον Μομφερράτο.  Και οι δύο ριζοσπάστες αντιπρότειναν την ψήφιση βελτιώσεων, με τις οποίες θα ανακουφιζόταν ο λαός, μεχρισότου θα επέτρεπαν οι συνθήκες τη λύση του εθνικού ζητήματος. Ανάλογες, εξάλλου, βελτιώσεις είχαν προτείνει οι ριζοσπάστες και στο παρελθόν, νομοθετήματα δηλαδή μέσα στο πλαίσιο του Συντάγματος, τα οποία άλλωστε δεν ταυτίζονταν σε καμιά περίπτωση με τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις 
          Με άλλα λόγια, διαπιστώνοντας οι ριζοσπάστες ότι ετοιμαζόταν μια ένωση χωρίς την κοινωνική της παράμετρο, χωρίς δημοκρατικό περιεχόμενο, χωρίς τη «δημοκρατική ανάπλαση της Ανατολής», επομένως και της Ελλάδας, αρνήθηκαν την Ένωση αυτή και ζήτησαν αναστολή, προκειμένου να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συγκυρίες για την ευόδωση του στόχου τους. Αυτή ακριβώς η θέση προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων μέσα στην Ιόνια Βουλή· η αντιπαράθεση έγινε οξύτατη, η διαμάχη συνοδεύτηκε με βαρύτατους χαρακτηρισμούς. Οι Επτανήσιοι βουλευτές στο σύνολό τους αντέδρασαν: ήθελαν την Ένωση. Μαζί με τους Ενωτιστές θερμοί υποστηρικτές τώρα της Ένωσης ήταν οι Καταχθόνιοι, εκείνοι δηλαδή που επίμονα υποστήριζαν το υπάρχον καθεστώς, και οι Μεταρρυθμιστές, εκείνοι δηλαδή που αγωνίζονταν όχι για Ένωση αλλά για συνταγματικές μεταρρυθμίσεις.  Όλοι, λοιπόν, εκτός από τους μάρτυρες του ενωτικού αγώνα, τους Ζερβό Ιακωβάτο και Μομφερράτο. Το σχίσμα έγινε οριστικό και το ριζοσπαστικό κίνημα διασπασμένο  προϋπαντούσε την Ένωση των Επτανήσων – μια «στρεβλή» Ένωση, που ήταν δημιούργημα της αγγλικής «αγυρτείας» κατά την έκφραση του Ζερβού Ιακωβάτου, που δεν έμοιαζε σε τίποτε με την Ένωση που οραματίστηκε το υπέροχο εθνικο-απελευθερωτικό και αστικο-δημοκρατικό ριζοσπαστικό κίνημα.
          Γι’ αυτό και οι Ζερβός Ιακωβάτος και Μομφερράτος δεν έθεσαν υποψηφιότητα για τη ΙΓ΄ Ιόνια Βουλή, η οποία έπρεπε, σύμφωνα με τους σχεδιασμούς της αγγλικής διπλωματίας, να ζητήσει από την Αγγλίδα βασίλισσα να παραχωρήσει τα Ιόνια νησιά στο ελληνικό κράτος. Απουσίαζαν από την υπογραφή της Ένωσης στις 29 Σεπτεμβρίου 1863. Απουσίαζαν συνειδητά, καθώς δεν ήθελαν να υπογράψουν μια ένωση, που υπαγορεύτηκε από τις πολιτικές σκοπιμότητες της αυτόκλητης Αγγλικής Προστασίας και χορηγήθηκε όχι ως αναφαίρετο και απαράγραπτο δικαίωμα του επτανησιακού λαού, αλλά ως ικεσία προς την Αγγλίδα βασίλισσα. Επρόκειτο για μια «περίεργη» ειρωνεία της ιστορίας…

          Οι Κεφαλονίτες ριζοσπάστες Ζερβός Ιακωβάτος και Μομφερράτος έμειναν μέχρι το τέλος ασυμβίβαστοι. Κάποιοι τους θεώρησαν δογματικούς, άλλοι τους είπαν μη ρεαλιστές. Πάντως, η εξέλιξη των γεγονότων αυτούς τους τελευταίους δικαίωσε. Ο Άγγλος υπουργός των Εξωτερικών έγραφε από το Δεκέμβριο του 1862 ότι «η παραχώρηση των νησιών θα προσδέσει τους Έλληνες στο νέο μονάρχη τους [το Γεώργιο] και εκείνον σε μας». Και ο Ζερβός Ιακωβάτος έγραφε ότι η Ένωση έτσι όπως έγινε «ήνονεν ουχί την Επτάνησον μετά της Ελλάδος, αλλά ταύτην μετ’ εκείνης υπό την ηγεμονίαν Γεωργίου του Α΄ και την υπολανθάνουσαν επέκτασιν ιδίως της Αγγλίας και κατά προέκτασιν της ευρωπαϊκής προστασίας», ενώ παραστατικότατα διευκρίνιζε ο Π. Πανάς ότι η Αγγλία παραχωρούσε τα Επτάνησα στην Ελλάδα, «ίνα κατακτήση ηθικώς την Ελλάδα», γιατί έτσι θα κατόρθωνε «να μεταφέρη τον αρμοστήν της από Κερκύρας εις Αθήνας θέτουσα επί της κεφαλής αυτού βασιλικόν στέμμα».
          Και από τότε η Αγγλία θα ελέγχει το ελληνικό κράτος με ό,τι αυτό συνεπάγεται  και μετά από 80 περίπου χρόνια θα το παραδώσει στην αμερικανική προστασία - λίγο μετά την έναρξη του Εμφυλίου πολέμου, το 1947….
  
          Κι κάτι άλλο ακόμη: Έχουμε σκεφτεί ποιος ήταν τότε ο ρόλος του επίσημου ελληνικού κράτους, ποια ήταν η άποψη του πολιτικού κατεστημένου της Αθήνας για το ζήτημα της Ένωσης των Επτανήσων γενικά και για το ριζοσπαστικό κίνημα ειδικά; Αν και αυτή η παράμετρος δεν έχει ακόμη ουσιαστικά μελετηθεί, αναφέρω πρόχειρα εδώ τούτο μόνο: Έπρεπε, ενόψει της προγραμματιζόμενης Ένωσης, να εκτοπιστούν  ή τουλάχιστο να καταστούν ακίνδυνοι για το ελλαδικό πολιτικό κατεστημένο οι γνήσιοι ριζοσπάστες  Ακούστε κάτι ενδιαφέρον:  Στα αρχεία του Φόρεϊν Όφις έχει εντοπιστεί επιστολή του τότε πρεσβευτή της Αγγλίας στην Ελλάδα που αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ορισμένες από τις σημαντικές προσωπικότητες της χώρας, όπως ο κ. Μαυροκορδάτος και ο στρατηγός Καλλέργης, δεν διστάζουν να πάρουν θέση εναντίον της Ενώσεως [της Επτανήσου με την Ελλάδα], γιατί διαβλέπουν στην προοπτική αυτή έναν άμεσο κίνδυνο για τη δημόσια τάξη της χώρας και την ασφάλεια του θρόνου»…

          Ανακεφαλαιώνοντας, μπορούμε να πούμε τα εξής: Για τη δημοκρατική /προοδευτική αντίληψη (άρα και για τον Μομφερράτο και τους γνήσιους ριζοσπάστες) η λύση του εθνικού ζητήματος, επομένως και η Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά το πρώτο βήμα για τη δημοκρατική αναγέννηση της Ελλάδας και της ευρύτερης περιοχής. Αντίθετα, για τη συντηρητική αντίληψη (άρα και για τον Λομβάρδο και τους ενωτιστές) ο στόχος του ενωτικού αγώνα των Επτανήσων αλλά και ο τελικός στόχος του ελληνικού αγώνα γενικότερα ήταν η δημιουργία ελληνικού εθνικού κράτους μέσα από την πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας, έτσι όπως την είχε συλλάβει η άρχουσα τάξη της χώρας.  
          Αυτές οι δυο αντιλήψεις, αυτές οι δυο γραμμές συγκρούστηκαν μέσα στο ριζοσπαστικό κίνημα. Επικράτησε η γραμμή του έθνους, των εθνικών ιδεών και όχι η γραμμή της κοινωνίας, των κοινωνικών ιδεών. Κάτι ανάλογο συνέβη και στην Ιταλία,  στον αγώνα των Ιταλών για την ενοποίησή τους, το γνωστό Risorgimento. Ανάμεσα στον Καβούρ, που εκπροσωπούσε την εθνική/κρατική άποψη, και τον Mazzini, που εκπροσωπούσε τη δημοκρατική/κοινωνική άποψη, επικράτησε ο πρώτος. Και εκεί το ενωτικό κίνημα διχάστηκε.
          Έτσι, και στις δυο περιπτώσεις – Ιταλία και Επτάνησα - η πρώτη γραμμή, η λεγόμενη εθνική, θεωρήθηκε ως ιστορική αναγκαιότητα, ενώ η υπέρβαση της ιδέας του «έθνους-κράτους» και οι αρχές της κοινωνικής ισότητας και της λαϊκής κυριαρχίας, δηλαδή η δεύτερη γραμμή, εκείνη της εθνικής ένωσης αλλά και, συγχρόνως, της κοινωνικής ανάπλασης, περιθωριοποιήθηκε. Γι’ αυτό η Ένωση που προέκυψε, είχε πολύ περιορισμένη σχέση με την αφετηριακή σύλληψη του Ριζοσπαστισμού.
          Ωστόσο, εκείνη η δεύτερη γραμμή θα μπολιάσει νέες αγωνιστικές κινήσεις στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα με τον Π. Πανά, τον Μ. Αντύπα, τον Ν. Μαζαράκη, τον Ρ. Χοϊδά και άλλους επίγονους του επτανησιακού Ριζοσπαστισμού.

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ: Νικόλαος Σπ. Καμήλος, ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2011, σελ. 270




 Η παρουσίαση έγινε στην αίθουσα του βιβλιοπωλείου "Κύβος", στο Αργοστόλι, στις 19-10-2013.
Το κείμενο της παρουσίασης δημοσιεύτηκε στην "Κυμοθόη", τ. 24 (2014), σσ. 423-432.



          Δύο ήταν οι λόγοι – επιτρέψτε μου να εξομολογηθώ – που με έκαναν να δεχθώ να σας μιλήσω απόψε για το βιβλίο του συνάδελφου Νίκου Καμήλου. Ο ένας λόγος σχετίζεται με το περιεχόμενο του βιβλίου. Το θέμα των απαρχών του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος στο νησί μας πάντοτε με απασχολούσε. Μελετώντας το μεσοπόλεμο στην Κεφαλονιά διαπίστωνα ότι δρούσε τότε ένα ρωμαλέο – με τα δεδομένα εκείνης της εποχής – εργατικό κίνημα. Αναγκάσθηκα, λοιπόν, να αναζητήσω τις προδρομικές μορφές εκείνου του κινήματος και άρχιζα να συγκεντρώνω υλικό για τη βαθύτερη μελέτη του. Ώσπου συναπαντήθηκα με τον Νίκο Καμήλο, ο οποίος τότε συγκέντρωνε υλικό για τη διπλωματική του εργασία με το σημερινό μας θέμα. Οπότε δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Παραδόθηκα σε αυτόν... Και δε διαψεύστηκα: η μελέτη του υπήρξε αποκαλυπτική. Έρχομαι, λοιπόν, απόψε να σας πω ότι τούτο το βιβλίο του Ν. Καμήλου μας φέρνει νέα στοιχεία στο φως, να σας πω ότι ανοίγει προοπτικές για παραπέρα εμβάθυνση σε αρκετά σημεία με την αναζήτηση νέων τεκμηρίων, να σας πω ότι νιώθω χαρούμενος που η τοπική μας βιβλιογραφία εμπλουτίζεται με ένα τέτοιου περιεχομένου βιβλίο. Φίλε, Νίκο, σ’ ευχαριστούμε.
          Το δεύτερο λόγο που μ’ έκανε να αναλάβω την παρουσίαση αυτού του βιβλίου θα σας τον πω στο τέλος της ομιλίας μου.


Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη;
Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.
Οι βασιλιάδες κουβάλησαν τ’ αγκωνάρια;
Και τη χιλιοκαταστραμμένη Βαβυλώνα,
ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές; Σε τι χαμόσπιτα
της Λίμας της χρυσόλαμπρης ζούσαν οι οικοδόμοι;
Τη νύχτα που το Σινικό Τείχος αποτελειώσαν
πού πήγανε οι χτίστες; Η μεγάλη Ρώμη
είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις έστησε; Πάνω σε ποιους
θριαμβεύσανε οι Καίσαρες; Το Βυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο
μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του;
Ακόμη και στη μυθική Ατλαντίδα,
τη νύχτα που τη ρούφηξε η θάλασσα,
τ’ αφεντικά βουλιάζοντας, με ουρλιαχτά τους σκλάβους τους καλούσαν.

Ο νεαρός Αλέξανδρος υπόταξε τις Ινδίες.
Μοναχός του;
Ο Καίσαρας νίκησε τους Γαλάτες.
Δεν είχε ούτ’ ένα μάγειρα μαζί του;
Ο Φίλιππος της Ισπανίας έκλαψε όταν η Αρμάδα του
βυθίστηκε. Δεν έκλαψε, τάχα, άλλος κανένας;
Ο Μέγας Φρειδερίκος κέρδισε τον Εφτάχρονο τον Πόλεμο.
Ποιος άλλος τόνε κέρδισε;

Κάθε σελίδα και μια νίκη.
Ποιος μαγείρεψε τα νικητήρια συμπόσια;
Κάθε δέκα χρόνια κι ένας μεγάλος άνδρας.
Ποιος πλήρωσε τα έξοδα;

Πόσες και πόσες ιστορίες.
Πόσες και πόσες απορίες.

          Αυτές είναι οι απορίες και οι ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει, σύμφωνα με την ποιητική – και όχι μόνο – πένα του Μπέρτολντ Μπρεχτ. Αυτές πρέπει να είναι οι απορίες και οι ερωτήσεις του καθένα από εμάς, όταν διαβάζουμε ή ακούμε για εκστρατείες και πολέμους, για κατακτήσεις και ανακαλύψεις, για διαμαρτυρίες και επαναστάσεις, για επιδημίες και μεταναστεύσεις, για Πυραμίδες και Παρθενώνες.
          Σε τέτοιες περίπου απορίες και τέτοια περίπου ερωτήματα έρχεται να απαντήσει το βιβλίο, που απόψε παρουσιάζουμε, στο χώρο βέβαια της Κεφαλονιάς.  ---Γιατί και εδώ, στο νησί μας, ανοίχτηκαν δρόμοι και σηκώθηκαν γέφυρες, χτίστηκαν αρχοντικά και θέατρα. Και φυσικά αυτά έγιναν από κάποιους, κάποιους ανώνυμους, χαμένους μες στο πλήθος.
--Γιατί και εδώ, στην Κεφαλονιά, σημειώθηκαν επιδημίες και θανατικά, κοινωνικοί αποκλεισμοί, φτώχεια και δυστυχία. Και φυσικά, πρώτα και κύρια όλα αυτά έπλητταν τους ανώνυμους, τους πολλούς, τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, τις οικονομικά ευπαθείς ομάδες.
--Γιατί και εδώ στα τοπικά καρνάγια σκαρώνονταν πλεούμενα και ρίχνονταν στη θάλασσα μαζί με τους ναυτεργάτες τους.
--Γιατί και εδώ, στον τόπο της καντάδας και της ρομπόλας, το τραγούδι, ο χορός, η σάτιρα, το γλέντι γενικά έχουν την «ιστορία» τους. Και, φυσικά, πρωτοστάτησαν σε όλα αυτά οι ανώνυμοι, οι άγνωστοι εργαζόμενοι της μικροβιοτεχνίας και του κάμπου, του λιμανιού και της θάλασσας, που μετά τον κάματο της μέρας ή κατά τις μέρες της σχόλης διασκέδαζαν τη φτώχεια τους.
--Γιατί και εδώ, σε τούτο το δυτικό άκρο της ελληνικής γης, πραγματοποιήθηκαν διαμαρτυρίες και ταραχές και εξεγέρσεις. Και αυτά έγιναν χάρη στο ανώνυμο πλήθος, χάρη στους εργαζόμενους κάθε κατηγορίας.
--Γιατί και εδώ, σε τούτο το νησιωτικό άκρο της ελληνικής γης καταγράφηκαν  τιμωρίες και φυλακίσεις, διώξεις και κυνηγητά. Και αυτοί που περισσότερο υπέστησαν αυτά ήταν οι ανώνυμοι, οι καθημερινοί άνθρωποι.
          Αναφερόμαστε, όπως θα έχετε αντιληφθεί, στους ανθρώπους του μεροκάματου, της βιοπάλης, στους Κεφαλονίτες του καθημερινού μόχθου στο χωράφι, στο δρόμο, στο γιαπί, στο εργαστήρι, στη βιοτεχνία, στο μαγαζί, στο λιμάνι, στη θάλασσα. Σε αυτούς αναφέρεται το βιβλίο, που απόψε παρουσιάζουμε. Τον ενδιαφέρει το συγγραφέα του το πώς αυτοί οι άνθρωποι - όλοι δικοί μας πρόγονοι – οργανώθηκαν, για να βελτιώσουν τη ζωή τους και την εργασία τους, το πώς οργανωμένα και συλλογικά κέρδιζαν τις μάχες για καλύτερες μέρες και ανθρωπινότερες συνθήκες εργασίας, το πώς οργανωμένα και συλλογικά απαιτούσαν από την κρατική ή ιδιωτική εργοδοσία, αλλά και το πώς ψυχαγωγούνταν, το πώς μάθαιναν, το πώς τιμούσαν τους δικούς τους ήρωες, το πώς γιόρταζαν τις δικές τους γιορτές.    

          Η Κεφαλονιά, μετά την Ένωση με την Ελλάδα το 1864, οφείλει να ενταχθεί στον εθνικό κορμό, προσαρμοζόμενη νομοθετικά στα τότε ελληνικά δεδομένα. Και ενώ η αφομοίωση θα γίνει, όχι βέβαια χωρίς αντιδράσεις, και θα ολοκληρωθεί στα τέλη του 19ου αιώνα, οι παλιές οικονομικές και κοινωνικές δομές, οι φεουδαρχικές δηλαδή, ουσιαστικά δε θα αλλάξουν. Εξακολουθούν να είναι λίγες οι οικογένειες που κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος της καλλιεργήσιμης γης του νησιού και κινούν τα νήματα του τοπικού εμπορίου, μαζί εννοείται με τα ανερχόμενα μεγαλοαστικά στοιχεία, ενώ ο αγροτόκοσμος συνεχίζει να βασανίζεται, προσπαθώντας να διαχειριστεί τη φτώχεια του. Η μετανάστευση γίνεται μια σίγουρη διέξοδος, στερεί όμως τον τόπο από παραγωγικές δυνάμεις. Στις δυο πόλεις, Αργοστόλι και Ληξούρι,  τα μεσαία και μικροαστικά στρώματα ((βιοτέχνες δηλαδή και μικροεπαγγελματίες) μαζί και κάθε είδους εργαζόμενοι προσπαθούν να επιβιώσουν. Οι εργαζόμενοι στους δήμους, οι μεροκαματιάρηδες στις οικοδομές και στα έργα οδοποιίας, οι αχθοφόροι της αγοράς και του λιμανιού, οι ναυτεργάτες στα πλεούμενα που κινούνται μεταξύ Αργοστολιού-Ληξουριού, οι ανειδίκευτοι αλλά και οι τεχνίτες που εργάζονται σε μικροεργαστήρια ή βιοτεχνίες, όλοι αυτοί βιώνουν καθημερινά την αβεβαιότητα του μεροκάματου, τις άσχημες συνθήκες εργασίας και τη σχεδόν ανύπαρκτη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
          Την ίδια περίοδο, στον ιδεολογικό-πολιτικό τομέα, οι σοσιαλιστικές ιδέες, της ουτοπιστικής αρχικά απόχρωσης και αργότερα της επιστημονικής, κυκλοφορούν στο νησί. Από το τελευταίο, ιδιαίτερα,  τέταρτο του 19ου αιώνα, όταν τότε ζούσαν και δρούσαν στο νησί οι ηγετικές σε πανελλήνια κλίμακα μορφές των Παναγιώτη Πανά, Ρόκκου Χοϊδά, Μαρίνου Αντύπα, Νικόλα Μαζαράκη και του Ιθακήσιου Πλάτωνα Δρακούλη, στην Κεφαλονιά παρατηρείται έντονη κινητικότητα στο χώρο των αγροτών, των εργαζομένων και μιας σημαντικής ομάδας διανοουμένων. Όλοι αυτοί, μέσα από συγκεντρώσεις και ομιλίες, διαμαρτυρίες και κινητοποιήσεις, έκδοση φυλλαδίων και εφημερίδων, σωματειακές συσπειρώσεις με ιδεολογικό περιεχόμενο και πολιτικές κατευθύνσεις, έρχονται καθημερινά σε αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις με την άρχουσα τάξη και τις αρχές του νησιού.
          Ο Π. Πανάς, ειδικότερα, μέσα από τις εφημερίδες του Εργάτης και Έγερσις προπαγανδίζει την ίδρυση και λειτουργία πολιτικών λαϊκών συλλόγων αναγκαίων για την πολιτική αφύπνιση του λαού, ενώ παράλληλα καλεί τους εργαζόμενους να ενωθούν και οργανωμένοι σε Εργατικούς Συνδέσμους να διεκδικήσουν καλύτερες συνθήκες εργασίας και ζωής. Γράφει χαρακτηριστικά: «[...] οι εργάται αδελφούμενοι εν τοις τοιούτοις συλλόγοις, συσκεπτόμενοι εν αυτοίς, διδασκόμενοι να διακρίνωσι τα πραγματικά συμφέροντά των και να σέβωνται τας γνώμας και τας ιδέας των αδελφών των, μανθάνοντες ν’ ανευρίσκωσι την αλήθειαν διά της συζητήσεως, δεν θα είναι πλέον ευάλωτοι, ως ήσαν πριν, και δεν θα χρησιμεύωσιν ως παίγνια εκείνων, οι οποίοι έχουσι συμφέρον να διαιρώσιν αυτούς, όπως τους μεταχειρίζωνται όργανα εις τους ολεθρίους σκοπούς των».
          Πάντως, την εποχή αυτή – τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα και πρώτη δεκαετία του 20ού – στο νησί οι ιδέες του επιστημονικού σοσιαλισμού, παράλληλα προς εκείνες του ουτοπικού, έχουν αξιοπρόσεκτη διάδοση. Τόσο στο Αργοστόλι όσο και στο Ληξούρι καταγράφονται μέλη του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου του Σταύρου Καλλέργη.

          Με βάση τα παραπάνω δεδομένα και μέσα σε αυτό το κλίμα θα γονιμοποιηθούν τα πρώτα σπέρματα των συσσωματώσεων, που θα δώσουν στη συνέχεια τους πρώτους καρπούς με τη μορφή φιλανθρωπικών και μετά εργατικών συνδέσμων, για να ακολουθήσουν μες στο μεσοπόλεμο τα καθαρά συνδικαλιστικά σωματεία. Όταν στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα το εργατικό στοιχείο της Αθήνας (τυπογράφοι, μεταλλωρύχοι στο Λαύριο), του Πειραιά (μηχανικοί και θερμαστές) και της Σύρου (ξυλουργοί και ναυπηγοί) οργανώνεται σε εργατικά σωματεία και διεκδικεί μέσα από απεργιακούς αγώνες (απεργία μεταλλωρύχων Λαυρίου) την ικανοποίηση των αιτημάτων του, στην Κεφαλονιά ο εργαζόμενος λαός, αφού θα περάσει μέσα από συσσωματώσεις καθαρά φιλανθρωπικού χαρακτήρα («Φιλόπτωχος Αδελφότης» και «Φιλόπτωχος Αδελφότης Αργοστολίου»), θα φτάσει το 1894 να ιδρύσει τις πρώτες εργατικές συλλογικές μορφές εκπροσώπησης και διεκδίκησης. Πρόκειται για τον «Εργατικό Σύνδεσμο Αργοστολίου “Η Αλληλοβοήθεια”» και για τον «Εργατικό Σύνδεσμο Ληξουρίου “Η Αδελφοποίησις”».
          Σε αυτές, λοιπόν, τις Αδελφότητες και σε αυτούς τους Συνδέσμους αναφέρεται το βιβλίο του Ν. Καμήλου.
--Ο συγγραφέας, βέβαια, στην αρχή του βιβλίου του με μια κατατοπιστική εισαγωγή ενημερώνει τον αναγνώστη για την ιστορική εξέλιξη των συσσωματώσεων στον ιόνιο χώρο καθώς και για την  ιδεολογική ατμόσφαιρα, την πολιτική πρακτική, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση, στην οποία βρισκόταν η Κεφαλονιά μετά την Ένωση μέχρι την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα – κατάσταση μέσα στην οποία θα ιδρυθούν και θα δραστηριοποιηθούν οι παραπάνω συλλογικότητες.
--Ακολουθούν τα τρία πρώτα μέρη του βιβλίου: στο πρώτο μέρος ο συγγραφέας, εξετάζει τις προδρομικές μορφές συσσωμάτωσης, τις Αδελφότητες δηλαδή, που η έρευνά του εντόπισε στο νησί, στο δεύτερο και τρίτο μέρος καταπιάνεται με την ίδρυση και καταστατική λειτουργία, την κοινωνική σύνθεση και κοινωνική αποδοχή, τις δραστηριότητες αλλά και τις εσωτερικές συγκρούσεις, όπου υπήρχαν, αντίστοιχα των δύο Εργατικών Συνδέσμων.
--Το τέταρτο μέρος περιλαμβάνει τα συμπεράσματα του ερευνητή-συγγραφέα.
--Ακολουθεί το Παράρτημα, όπου δημοσιεύονται τα νομικά κείμενα της έρευνας (καταστατικά των Συνδέσμων και των Παραρτημάτων» τους μαζί με τις όποιες τροποποιήσεις τους), τεκμήρια αρκετά ενδιαφέροντα, η μελέτη των οποίων μπορεί να δώσει επιπλέον στοιχεία για το τότε πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και ανθρωπολογικό γίγνεσθαι της Κεφαλονιάς. Και το βιβλίο «κλείνει» με τους καταλόγους των πηγών και της βιβλιογραφίας, που ο συγγραφέας μελέτησε και αξιοποίησε για την έρευνα και συγγραφή του βιβλίου του. Λείπει, ωστόσο, ένα Ευρετήριο, απαραίτητο εργαλείο για το νέο μελετητή και γενικότερα τον αναγνώστη του βιβλίου.

          Οι προδρομικές συσσωματώσεις ήταν η «Αδελφότης» (1877), η «Φιλόπτωχος Αδελφότης» (1889) και η «Φιλόπτωχος Αδελφότης Αργοστολίου» (1894), η καθεμιά από τις οποίες είχε σύντομη χρονικά ζωή. Η πρώτη ιδρύθηκε μες την περίοδο της κρίσης του Ανατολικού Ζητήματος κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, για να συμβάλει στην ανάπτυξη εθνικών/πατριωτικών δραστηριοτήτων, ενώ οι άλλες δύο μέσα από την ανάληψη φιλανθρωπικών δραστηριοτήτων προσπάθησαν να δώσουν λύση στο οξυμένο πρόβλημα της φτώχειας, που μάστιζε πολυπληθείς ομάδες του πληθυσμού. Ιδρυμένες, βέβαια, από μέλη των ανώτερων κοινωνικά και οικονομικά στρωμάτων της αργοστολιώτικης κοινωνίας, προσπάθησαν με την πρακτική τους να καθιερώσουν τη δική τους ταξική αντίληψη για τη φιλανθρωπία: οι φιλεύσπλαχνοι πλούσιοι βοηθούν τους φτωχούς και ανήμπορους, με ανομολόγητο στόχο την ενίσχυση της δικής τους δημόσιας εικόνας, την επιβεβαίωση της δικής τους κοινωνικής καταξίωσης και την πολιτική τους προώθηση, κρατώντας παράλληλα σε ομηρία τους ευεργετούμενούς τους. Η βραχύβια, όμως, δράση αυτών των Αδελφοτήτων  δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει προϋποθέσεις ουσιαστικής προσφοράς και αλλαγής νοοτροπίας στην τοπική κοινωνία.
          Καταλυτικό ρόλο, με βάση βέβαια τα δεδομένα της εποχής, έπαιξαν οι Εργατικοί Σύνδεσμοι στο Αργοστόλι και το Ληξούρι, χωρίς ωστόσο να μπορέσουν να δικαιολογήσουν τον τίτλο τους, καθώς εξακολουθούσε να υπερισχύει η φιλανθρωπική διάσταση, ενώ ακόμη δεν είχε ωριμάσει η καθεαυτή συνδικαλιστική συνείδηση. Παραταύτα, συνάντησαν την αντίσταση των αστικών κομμάτων της εποχής, καθώς οι εκπρόσωποι των τελευταίων διαισθάνθηκαν ότι θα κινδυνεύσουν τα προσωπικά και κομματικά τους συμφέροντα. Γι’ αυτό και από την αρχή προσπάθησαν να τους συκοφαντήσουν, αλλά, επειδή η λαϊκή αποδοχή των Συνδέσμων υπήρξε σταθερή, επιδίωξαν στη συνέχεια είτε να τους διαβρώσουν με την είσοδό τους σε αυτούς, είτε να τους αποδυναμώσουν μέσα από ποικίλες οικονομικές και πολιτικές παρεμβάσεις.

          Αφού μιλήσαμε παραπάνω για το κοινωνικο-οικονομικό κλίμα, μέσα στο οποίο έδρασαν αυτές οι συλλογικές μορφές, ας εξετάσουμε ποιοι ήταν εκείνοι που δημιούργησαν και διοίκησαν τους Συνδέσμους, ποια ήταν τα μέλη τους.                               
          Ο Εργατικός Σύνδεσμος «Η Αλληλοβοήθεια» ιδρύθηκε το 1894 στο Αργοστόλι – σε ένα Αργοστόλι στην περιοχή του οποίου λειτουργούσαν αλευρόμυλοι, μακαρονοποιεία, κηροπλαστεία, οινοποιεία, ζαχαροπλαστεία, τυπογραφεία, ραφεία, σιδηρουργεία, επιπλοποιεία και άλλα παρόμοια, τα οποία απασχολούσαν σοβαρό αριθμό εργαζομένων. Επίσης, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που εργάζονταν στο Δήμο, στο λιμάνι κ.α. Αυτό, λοιπόν, το δυναμικό θα συσπειρωθεί στην «Αλληλοβοήθεια», με σκοπό την άμεση αντιμετώπιση των προβλημάτων του κυρίως μέσα από την υλική και ηθική μεταξύ των μελών αλληλεγγύη. Την πρωτοβουλία γι’ αυτήν την πρωτοπόρα για την εποχή της κίνηση την πήραν εργαζόμενοι σοσιαλιστικής κατεύθυνσης, ο τυπογράφος Σταύρος Μενεγάτος ή Μακαρούνης και ο ράφτης Κωνσταντίνος Λέλος. Ο πρώτος, κατά την έκφραση εφημερίδας της εποχής, «υπήρξε ίσως ο δημοτικότερος άνθρωπος μεταξύ της λαϊκής τάξεως», αλλά και ο δεύτερος ήταν πρόσωπο αγαπητό στους Αργοστολιώτες. Σημειώνουμε, επίσης, τον τεχνίτη Ανδρέα Προκόπη, παλιό ριζοσπάστη, που διετέλεσε πρώτος πρόεδρος της Διοίκησης, και τον ψαρά Αναστάσιο-Σπυρίδωνα Μοσχόπουλο, μέλος της Διοίκησης.
          Ωστόσο, στο Σύνδεσμο συναντάμε και μη εργάτες, οι οποίοι έπαιξαν κάποτε πρωταγωνιστικό ρόλο στα πράγματα του συλλόγου. Πρόκειται για δικηγόρους, γιατρούς κ.ά. διανοούμενους και επιστήμονες, παρ’ όλο που το καταστατικό δεν προέβλεπε τέτοιας κατηγορίας μέλη. Το ότι όμως οι «εργατικοί» του Συνδέσμου –εκείνοι που ήθελαν ατόφιο, καθαρό εργατικό σύλλογο - ανέχτηκαν και άρα δέχτηκαν να «συγκατοικήσουν» με τους «κοινωνικούς» - εκείνους που ήθελαν και επιδίωκαν τη συμμετοχή και μη εργατών, εργοδοτικών δηλαδή στοιχείων και διανοουμένων - δηλώνει την αδυναμία των πρώτων – αδυναμία ταξική, οργανωτική. Το ότι οι «κοινωνικοί» παρέμειναν στο Σύνδεσμο, δηλώνει την επιδίωξή τους για χειραγώγηση και εκμετάλλευση της εργατικής συσσωμάτωσης για τα κομματικά συμφέροντα που εκπροσωπούσαν.  Αυτή, πάντως,  η κατάσταση εξέφραζε μια πραγματικότητα: το χαμηλό επίπεδο συνείδησης των εργαζομένων, την αδυναμία τους για αυτοδύναμη παρουσία και δράση. Έτσι, από την αρχή της δημιουργίας του θα υποβόσκει στο εσωτερικό του Συνδέσμου μια αντιπαλότητα, που θα εξελιχθεί σε μόνιμη, φανερή ή κρυφή, διαπάλη με καταλυτικά για την πορεία του Συνδέσμου αποτελέσματα.                  
          Στο Ληξούρι, τη δεύτερη πόλη της Κεφαλονιάς, το εργατικό στοιχείο είναι αριθμητικά σημαντικό: εργαζόμενοι πολλοί σε αρτοποιεία, ζαχαροπλαστεία, ραφεία, επιπλοποιεία, σανδαλοποιεία κ.λπ.∙ αρκετοί και οι χτίστες∙ πολλοί επίσης στην αγορά, στο λιμάνι και τη θάλασσα, αγωγιάτες και αχθοφόροι, ψαράδες και ναυτεργάτες. Αλλά δεν είναι λίγοι και οι μικρέμποροι και οι μικροβιοτέχνες, που οικογενειακά εργάζονται στα εργαστήριά τους. Από αυτόν τον κόσμο θα προκύψει ο Εργατικός Σύνδεσμος με παρόμοια με τον αργοστολιώτικο σκοποθεσία. Αξιοπρόσεκτη φυσιογνωμία υπήρξε ο καλλιτέχνης (αγιογράφος και κοσμηματογράφος) Ρόκκος Ξυδάκτυλος, τον οποίο ιδιαίτερα εκτιμούσαν οι συμπολίτες του. Αρκετά δραστήριος ήταν τεχνίτης Σπυρίδων Ζακυθηνός, ο οποίος διετέλεσε κατά πάσα πιθανότητα πρώτος πρόεδρος του Συνδέσμου. Άλλα σημαντικά μέλη, που πέρασαν και από τη Διοίκηση, ήταν οι Χαράλαμπος Ρωμάνος, Ευάγγελος Μελιδώνης, Παναγής Αδηλίνης, Σωτήριος Βουτσινάς, Παναγής Ζαχαρένιος κ.ά., οι περισσότεροι υποστηρικτές της σοσιαλιστικής ιδεολογίας.      

          Τα καταπιεζόμενα στρώματα της τοπικής κοινωνίας, προοδευτικοί διανοούμενοι και  ο τότε αρχιεπίσκοπος του νησιού Γερ. Δόριζας, μαζί με το μεγαλύτερο μέρος των εφημερίδων δέχθηκαν ευχάριστα την ίδρυσή των Εργατικών Συνδέσμων και χαροποιήθηκαν από την πολύμορφη δράση τους. Οι ίδιοι οι Σύνδεσμοι αξιοποίησαν το εργατικό δυναμικό της κάθε πόλης, πλαισιώθηκαν από τους πνευματικούς ανθρώπους του τόπου, αλλά και οι κομματικοί παράγοντες δε δίστασαν να τους εκμεταλλευτούν στα πολιτικά τους παιχνίδια, μέσω κυρίως χρηματικών ενισχύσεων, καθώς δεν μπορούσαν οι Σύνδεσμοι να συντηρηθούν μόνο από τις συνδρομές των μελών τους. Σοβαρές, επίσης,  αντιπαλότητες προέκυψαν από τις σχέσεις τους με τους Δήμους και τα τοπικά στελέχη των πολιτικών κομμάτων.  Αλλά και μεταξύ των μελών τους εμφανίστηκαν διχαστικές τάσεις, καθώς κάποια από αυτά επιζητούσαν την προσωπική προβολή και την κοινωνική τους καταξίωση μέσα από την ανάδειξή τους σε αξιώματα της Διοίκησης, ενώ αρκετά από αυτά αναμείχθηκαν σε δημοτικές εκλογές, επιτείνοντας τις προστριβές.
          Ειδικότερα για το Σύνδεσμο του Ληξουριού, η κρίση εκδηλώθηκε το 1900 και από τότε μέχρι το 1907, που έπαυσε και τυπικά να λειτουργεί, δεν κατόρθωσε να επανέλθει. Όσον αφορά στον άλλο, τον αργοστολιώτικο Σύνδεσμο, που και εκεί οι κομματικές παρεμβάσεις ήταν ισχυρές, μετά από μια περίπου δεκάχρονη έντονη αντιπαράθεση προσωπικών φιλοδοξιών και κομματικών στοχεύσεων, με μόνιμα υποβόσκουσα τη διαπάλη «εργατικών»-«κοινωνικών», η «Αλληλοβοήθεια» θα αποφασίσει το 1914 μέσα από την τροποποίηση του καταστατικού της να μετατραπεί σε Κοινωνικό Σύνδεσμο. Αυτή ήταν η «μοιραία» κατάληξη της αντιπαράθεσης μεταξύ «εργατικών» και «κοινωνικών». Τελικά επικράτησαν οι δεύτεροι.
     
          Παρ’ όλα όμως, αυτά, παρά την αποκαρδιωτική κατάληξή τους, και οι δύο Εργατικοί Σύνδεσμοι παραμένουν σταθμοί στην πορεία συνειδητοποίησης και χειραφέτησης της εργατικής τάξης του νησιού μας. Η έρευνα του Ν. Καμήλου έφερε στο φως καινοτόμα για την εποχή τους στοιχεία, που η λειτουργία και δράση των Συνδέσμων παρουσίασε, τα οποία αξίζει να καταγραφούν και να αξιολογηθούν. Ας τα δούμε λοιπόν αυτά:
● Τα καταστατικά και των δύο Εργατικών Συνδέσμων είναι το πρώτα κεφαλονίτικα κανονιστικού περιεχομένου κείμενα που χρησιμοποιούν τον όρο «εργατική τάξη», με ό,τι σήμαινε για εκείνους τους συντάκτες τότε ο όρος αυτός.
● Και οι δύο Εργατικοί Σύνδεσμοι διέπονται από πνεύμα οικουμενικότητας, καθώς δέχονται ως μέλη τους όχι αποκλειστικά και μόνο Κεφαλονίτες, όχι αποκλειστικά και μόνο Έλληνες, όχι αποκλειστικά και μόνο χριστιανούς ορθόδοξους, αλλά εργάτη κάθε εθνικότητας και θρησκείας, ενώ επιπλέον η «Αλληλοβοήθεια» δεχόταν και γυναίκες, αν και δε φαίνεται να απέκτησε ποτέ γυναίκα μέλος: «Μέλος τακτικόν του Συνδέσμου δύναται να γείνη πας εργάτης διαμένων ενταύθα, άγων τουλάχιστον το 18 έτος της ηλικίας του [...], ανεξαρτήτως εθνικότητος, θρησκείας και φύλου».
● Και οι δύο Εργατικοί Σύνδεσμοι διαπνέονται από φιλελεύθερο και προοδευτικό πνεύμα, από δημοκρατικές αντιλήψεις και  πρακτικές, τις οποίες κατοχυρώνουν στα καταστατικά τους. Πιο συγκεκριμένα:  
--κατοχυρώνεται η ισότητα μεταξύ των μελών, τακτικών και αντεπιστελλόντων∙ διευκρινίζεται μάλιστα ότι κανένα μέλος δεν απολαμβάνει «εξαιρετικού προνομίου, οιανδήποτε υπηρεσίαν και αν ήθελε προσφέρη εις τον Σύνδεσμον».
--παρέχεται σε όλα τα μέλη το δικαίωμα του «εκλέγειν και εκλέγεσθαι»,
--η αρχή της πλειοψηφίας καθιερώνεται για κάθε διαδικασία λήψης απόφασης τόσο σε επίπεδο διοίκησης όσο και σε επίπεδο συνέλευσης,
--παρέχεται η δυνατότητα στη μειοψηφία να ζητήσει την επανεξέταση πλειοψηφικής, αλλά επιζήμιας κατά τη γνώμη της, απόφασης κάποιου «σπουδαίου ζητήματος».
● Και οι δύο Εργατικοί Σύνδεσμοι διέπονται στη λειτουργία τους από την αρχή της διαφάνειας. Πιο συγκεκριμένα:
--ορίζονται με σαφήνεια η διαδικασία της χορήγησης βοήθειας, τα δικαιώματα των απόρων και εχόντων ανάγκη μελών, οι υποχρεώσεις της Διοίκησης σε τέτοια θέματα αλλά και οι κυρώσεις σε περιπτώσεις δόλου των μελών, ή αδικίας, αδιαφορίας και απαξίωσης από την πλευρά της Διοίκησης,
--προβλέπεται με κάθε δυνατή ακρίβεια η λειτουργία της Διοίκησης (συνεδριάσεις, λήψη αποφάσεων) και οι συνελεύσεις των μελών (καθορισμός θεματολογίας, καταγραφή συζητήσεων, λήψη αποφάσεων, συζήτηση ειδικών θεμάτων, όπως προσωπικών ή διάλυσης του Συνδέσμου),
--καθορίζεται με σαφήνεια και ακρίβεια η οικονομική διαχείριση.
● Και οι δύο Εργατικοί Σύνδεσμοι κατορθώνουν, παρά τα εσωτερικά τους προβλήματα, να δημιουργήσουν κοινωνικές συμμαχίες, ιδιαίτερα εκείνος του Ληξουριού, ο οποίος συμπαρατάσσεται με τους αγρότες της Παλικής και διοργανώνει συλλαλητήρια συμπαράστασης στον αγώνα τους.
● Και οι δυο Εργατικοί Σύνδεσμοι ενδιαφέρονται για την επιμόρφωση της κοινωνίας και τη μόρφωση των εργατόπαιδων. Πιο συγκεκριμένα:
--διοργανώνουν ομιλίες από αξιόλογα πρόσωπα της τοπικής κοινωνίας επιμορφωτικού περιεχομένου ανοικτές σε κάθε συμπολίτη – ένα είδος λαϊκού αναγνωστήριου, ένα είδος ανοικτού πανεπιστήμιου,
--ενδιαφέρονται για τη γενικότερη κοινωνικοποίηση και διεύρυνση της παιδείας των μελών τους αλλά και των συμπολιτών τους ιδρύοντας η «Αλληλοβοήθεια» στο Αργοστόλι Γυμναστήριο και προσπαθώντας η «Αδελφοποίηση» να δημιουργήσει θεατρική στέγη στο Ληξούρι,
--αναλαμβάνουν τη λειτουργία Σχολών Απόρων Παίδων: στο Αργοστόλι η «Αλληλοβοήθεια» επανασυστήνει και λειτουργεί την Εσπερινή Σχολή Απόρων Παίδων και Εφήβων και στο Ληξούρι η «Αδελφοποίηση» ιδρύει και λειτουργεί την Εσπερινή Σχολή Απόρων Παίδων, όπου τα παιδιά των εργατών, τα παιδιά γενικά των κατώτερων οικονομικά και κοινωνικά στρωμάτων μπορούσαν να αποκτήσουν στοιχειώδη εκπαίδευση αλλά και να πάρουν μαθήματα αγωγής και να κοινωνικοποιηθούν μέσα από διάφορες άλλες δραστηριότητες∙ ο αργοστολιώτικος, επιπλέον Σύνδεσμος ίδρυσε και λειτούργησε για ένα διάστημα Επαγγελματική και Οικοκυρική Σχολή Απόρων Κορασίδων – πρωτοποριακή δραστηριότητα από εργατικό σύλλογο.

          Το αφηγηματικό μέρος του βιβλίου τελειώνει με τα «Γενικά συμπεράσματα»»: -- Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι οι Αδελφότητες – οι δύο καθαρά φιλανθρωπικού προσανατολισμού και η τρίτη εθνικού/πατριωτικού – είχαν βραχύβια δράση λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων. Ήταν πάντως δημιουργήματα αποκλειστικά των ανώτερων κοινωνικά και οικονομικά στρωμάτων, τα μέλη των οποίων είχαν το χρήμα και το χρόνο για φιλανθρωπικές και εθνικές δραστηριότητες, πέρα από το ότι καλλιεργούσαν έτσι το κοινωνικό τους προφίλ για την ανάδειξη σε τοπικά αυτοδιοικητικά, σε βουλευτικά και άλλα αξιώματα. 
--Στο κοινωνικό προσκήνιο μπαίνει ο εργατόκοσμος –έστω παρέα στην αρχή και με αστικά  στοιχεία – με την εμφάνιση και δράση των Εργατικών Συνδέσμων. Η δράση τους πρώτα-πρώτα ενδυνάμωσε τα κατώτερα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα με αυτοπεποίθηση, η οποία πρωταρχικά εμφανίζεται μέσα από τον τρόπο που αποφασίζουν να διαχειριστούν τη φτώχεια τους: δε θέλουν να είναι έρμαια της φιλευσπλαχνίας και φιλανθρωπίας των πλουσίων, αλλά προτιμούν να βασιστούν στη μεταξύ τους αλληλοβοήθεια και αλληλεγγύη. Αυτό πρέπει να θεωρηθεί μια πρώτη κατάκτηση στην πορεία τους για τη χειραφέτηση. Δεύτερη κατάκτηση είναι η απόφασή τους να διεκδικήσουν μόνοι τους, χωρίς ωστόσο να αποκλείουν τη συμπαράσταση άλλων κοινωνικών στρωμάτων, την επίλυση των προβλημάτων τους και να υπερασπιστούν τα ταξικά τους συμφέροντα. Τρίτη εξίσου σημαντική κατάκτηση θεωρούμε τη λήψη πρωτοβουλιών για την επιμόρφωση και τη διεύρυνση του μορφωτικού  επιπέδου όχι μόνο του δικού τους αλλά ευρύτερα της τοπικής κοινωνίας και ιδιαίτερα των καταπιεζόμενων στρωμάτων.
--Μέσα σε αυτούς τους Συνδέσμους διαδόθηκε η σοσιαλιστική ιδεολογία και  κυοφορήθηκε η σοσιαλιστική ομάδα της Κεφαλονιάς, που θα παίξει καθοριστικό ρόλο στις αρχές του 20ού αιώνα, αρχικά γύρω από τον Μαρίνο Αντύπα και μετά το θάνατό του ως μαχητική πρωτοπορία μιας νέας αντίληψης για τη ζωή.
--Δε στάθηκε κατορθωτό, τουλάχιστο σε αυτή τη φάση της ιστορίας του τοπικού εργατικού κινήματος, να φτάσουν οι Εργατικοί Σύνδεσμοι τον αγώνα τους μέχρι το τέλος. Δεν κατόρθωσαν να διαμορφώσουν καθαρό συνδικαλιστικό χαρακτήρα, αν και υπήρξαν περιπτώσεις κοινωνικών συμμαχιών με θετικά αποτελέσματα. Διαβρώθηκαν από τον κομματισμό της άρχουσας τάξης, παρ’ όλο που τα καταστατικά τους απαγόρευαν ρητά τη μεταφορά κομματικών ή δημοτικών-παραταξιακών αντιπαραθέσεων στις εσωτερικές διεργασίες των Συνδέσμων και την εμπλοκή των μελών τους σε κομματικές συζητήσεις και διαφορές. Αποδυναμώθηκαν, επίσης, λόγω προσωπικών αντιθέσεων, οι οποίες διέσπασαν τη συνοχή τους. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να μειωθούν οι αντιστάσεις τους και να μην  μπορέσουν να διαφεντέψουν τα συμφέροντά τους, τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Βέβαια, αυτή η κατάληξη δεν πρέπει να εξετάζεται μακριά από τα δεδομένα και το κλίμα εκείνης της εποχής.
--Πάντως - κι αυτή είναι η αξία τους, όπως υπογραμμίζει ο συγγραφέας - οι δύο Εργατικοί Σύνδεσμοι, η «Αλληλοβοήθεια» του Αργοστολιού και η «Αδελφοποίηση» του Ληξουριού, υπήρξαν πρωτοπόρες για την εποχή τους συσσωματώσεις και άνοιξαν το δρόμο για τη συγκρότηση και δράση εργατικών σωματείων στο νησί – κάτι που θα γίνει την αμέσως επόμενη χρονική περίοδο.

         Θα τελειώσω, όπως άρχισα: εννοώ την αναντικατάστατη προσφορά του εργάτη,  την οποία ύμνησε στο ποίημά του ο Μπ. Μπρεχτ, που διαβάσαμε στην αρχή. Τώρα ας ακούσουμε πώς την αποτυπώνει – σε μια παραλλαγή του μπρεχτικού ποιήματος - ο σοσιαλιστής Σταύρος Καλλέργης στο «Εγκόλπιον Εργάτου» το 1893.  Αντιγράφω το σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο του Ν. Καμήλου:
«[...] Ποίος κτίζει τα μεγαλοπρεπή των πλουσίων μέγαρα; Ποίος παράγει τον σανόν προς τροφή του αραβικού ίππου, διά να κάνουν περίπατο; Ποίος τέρπει αυτούς εις τα θέατρα, τας συναυλίας και τα ωδικά καφενεία; Ποίος κατασκεύασεν τα ανάκλιντρα,  εις τα οποία τα μαλθακά αυτών σώματα εξαπλούνται, ποίος κατασκευάζει τα κομψά αυτών ενδύματα τα οποία φορούν; Ποίος εξάγει τον χρυσόν από το βάθος 300 και πλέον μέτρων διά να τον εξωδεύωσι οι μη εργαζόμενοι, ποίος τέλος πάντων κατασκευάζει τους χρυσούς θρόνους, εις τους οποίους κάθωνται οι άρχοντες, οι τύραννοι, οι σατράπαι; Ο εργάτης και πάλι ο εργάτης».
          Για των εργατών τις πρώτες συσσωματώσεις μιλήσαμε απόψε, με αφορμή το βιβλίο του αγαπητού συνάδελφου Ν. Καμήλου. Και μέσα από εκείνες τις συσσωματώσεις προσπάθησαν οι εργαζόμενοι του Αργοστολιού και του Ληξουριού – όλοι πρόγονοί μας - να αλληλοβοηθηθούν, να διασφαλίσουν τα δικαιώματά τους, να διευρύνουν το μορφωτικό τους ορίζοντα, να προσφέρουν στην κοινωνία.


          Και τώρα, ο δεύτερος λόγος που μ’ έκανε να αναλάβω την παρουσίαση αυτού του βιβλίου σχετίζεται με το συγγραφέα του βιβλίου, όχι άμεσα αλλά έμμεσα. Ο Νίκος είναι γιος του Ληξουριώτη δασκάλου κ. Σπύρου Καμήλου. Ο δάσκαλος κ. Σπ. Καμήλος ήταν δάσκαλός μου στο Δημοτικό, στο χωριό μου στα Μονοπολάτα, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960. Ήταν αυτό που λέμε απλά αλλά με νόημα «καλός δάσκαλος»: κατανοητός στη διδασκαλία του, πειστικός στις συμβουλές του, σωστός παιδαγωγικά στη συμπεριφορά του, ευγενικός στην επικοινωνία του με τους μαθητές του. Τον θυμάμαι πάντα με σεβασμό και αγάπη. Σ’ ευχαριστούμε, Δάσκαλε, για ό,τι μας έδωσες. Γι’ αυτό επιτρέψτε μου αυτή την αποψινή μου ομιλία να την αφιερώσω στον πατέρα του συγγραφέα και δικό μου Δάσκαλο κ. Σπύρο Καμήλο.