Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

ΜΑΪΟΣ ΤΟΥ 1453. Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ




                                                                                                                Αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα kefalonizw, τέλη Μαΐου 2016.
 

          Η άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 από τον Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή είναι ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα της ευρασιατικής αλλά και της παγκόσμιας Ιστορίας. Και η επίδραση που είχε τόσο στην ελληνική όσο και στην ευρωπαϊκή πορεία ήταν σημαντική.
          Ωστόσο, όταν συζητάμε για την άλωση της Πόλης και την κατάλυση του Βυζαντινού κράτους, πρέπει να έχουμε υπόψη τις εξής πραγματικότητες:
---H έναρξη του 15ου αιώνα έβρισκε το οθωμανικό κράτος εγκατεστημένο στην Ευρώπη, δυνατό και έτοιμο για νέες προελάσεις, και το βυζαντινό, παρά την ανασύνταξη των κρατικών του δυνάμεων, αδύναμο να αντιμετωπίσει τους νέους κινδύνους.
---Στο Βυζάντιο η κοινωνική εξαθλίωση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού είναι γεγονός. Οι αγρότες και τα αστικά λαϊκά στρώματα, εξαχρειωμένα δεν παίζουν κανένα πολιτικό ρόλο, εκτός από μια μικρή περίοδο πριν από την άλωση, που θα αντιταχθούν στα ενωτικά σχέδια της αυτοκρατορικής εξουσίας. Οι εμποροναυτικές ιταλικές πόλεις (Βενετία, Γένουα) έχουν εισχωρήσει στη βυζαντινή οικονομία, η οποία όμως βρίσκεται στο δρόμο της κατάρρευσης.
---Οι Παλαιολόγοι, που έχουν την αυτοκρατορική εξουσία, στρέφονται προς τη Δύση για βοήθεια. Η επικρατέστερη δηλαδή μερίδα της βυζαντινής αριστοκρατίας, που έχει μαζί της και την παλαιολόγεια δυναστεία, είναι δυτικόφιλη και δεν αρνείται την ένωση των Εκκλησιών, την υποταγή ουσιαστικά της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον Πάπα. Οι συνεννοήσεις για την ένωση των Εκκλησιών θα επισημοποιηθούν με τη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας το 1439 – κάτι που δίνει την ευκαιρία στην ορθόδοξη Εκκλησία να διαφοροποιηθεί από την κρατική εξουσία και να κρατήσει γύρω της το σύνολο σχεδόν του χριστιανικού πληθυσμού.
---Στο μεταξύ όλο και συρρικνώνεται εδαφικά το Βυζαντινό κράτος: Η ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης περνά από τους ευγενείς βυζαντινούς άρχοντες στους Βενετούς, από τους οποίους θα την πάρουν (1430) οι Οθωμανοί. Το Άγιο Όρος συνθηκολογεί με τους Οθωμανούς, καθώς φαίνεται ότι η μοναστική κοινότητα ενδιαφέρεται να εξασφαλίσει τη δική της ασφάλεια έστω και υπό αλλόδοξο ηγεμόνα. Το δουκάτο Αθήνας και Θήβας και το Δεσποτάτο του Μυστρά δέχονται αναγκαστικά την επικυριαρχία του σουλτάνου, ενώ το Δεσποτάτο της Ηπείρου διαλύεται.
---Δέκα χρόνια πριν από την τελευταία πολιορκία της Πόλης (1452-53), οι Οθωμανοί Τούρκοι είναι ήδη κυρίαρχοι στη Βαλκανική: το 1444 συντρίβουν στη Βάρνα της Βουλγαρίας τον ενωμένο στρατό χριστιανών ηγεμόνων, που ο Πάπας είχε οργανώσει, και το 1448 στο Κοσσυφοπέδιο εξουδετερώνουν και την τελευταία προσπάθεια της χριστιανικής πλευράς.
---Οι μόνοι που συνεχίζουν να αντιστέκονται στους Τούρκους είναι οι (χριστιανοί τότε) Αλβανοί: με ηγέτη τους τον Γεώργιο Καστριώτη ή Σκεντέρμπεη  θα απωθήσουν τις τουρκικές επιθέσεις πολεμώντας ηρωικά μέχρι το 1468, μετά δηλαδή και από την άλωση της Πόλης.
---Σε αυτήν τη σύρραξη χριστιανών της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης με τους μουσουλμάνους Οθωμανούς οι Βυζαντινοί όχι μόνο μένουν ουδέτεροι, αλλά ο αυτοκράτοράς τους Ιωάννης Η΄ ο Παλαιολόγος συνεχίζει να στέλνει δώρα στον Τούρκο σουλτάνο Μουράτ Β΄, προκειμένου να διασκεδάσει τις υποψίες του, καθώς περιμένει βοήθεια από τη Δύση.
---Η Κων/πολη εκείνη την εποχή έχει χάσει την παλιά αίγλη της. Βρίσκεται σε παρακμή, καθώς είναι μια πόλη αραιοκατοικημένη - όπου έχει αυξηθεί το «ξένο», το λατινικό στοιχείο (Βενετοί, Γενουάτες), που κατοικούσαν στα παράλια του Γαλατά και είχαν δική τους πολιτική διοίκηση. Ακόμη και Τούρκοι είχαν τη δική τους συνοικία και τζαμί μα αυτόνομη διοίκηση - με ερειπιώνες, με λίγα παλιά μνημειακά οικοδομήματα να διατηρούνται
--- Το τέλος, όμως, της βυζαντινής πρωτεύουσας είναι προδιαγραμμένο, καθώς είναι αδύνατο ο τελευταίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ΄ ο Παλαιολόγος να αντιμετωπίσει την πιο ισχυρή στρατιωτική μηχανή της εποχής του, που εκείνη τη χρονική στιγμή διευθύνει ο 23χρονος Μωάμεθ Β΄.
---Οι δυνάμεις είναι άνισες. Πολλαπλάσιοι σε αριθμό οι Οθωμανοί (περίπου 300.000), διαθέτουν επίσης ένα νέο όπλο, το πυροβολικό, με φοβερή καταστροφική δύναμη. Αντίθετα, οι υπερασπιστές της Πόλης είναι ολιγάριθμοι, περίπου 8.000, από τους οποίους οι μισοί σχεδόν είναι «ξένοι», Λατίνοι, Βενετοί, Καταλανοί και λίγοι Τούρκοι υπό τον Ορχάν (ετεροθαλή αδελφό του Μωάμεθ, ανταπαιτητή του θρόνου). Άλλωστε, αρχιστράτηγο ορίζει ο αυτοκράτορας τον Γενουάτη Ιουστινιάνι. Πάντως, δεν είναι αρκετοί, για να σώσουν την Πόλη. Παράλληλα, το Δεκέμβριο του 1452 μέσα στην ίδια την Αγία Σοφία με κοινή λειτουργία ορθόδοξων και καθολικών οριστικοποιείται η ένωση των Εκκλησιών.
---Σε όλο το διάστημα μέχρι το Μάιο του 1453 ο Γεώργιος Σχολάριος-Γεννάδιος καταφερόμενος κατά των ενωτικών, συμπαρασύρει το ορθόδοξο πλήθος, που φανατικά διαδηλώνει στους δρόμους της Πόλης κατά του Πάπα και των Λατίνων, χωρίς να φαίνεται πως υπολογίζει την άμεση τουρκική απειλή. Στο δίλημμα του τι έπρεπε να σωθεί, η Αυτοκρατορία ή η Ορθοδοξία, προτιμούσε τη δεύτερη, θυσιάζοντας την πρώτη. Ταυτόχρονα τμήμα της ορθόδοξης άρχουσας τάξης με κύριο εκπρόσωπο το συγκλητικό Λουκά Νοταρά (ο οποίος παραταύτα πολέμησε γενναία) διαδίδει τη θέση της ότι είναι προτιμότεροι οι Οθωμανοί Τούρκοι από τους Λατίνους του Πάπα.
---Πάντως, εκείνο που εξάγεται από τη μελέτη όλων σχεδόν των πηγών (ελληνικών και ξένων – δυτικών ή τουρκικών) είναι: α) τον αγώνα για την υπεράσπιση της Πόλης το 1453 τον έδωσαν πρωταρχικά οι Λατίνοι και μαζί τους κάποιοι Βυζαντινοί με επικεφαλής τους τον αυτοκράτορά τους Κωνσταντίνο, και β) η Πόλη έπεσε στα χέρια των Οθωμανών όχι εξολοκλήρου με τα όπλα, αλλά και με κάποια συνθηκολόγηση με τον Μωάμεθ (ίσως από ομάδα ανθενωτικών) ερήμην του αυτοκράτορα, ο οποίος έπεσε πολεμώντας πάνω στα τείχη.
---Το ότι μετά την άλωση ο Πορθητής Μωάμεθ συνεργάστηκε και ανέδειξε σε αξιώματα ορθόδοξους ανθενωτικούς έχει τη σημασία του. Γι’ αυτό ακριβώς δεν ήταν τυχαίο που επέλεξε ως πρώτο μετά την άλωση πατριάρχη τον ανθενωτικό Γεώργιο Σχολάριο-Γεννάδιο. Όπως επίσης αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι ένα χρόνο μετά την άλωση, το 1454, ο Μωάμεθ επισκέπτεται στο Μυστρά τον αδελφό του αυτοκράτορα Κων/νου, τον Δημήτριο, από τον οποίο ζήτησε και έλαβε ως σύζυγό του την κόρη του Θεοδώρα…

Επιλογικά:
---Η άλωση της Κων/πολης και η διάλυση του Βυζαντίου δεν έφερε το τέλος του Μεσαίωνα, όπως συνήθως πιστεύεται. Και τούτο γιατί πολύ πριν από το 1453 τα νεοτερικά στοιχεία είχαν ήδη εμφανιστεί και γονιμοποιούσαν το ιστορικό γίγνεσθαι: η κίνηση που θα ονομαστεί Αναγέννηση έχει ήδη ανοίξει το δρόμο της, οι Ευρωπαίοι έχουν ήδη ξεκινήσει τα υπερατλαντικά και υπερωκεάνια ταξίδια τους, ανακαλύπτοντας νέους τόπους, άλλους ανθρώπους και πρωτόγνωρα προϊόντα.
---Για τους Οθωμανούς Τούρκους η άλωση τους χάρισε μια παλιά αυτοκρατορική πόλη, η κατάκτηση της οποίας τους χάρισε τη μονιμότητά τους στην ευρωπαϊκή ήπειρο, εξασφαλίζοντας έτσι ένα σταθερό προγεφύρωμα στον ευρωπαϊκό χώρο και κόσμο. Αλλά και η ίδια η Κων/πολη γνώρισε κάτω από την οθωμανική κυριαρχία μια νέα εποχή ανάπτυξης και ευημερίας.                            
---Η ανατολική Ευρώπη μετά την άλωση αποχωρίζεται/απομακρύνεται από τη Δύση, από την πνευματική και καλλιτεχνική αναγέννηση και την επιστημονικοτεχνολογική εξέλιξη δηλαδή. Ο οθωμανικός δεσποτισμός για μεγάλο διάστημα θα παραμείνει εμπόδιο ανάπτυξης και προόδου στον ελλαδικό χώρο.
---Η άλωση δρομολόγησε γρήγορες εξελίξεις σε ένα μεγάλο χριστιανικό κομμάτι, στη Ρωσία: εδώ θα συνεχίσει να ζει αλώβητη η ορθόδοξη πίστη και παράδοση μετά την υποταγή της Νέας Ρώμης (Κων/πολης) στους Λατίνους. Θα παίξει το ρόλο του κληρονόμου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό και θα αυτοτιτλοφορηθεί «Τρίτη Ρώμη» και θα ενσωματώσει το βυζαντινό δικέφαλο αετό στα επίσημα κρατικά της εμβλήματα. Ιδιαίτερα μετά την αποκομμουνιστικοποίηση της χώρας θα διεκδικεί δικαιώματα…..
---Η συνειδητοποίηση της αναμενόμενης κατάρρευσης του Βυζαντίου μαζί με το αυξανόμενο αντιλατινικό ρεύμα του λαϊκού στοιχείου έφερε σταθερά στην επιφάνεια το κύτταρο του ελληνισμού, που είχε πρωτοεμφανιστεί μετά την πρώτη κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας το 1204. Και αργότερα κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας το ελληνικό στοιχείο θα διαμορφώσει τα εθνικά του χαρακτηριστικά.

EΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
--Ζακυθηνός Δ., Η Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως και η Τουρκοκρατία, Αθήναι 1954.
--Λουγγής Τ., Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας, τ. Β΄, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2011.
--Ostrogorsky G., Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τ. Γ΄, εκδ. Στ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1981.
--Πανεπιστήμιο του Καίμπρτζ, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τ. Α΄, μτφρ. Ντουντού Σαούλ, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1979.
--Ράνσιμαν Στ., Άλωση Κωνσταντινουπόλεως 1453, μτφρ. Ν. Κ. Παπαρρόδου, εκδ. Μπεργαδή, Αθήναι 1972.
--Σλουμβέρζε Γ., Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και η πολιορκία και άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων τω 1453, μτφρ. Σπ. Λάμπρου, εν Αθήναις 1914.
--Σπυρόπουλος Π., Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως 29 Μαΐου 1453, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1991.
--Τωμαδάκης Ν., Οι συγγραφείς της Αλώσεως (1453), Αθήναι 1969.

H ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΝΩΤΙΣΤΩΝ




                                                                                             Δημοσιεύτηκε στηνΚυμοθόη, τ. 25 (2015), σσ. 97-128.

         
          Ως Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός έχει οριστεί το πολιτικό εκείνο φαινόμενο, που εκδηλώθηκε από το 1848 μέχρι το 1864 στα Ιόνια νησιά, τα οποία από το 1815 βρίσκονταν κάτω από Βρετανική Προστασία.[1] Η λέξη «Ριζοσπαστισμός» με το κοινωνικό και πολιτικό της περιεχόμενο προέρχεται από τη γαλλική πολιτική ορολογία, με ρίζες που φτάνουν βέβαια μέχρι τις ιδεολογικοπολιτικές διαμάχες του βρετανικού 17ου αιώνα,[2] αν και ο χαρακτηρισμός του «ριζοσπάστη» δόθηκε στα Επτάνησα όχι από τους φορείς αλλά από τους αντιπάλους του Ριζοσπαστισμού.[3] Το επίθετο «Επτανησιακός» σηματοδοτεί οπωσδήποτε το συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο, ταυτόχρονα όμως  καθορίζει και μια ειδολογική κατάταξη σε σχέση με τον πολιτικό Ριζοσπαστισμό του 19ου αιώνα στη δυτική αλλά και τη νοτιοανατολική Ευρώπη, καθώς μέσα στο ιδιαίτερο ιόνιο χωροχρονικό πλαίσιό του απέκτησε τα δικά του ξεχωριστά χαρακτηριστικά, με βάση τις τοπικές συνθήκες, τις πολιτισμικές παραδόσεις και τις σπουδαίες προδρομικές καταβολές.[4]
         Ο Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός συνιστούσε ένα κίνημα, ένα λαϊκό κίνημα,[5] το οποίο συναπαρτίστηκε από διάφορα τόσο στην προέλευση όσο και στην ιδεολογία κοινωνικά στρώματα, η πολιτική έκφραση των οποίων εναντιωνόταν μέσα από συγκροτημένη δραστηριότητα στις κυρίαρχες επτανησιακές κοινωνικές και πολιτικές ομάδες και στην ξενική - Βρετανική – Προστασία αποβλέποντας, μέσα από την ανατροπή του ισχύοντος καθεστώτος, στην εδραίωση δημοκρατικής πολιτείας με κοινωνικά χαρακτηριστικά. Κάτω από το Ριζοσπαστισμό στεγάστηκαν τα συμφέροντα, εκφράστηκαν τα πολιτικά «πιστεύω» και αναπτερώθηκαν οι ελπίδες μεσοαστικών, μικροαστικών και κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων (καλλιεργητές στην ύπαιθρο και εργαζόμενοι στις πόλεις). Γι’ αυτό ακριβώς ο Ριζοσπαστισμός στα Επτάνησα εκφράστηκε μέσα από ένα φάσμα διαβαθμίσεων του πολιτικού ριζοσπαστισμού, χωρίς όμως να χάνει τα κύρια γνωρίσματά του. Και αυτό είναι κατανοητό, αφού ο Ριζοσπαστισμός στο Ιόνιο πήρε κινηματική μορφή και λειτούργησε ως λαϊκό κίνημα.
             Οι διαβαθμίσεις αυτές διαπιστώνονται και τεκμηριώνονται με βάση το λόγο και την πράξη των φορέων και εκφραστών τους: ο λόγος έχει αποτυπωθεί στα έντυπα μέσα της εποχής εκείνης (εφημερίδες, φυλλάδια, επιστολές κ.λπ.) και μέσα από τις αγορεύσεις των βουλευτών της ριζοσπαστικής παράταξης στην Ιόνια Βουλή, ενώ η πράξη έχει καταγραφεί μέσα από τις ποικίλες δραστηριότητες των πολιτικών λεσχών του κινήματος και τη δράση των ριζοσπαστών  βουλευτών. Η πολιτική δράση του Ριζοσπαστισμού πρωτοεκδηλώθηκε δημόσια στην Κεφαλονιά το 1848 –όταν με τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις του αρμοστή Seaton παραχωρήθηκε το δικαίωμα της ελευθεροτυπίας και τον επόμενο χρόνο το δικαίωμα της ελεύθερης εκλογής των βουλευτών[6] – και γρήγορα εξαπλώθηκε στο νησί, μπόλιασε και τη Ζάκυνθο και δεν άργησε να δημιουργήσει σοβαρές εστίες και στα άλλα ιόνια νησιά.
            Κύριος εκφραστής του Επτανησιακού Ριζοσπαστισμού υπήρξε ο Κεφαλονίτης Ιωσήφ Μομφερράτος, ο οποίος σε ολόκληρη την πολιτική του σταδιοδρομία έδειξε καταπληκτική συνέπεια και αξιοθαύμαστο αγωνιστικό ήθος.[7] Αυτός, μαζί με το αίτημα της ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα, έθετε και γενικότερα ζητήματα εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, όπως προέβλεπε η ιδεολογία του πολιτικού Ριζοσπαστισμού: εθνική αποκατάσταση του συνόλου των Ελλήνων σε ένα κράτος ελεύθερο και ανεξάρτητο χωρίς καμιά ξενική επιρροή, δημοκρατική λειτουργία του πολιτεύματος στη βάση της αβασίλευτης δημοκρατίας, της καθολικής ψηφοφορίας και της λαϊκής κυριαρχίας, κατάργηση των φεουδαρχικών σχέσεων και οικονομικός φιλελευθερισμός, «δημοκρατική ανάπλαση της Ανατολής» και συγκρότηση «Ευρωπαϊκής Συμπολιτείας».[8] Πλάι σε αυτόν είχε σταθεί ο συμπατριώτης του Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος,[9] ο οποίος συνοδοιπόρησε με τον Ι. Μομφερράτο κατά την αρχική περίοδο του ριζοσπαστικού ενωτικού αγώνα 1848-1851, αλλά και αργότερα, το 1862, σε μια κρίσιμη φάση του Επτανησιακού Ζητήματος, είχε τη στήριξή του μέσα στη ΙΒ΄ Ιόνια Βουλή,[10] προσπαθώντας γενικότερα και οι δύο ριζοσπάστες να κινηθούν πάνω σε μια πορεία γόνιμης σύνθεσης και αποτελεσματικής δράσης.[11]  
           Έτσι, εκείνη την αρχική περίοδο (1848-1851) ο Ριζοσπαστισμός συνδύαζε το αίτημα της Ένωσης και γενικότερα της εθνικής ανεξαρτησίας με εκείνα της λειτουργίας δημοκρατικού πολιτεύματος και της κοινωνικής ανάπλασης. Σε αντίθετη περίπτωση, θεωρούσε την Ένωση «κήρυγμα μονομερές και αντιπατριωτικόν», που δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των Επτανησίων και του ελληνικού λαού στο σύνολό του.[12] Επομένως, δεν τον ενδιέφερε απλά και μόνο η Ένωση, ή η με οποιοδήποτε τρόπο και μορφή Ένωση. Αγωνιζόταν, λοιπόν, για μια Ένωση, που θα ήταν προϋπόθεση γενικότερης δημοκρατικής αναγέννησης του ελληνικού κράτους.         Οι πρώτες ελεύθερες εκλογές του 1850 για την Θ΄ Ιόνια Βουλή έδωσαν μια σημαντική νίκη στους ριζοσπάστες. Αποκτούσε, μάλιστα, ξέχωρη σημασία εκείνη η εκλογική νίκη, γιατί σημειώθηκε μετά από την αποτυχία των δύο προηγούμενων λαϊκών εξεγέρσεων, που συνοδεύτηκαν από άγρια και σκληρή καταστολή από την Προστασία.[13]
          Σε εκείνη την Θ΄ Βουλή η ριζοσπαστική κοινοβουλευτική ομάδα προσπάθησε να καταθέσει το ιστορικό πια υπέρ της Ένωσης ψήφισμα, με το οποίο έκανε λόγο για το απαράγραπτο δικαίωμα του επτανησιακού λαού να ενωθεί με τους αδελφούς του Έλληνες στο ελληνικό κράτος.[14] Αυτή, όμως, η ενέργεια ξεχείλισε το ποτήρι για την Προστασία και τα ντόπια όργανά της, γι’ αυτό και κατέβαλαν κάθε προσπάθεια να αποκεφαλίσουν το κίνημα, να τρομοκρατήσουν το λαό, να σκορπίσουν τη σύγχυση: φίμωσαν τις ριζοσπαστικές εφημερίδες, έκλεισαν τις ριζοσπαστικές πολιτικές λέσχες με διάφορες προφάσεις και προχώρησαν σε σκληρές διώξεις εναντίον του ριζοσπαστικού στοιχείου, φτάνοντας μέχρι και την εξορία ριζοσπαστών βουλευτών, όπως οι Η. Ζερβός Ιακωβάτος και Ι. Μομφερράτος,[15] ενώ ήρθαν σε συνδιαλλαγή με τους μεταρρυθμιστές, οι οποίοι δέχτηκαν να συμπράξουν με την ξενοκρατία σε βάρος των ριζοσπαστών, αποκτώντας στο εξής  πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο και θέσεις στον κρατικό μηχανισμό.[16]
       Οι δύο Κεφαλονίτες ριζοσπάστες Η. Ζερβός Ιακωβάτος και Ι. Μομφερράτος έμειναν στην εξορία περισσότερο από πέντε συνεχή χρόνια (Οκτώβριος 1851- Φεβρουάριος 1857). Αυτή η μακροχρόνια απουσία δημιούργησε σοβαρό κενό ηγεσίας στο ριζοσπαστικό κίνημα, με αποτέλεσμα το κέντρο της ριζοσπαστικής δράσης να μετατοπιστεί από την Κεφαλονιά στη Ζάκυνθο και να αναδειχτεί νέος ηγέτης ο Ζακυνθινός Κ.  Λομβάρδος.[17]  Και εδώ σημειώνεται το παράδοξο στην ιστορία του Επτανησιακού Ριζοσπαστισμού: ένας νέος πολιτικός, που μέχρι το 1852, οπότε και εκλέχθηκε βουλευτής με το ψηφοδέλτιο των ριζοσπαστών,[18] δεν είχε καμιά συμμετοχή στο ριζοσπαστικό κίνημα, δεν άργησε να προωθηθεί στην ηγεσία του ριζοσπαστικού κινήματος. Και όχι μόνο μέχρι τότε δε συμμετείχε στον αγώνα, αλλά και στη συνέχεια ως βουλευτής της ριζοσπαστικής παράταξης δε θα αρθρώσει ριζοσπαστικό λόγο.[19] Επικέντρωνε το λόγο του και τον αγώνα του στην εθνική αποκατάσταση, στην ένωση δηλαδή των Επτανήσων με την Ελλάδα μέσα στο πλαίσιο της Μεγάλης Ιδέας. Ταύτιζε το ριζοσπαστικό αγώνα με τον ενωτικό, διακηρύσσοντας ότι αυτό είναι το λαϊκό ζητούμενο, καθώς άλλωστε το αίτημα της Ένωσης συσπείρωνε το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού, ενώ η προβολή αιτημάτων δημοκρατικής υφής και κοινωνικού περιεχομένου σε συνδυασμό με το ενωτικό αίτημα ισχυριζόταν ότι ήταν βλαπτική για τη λύση του εθνικού ζητήματος.[20] Κάθε άλλο δηλαδή παρά αιτήματα και προτάγματα ριζοσπαστικής κατεύθυνσης.
           Παραταύτα, αυτός ο μη ριζοσπάστης στις αντιλήψεις και τα «πιστεύω», αυτός ο μακριά από την κοσμοθεωρία του πολιτικού ριζοσπαστισμού πολιτικός θα καθοδηγήσει το ριζοσπαστικό κίνημα στα Επτάνησα! Οξύμωρο το σχήμα, αλλά πραγματικό. Πραγματικό, βέβαια, με την εξής έννοια: Όταν, αμέσως μετά την εκλογή του και για αρκετό διάστημα (1852-1857) ο Κ. Λομβάρδος προσεταιριζόταν τον τίτλο του ριζοσπάστη,[21] προκειμένου να εκμεταλλευτεί τη διαμορφωμένη από τις ριζοσπαστικές διακηρύξεις και από τους αγώνες και τις θυσίες των πρώτων ριζοσπαστών κατάσταση, το ριζοσπαστικό κίνημα, ιδίως της Κεφαλονιάς,  λόγω των συγκεκριμένων συνθηκών (γενικότερη, εξαιτίας των διώξεων,  κάμψη του κινήματος και κενό ηγεσίας από τη μια και δυναμισμός, ευελιξία και έξυπνη εκμετάλλευση των συγκυριών από την άλλη), δεν κατόρθωσε έγκαιρα, έντονα και αποφασιστικά να του αμφισβητήσει τον τίτλο, με αποτέλεσμα, όταν απελευθερώθηκε από την εξορία ο Ι. Μομφερράτος (1857) και προσπάθησε να τον αντιμετωπίσει στη βάση της ριζοσπαστικής ιδεολογίας, ήταν αργά· ο Κ. Λομβάρδος είχε ήδη καθιερωθεί μέσα στο ριζοσπαστικό χώρο, ένα πολύ μεγάλο τμήμα, η πλειοψηφία του ριζοσπαστικού κινήματος τον παραδεχόταν και τον ακολουθούσε ως ριζοσπάστη.[22] Εξάλλου, έτσι τον χαρακτήριζαν οι προστασιανές αρχές και οι ομοεθνείς πολιτικοί του αντίπαλοι καταχθόνιοι και μεταρρυθμιστές.
          Εάν, λοιπόν, έτσι έχουν τα πράγματα, εάν δηλαδή ο Κ. Λομβάρδος δεν ήταν – που δεν ήταν - ριζοσπάστης στη θεωρία και την πράξη, τότε δεν είναι σωστό να μιλούμε για σχίσμα ή και διάσπαση του ριζοσπαστικού κινήματος. Ουσιαστικά υπήρξε μια έντονη αντιπαράθεση και σύγκρουση μεταξύ του Ι. Μομφερράτου, με ό,τι αυτός εξέφραζε και εκπροσωπούσε, και του Κ. Λομβάρδου, με ό,τι αυτός εξέφραζε και εκπροσωπούσε· καταγράφηκε μια επίμονη αντιπαράθεση, που κατέληξε σε σύγκρουση μεταξύ των ριζοσπαστών, με ό,τι αυτοί διακήρυτταν και οραματίζονταν, και ενός άλλου ρεύματος μέσα στο γενικότερο επτανησιακό ενωτικό κίνημα, των ενωτιστών, με ό,τι αυτοί διακήρρυτταν και οραματίζονταν.
           Επειδή, όμως, ο Κ. Λομβάρδος είχε γίνει αποδεκτός στην καθημερινή πολιτική πράξη ως ριζοσπάστης, επειδή κινήθηκε μέσα στα γνώριμα νερά του ριζοσπαστικού ενωτικού κινήματος, επειδή στην πορεία του χρόνου γνωστά ριζοσπαστικά στελέχη προσχώρησαν, είτε πρόσκαιρα είτε μονιμότερα, στη «γραμμή» του Κ. Λομβάρδου  (από την Κεφαλονιά οι Γεράσιμος Λιβαδάς, Ιωάννης Τυπάλδος Δοτοράτος Καπελέτος, Θεόδωρος Καρούσος και από τη Ζάκυνθο οι Δημήτριος Καλλίνικος, Γεώργιος Βερύκιος), επειδή ακόμη και κορυφαίοι ριζοσπάστες χρησιμοποίησαν, για να τον χαρακτηρίσουν, τη λέξη «ριζοσπάστης» στη σύνθετη ονομασία «ψευδοριζοσπάστης» ή  «νεοφώτιστος ριζοσπάστης»,[23] θεωρήθηκε ότι οι διαφωνίες, οι αντιπαραθέσεις και η σύγκρουση μεταξύ Ι. Μομφερράτου και Κ. Λομβάρδου ή, για να το πούμε διαφορετικά, μεταξύ «παλαιών ή αληθών ριζοσπαστών» και «νεοφώτιστων ριζοσπαστών» συνέβησαν «εντός των τειχών» του ριζοσπαστικού κινήματος –κάτι που δεν απηχεί την ουσία του θέματος. Έτσι, γινόταν και γίνεται  ακόμη λόγος από μελετητές του Επτανησιακού Ριζοσπαστισμού για «παραποίηση» της ριζοσπαστικής ιδεολογίας από τον Κ. Λομβάρδο και για «σχίσμα» μεταξύ «παλαιών» και «νέων» ριζοσπαστών.[24] Σχίσμα, όμως, δεν υπήρξε, ούτε επομένως διάσπαση του ριζοσπαστικού κινήματος. Εκείνο που συνέβη ήταν μια οξύτατη σύγκρουση, στα τέλη της δεκαετίας του 1850 με αρχές της δεκαετίας του 1860 (1857-1862), μεταξύ των ριζοσπαστών (άλλοτε των Ζακυνθινών και άλλοτε των Κεφαλονιτών) και των ενωτιστών με αιχμή τη σύγκρουση του Κεφαλονίτη ριζοσπάστη Ι. Μομφερράτου και του Ζακυνθινού ενωτιστή Κ. Λομβάρδου -ο καθένας με τους ομοϊδεάτες του[25]- που πέρασε από διάφορες φάσεις και προκάλεσε ποικίλες παρενέργειες.

         Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να κωδικοποιήσουμε τις φάσεις, από τις οποίες πέρασε η παραπάνω σύγκρουση. Θα χρησιμοποιήσουμε κείμενα κυρίως επιστολογραφικά και εφημεριδογραφικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εξαντλούμε όλο το υπάρχον υλικό. Η παρουσίασή του, πάντως,  θα δείξει πόσο έξω και πέρα από τις ριζοσπαστικές αρχές και θέσεις ήταν η θεωρία και η πρακτική του Κ. Λομβάρδου. Έτσι, θα αποδειχτεί ότι ο Ζακυνθινός ενωτιστής δεν «παραποίησε» ή «διαστρέβλωσε» το Ριζοσπαστισμό, αφού ποτέ του δεν τον ενστερνίστηκε,  αλλά προσπάθησε να πείσει και έπεισε σε σοβαρό βαθμό ακόμη και στελέχη, μέλη, ψηφοφόρους και οπαδούς της ριζοσπαστικής παράταξης ότι στη συγκεκριμένη φάση του αγώνα για τη λύση του Επτανησιακού Ζητήματος δε συνέβαλλε, αντίθετα μάλιστα γινόταν επικίνδυνη, η ριζοσπαστική ιδεολογία με τη δημοκρατική και κοινωνική της διάσταση· χρειαζόταν μια άλλη πολιτική: η πολιτική της «εθνικής» ενότητας, μακριά από δημοκρατικές και κοινωνικές διακηρύξεις, για να επιτευχθεί η πολυπόθητη Ένωση.
      
          Οι πρώτες διαφωνίες, που δε θα αργήσουν να μετατραπούν σε οξύτατη σύγκρουση, εντοπίζονται μετά το 1852 με την είσοδο του Ζακυνθινού Κ. Λομβάρδου στην Ιόνια Βουλή και κατά τη διάρκεια της εξορίας των Η. Ζερβού Ιακωβάτου και Ι. Μομφερράτου ( Οκτώβριος του 1851- Φεβρουάριος του 1857). Μέσα κυρίως από  την αλληλογραφία του τελευταίου εξόριστου με άλλους συναγωνιστές του, κυρίως Ζακυνθινούς, και με τη συνδρομή άλλων πληροφοριών ανιχνεύονται τα πρώτα σημάδια των διαφωνιών, χωρίς ακόμη να έχουν προκληθεί φανερές αντιπαραθέσεις. Επομένως, από το 1852 μέχρι και το 1857 μπορούμε να ορίσουμε την προοιμιακή φάση της σύγκρουσης.
            Θα φτάσουμε στις αρχές του 1858, για να οριοθετήσουμε την πρώτη φάση. Αυτή χρονικά εντοπίζεται από το Φεβρουάριο μέχρι τον Αύγουστο του 1858: ξεκίνησε στη Ζάκυνθο με κάποιες συζητήσεις μεταξύ του Κ. Λομβάρδου και συμπατριωτών του ριζοσπαστών για την από κοινού έκδοση εφημερίδας, που ναυάγησαν, και συνεχίστηκε με αναγραφή δημοσιευμάτων στις εφημερίδες τους για τοπικά και όχι μόνο θέματα.
          Παράλληλα, την ίδια χρονιά (1858) και κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάιο  εκτυλισσόταν η δεύτερη φάση των διαφωνιών: σε έκκληση κερκυραϊκής εφημερίδας για ενότητα όλων των πολιτικών παρατάξεων απαντούσε με αυστηρότητα η  ριζοσπαστική λέσχη του Αργοστολιού «Δημοτικόν Κατάστημα», διευκρινίζοντας τις ριζοσπαστικές θέσεις για το θέμα.
          Αμέσως μετά, από τον Ιούνιο μέχρι και τον Αύγουστο, και ενώ ήταν σε εξέλιξη η πρώτη φάση, καταγράφεται η τρίτη φάση, που χρωμάτιζε με ιδιαίτερη οξύτητα την αντιπαράθεση, καθώς οι Ι. Μομφερράτος και Κ. Λομβάρδος, οι δυο εκείνοι δηλαδή άνδρες που εκείνη τη χρονική στιγμή εκπροσωπούσαν στην πραγματικότητα τις δυο συγκρουόμενες διαμορφωμένες «αντίθετες γραμμές» μέσα στο ενωτικό κίνημα,[26] αντάλλασσαν δημόσια επιστολές, υπερασπιζόμενη ανυποχώρητα η κάθε πλευρά τις θέσεις της.        
          Την τέταρτη φάση ορίζει η αντιπαράθεση των ενωτιστών και ριζοσπαστών με αφορμή σχετική ενωτική διακήρυξη της ΙΑ΄ Ιόνιας Βουλής τον Ιανουάριο του 1859. Η αντιπαράθεση την ίδια χρονιά γίνεται εναργέστερη με τη δημοσίευση σχετικών άρθρων στις εφημερίδες  Αναγέννησις του Ι. Μομφερράτου και Η Φωνή του Ιονίου του Κ. Λομβάρδου με αφορμή την έκδοση βιβλίου σχετικού με το Επτανησιακό Ζήτημα από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο του 1859, γεγονός που συνιστά την πέμπτη φάση.
         Η έκτη φάση της αντιπαράθεσης, που καλύπτει κυρίως την περίοδο από το καλοκαίρι του 1859 μέχρι το 1862, σχετίζεται με το ζήτημα των ιταλικών και σλαβικών απελευθερωτικών κομιτάτων, με τα οποία προσπάθησε να συνδέσει το Επτανησιακό Ζήτημα ο ενωτιστής Κ. Λομβάρδος, ενώ οι ριζοσπάστες αρνήθηκαν οποιαδήποτε ενεργητική συμμετοχή στην κίνηση αυτή.
         Η έβδομη φάση σημειώνεται κατά το διάστημα από το Σεπτέμβριο μέχρι το Νοέμβριο του 1861, όταν με ανοικτές επιστολές τους ο Γ. Λιβαδάς, που τώρα είχε προσχωρήσει στους ενωτιστές, και ο Ι. Μομφερράτος επαναφέρουν στη συζήτηση τις θεωρητικές διαφορές των δύο πλευρών αλλά και δημοσιοποιούνται απόψεις, ενστάσεις και καχυποψίες.
          Η τελευταία πράξη την αντιπαράθεσης και σύγκρουσης μεταξύ ενωτιστών και ριζοσπαστών πραγματώνεται με την όγδοη φάση, η οποία ουσιαστικά επικεντρώνεται στις αγορεύσεις, συζητήσεις, προτάσεις και αποφάσεις της ΙΒ΄ Ιόνιας Βουλής (1862), όπου οριστικά συγκρούονται οι δύο πλευρές πάνω στο εθνικό θέμα:  πρόσκαιρη αναστολή της Ένωσης με τα συνακόλουθά της, όπως προτείνουν οι ριζοσπάστες Η. Ζερβός Ιακωβάτος και Ι. Μομφερράτος ή άμεση προώθηση της ενωτικής λύσης;.
        
ΠΡΟΟΙΜΙΑΚΗ ΦΑΣΗ

 Διατύπωση των διαφωνιών
---Ήδη από το 1852 ο εξόριστος στην Ερείκουσα Ι. Μομφερράτος σε επιστολές του προς συναγωνιστές του εξέφραζε τις ανησυχίες του, είτε υπαινικτικά είτε καθαρά, για προβλήματα, που παρουσιάζονταν στη θεωρία και την πράξη του ριζοσπαστικού κινήματος. Η επιστολή του (23-11-1852 έ.π.) προς τον ακέραιο και συνεπή Ζακυνθινό  ριζοσπάστη Ναθαναήλ Δομενεγίνη[27] παραμένει χαρακτηριστική.[28] Ο εξόριστος Κεφαλονίτης εξέφραζε την «όχι μικράν δυσαρέσκειάν» του για «περιστατικά, αντίθετα προς την αληθινήν πορείαν του ριζοσπαστισμού», για «σφάλματα», που «έφεραν το ριζοσπαστικόν κόμμα εις τοιαύτην επισφαλή θέσιν», για «τα αλλόκοτα σχέδια του αναφυομένου πολυμιγούς κόμματος»,[29] για τα οποία δεν πρέπει να επιδειχθεί από τους συνεπείς ριζοσπάστες ανοχή, αλλά αντίθετα επιβάλλεται να γίνουν συντονισμένες προσπάθειες «τουλάχιστον οι εν καλή πίστει αποπλανημένοι, να επανέλθωσιν εις την ευθείαν οδόν […] να εκλείψη παν ενδεχόμενον σχίσμα» και «να βαστάσωμεν την ριζοσπαστικήν σημαίαν καθαράν και αμόλυντον». Συμβούλευε τους μάχιμους συναγωνιστές του να απέχουν «από πάσαν συνένωσιν με στοιχεία αντίθετα, εννοοώντας το «αριστοκρατικόν» και το «ξενικόν» στοιχείο, τα οποία «είναι διά τους αληθείς ριζοσπάστας επίσης καταχθόνια και πολέμια» και , ένας εξόριστος αυτός, τους τόνωνε το ηθικό: «Μη αποκάμνης, φίλτατε Ναθαναήλ, […]. Μη σε κινώσιν εις αθυμίαν αι επικρατούσαι δειναί περιστάσεις των εξωτερικών πραγμάτων. […] Η ημέρα της ελευθερίας των λαών, […], δεν θέλει αργήσει να ανατείλη, επειδή η ισχύς του δικαίου είναι επί τέλους ακαταμάχητος. […]». 
---Το 1856 είχε κορυφωθεί η αγωνία του εξόριστου Ι. Μομφερράτου, όταν σε επιστολή του (1/13-2-1856) προς τον Κυθήριο ριζοσπάστη βουλευτή Κοσμά Πανάρετο[30] έγραφε:[31] «Παρατηρών, από πολλού ήδη, με άκραν δυσαρέσκειαν της ψυχής μου, την επί μάλλον και μάλλον προχωρούσαν χαλάρωσιν και εξασθένησιν του ριζοσπαστικού κόμματος, ως εκ τούτου δε την προβαίνουσαν εκ νέου ισχύν των εναντίων και άλλοτε καταβεβλημένων στοιχείων, συνέλαβα την ελπίδα της προαγωγής του κόμματος, διά της εκ μέρους των καθαρών ριζοσπαστών ομοθύμου συνεννοήσεως και δραστηρίου συμπράξεως»· στη βάση αυτή απευθύνθηκε και στους Ζακυνθινούς «δι’ επανειλημμένων γραμμάτων» του, χωρίς να έχει λάβει κάποια απάντησή τους· «εκ της σιωπής δε ταύτης αναγκάζομαι να υποθέσω, ότι διαφορά τις, ως προς τον τρόπον του θεωρείν τον ριζοσπαστισμόν, υπάρχει μεταξύ ημών». Και αφού δηλώσει ότι ο ίδιος θα μείνει σταθερός στις αρχές του Ριζοσπαστισμού, υπογραμμίζει την ελπίδα του «ότι ο καιρός θέλει θεραπεύσει τα πάντα και θέλει φέρει τα πράγματα εις την προσήκουσαν θέσιν των». Αλλά και σε άλλη επιστολή του την ίδια χρονιά προς τον Αιμίλιο Πυλαρινό[32] στην Κεφαλονιά (5/17-9-1856)[33] διατύπωνε τη λύπη του για την απραξία στο ριζοσπαστικό στρατόπεδο: «Λυπούμαι διά την επικρατούσαν αθλίαν κατάστασιν των πραγμάτων, και περισσότερον, […], διά την προ πολλού εισχωρήσασαν και επί μάλλον και μάλλον προχωρούσαν νάρκωσιν και ακινησίαν, αντί της άλλοτε τόσον ενθέρμου και δραστηρίας ριζοσπαστικής ενεργείας». Κατέληγε, όμως, με αισιόδοξο μήνυμα: «Υπομονή μολοντούτο. […] οφείλει τις πάντοτε ολόψυχον αφοσίωσιν εις τας υγιείς και λαοσώους αρχάς, […]· και ο καιρός θέλει ευοδώσει τα πράγματα […]».
---Είχε ήδη απελευθερωθεί από την Ερείκουσα ο Ι. Μομφερράτος και σε επιστολή του (25-12-1857 έ.π.) προς τον Κ. Λομβάρδο[34] έθετε καθαρά το ζήτημα της διαφωνίας, με την προσδοκία να διευκρινιστεί σύντομα και να επέλθει η ομοψυχία, που την έχει ανάγκη το κίνημα: «[…] Είναι αναντίρρητον, ότι πάσα εν μέσω του ριζοσπαστικού κόμματος διαφωνία καταντά δυσάρεστος και επιβλαβής, οπότε η πλήρης και κατά πάντα σύμπνοια ήναι επιθυμητή, καθό δυναμένη τα μέγιστα τελεσφόρος να ήναι εις τον υπέρ πατρίδος αγώνα. Αλλά νομίζω ότι, υπαρχούσης αγαθοπιστίας και αμοιβαίας πεποιθήσεως, δύναται συνεννόησις και κοινή ενέργεια να υπάρξη. […] Το αληθές είναι, ότι ο ριζοσπαστισμός έχει ανάγκην όσον το δυνατόν πλέον δραστηρίου και συμπαγούς και ομοθύμου ενεργείας, τόσον περισσότερον, καθ’ όσον μάλιστα ενδεχόμενον είναι εις νέας δοκιμασίας εισέτι ν’ ανθέξη, και νέας θυσίας να υποστή. […]»

 
 ΠΡΩΤΗ ΦΑΣΗ

 Όχι στην έκδοση κοινής εφημερίδας στη Ζάκυνθο
---Οι συζητήσεις, που γίνονταν στη Ζάκυνθο ανάμεσα στον Κ. Λομβάρδο από τη μια πλευρά και τους συμπατριώτες του ριζοσπάστες Δημήτριο Καλλίνικο[35] και Γεώργιο Βερύκιο[36] από την άλλη, από τα τέλη του 1857[37] μέχρι και τις αρχές του 1858, για την αποκοινού έκδοση εφημερίδας στο νησί, φαίνεται ότι ευοδώθηκαν, με αποτέλεσμα στις 11 Φεβρουάριου 1858 να δημοσιευτεί σχετική αγγελία. Η κοινή, όμως εφημερίδα με τον τίτλο Η Επτάνησος ποτέ δεν εκδόθηκε, επειδή λίγες ημέρες μετά από την αγγελία οι τρεις άνδρες διαφώνησαν.[38]
---Στο αμέσως επόμενο διάστημα ο Κ. Λομβάρδος ανάγγειλε (1-3-1858) την έκδοση νέας δικής του εφημερίδας με τίτλο Η Φωνή του Ιονίου, η οποία πρωτοκυκλοφόρησε στις 17-5-1858.[39] Από το πρώτο φύλλο ο Κ. Λομβάρδος έδειξε την αποφασιστικότητά του να επιμείνει στη δική του ερμηνεία για το ενωτικό ζήτημα μακριά και έξω από τις δημοκρατικές/κοινωνικές παραμέτρους του Ριζοσπαστισμού, που υποστήριζαν κυρίως οι Κεφαλονίτες ριζοσπάστες και κάποιοι δικοί του συμπατριώτες. Διαβλέποντας τον κίνδυνο επικράτησης της άποψης του Κ. Λομβάρδου[40] γρήγορα κινητοποιήθηκαν οι Δ. Καλλίνικος και Γ. Βερύκιος, οι οποίοι επανέκδωσαν το δικό τους ριζοσπαστικό φύλλο, την εφημερίδα Ο Ρήγας (φ. 13) στις 22-5-1858, όπως είχαν αναγγείλει από τις 7-3-1858.[41]
Η Φωνή του Ιονίου και Ο Ρήγας για την πολιτική δραστηριότητα του ριζοσπαστικών αντιλήψεων Επαρχιακού Συμβουλίου Ζακύνθου και για την αξία του ψηφίσματος της 26ης Νοεμβρίου 1850 (της Θ΄ Ιόνιας Βουλής) και της διακήρυξης της 20ής Ιουνίου 1857 (της ΙΑ΄ Βουλής)
---Το Επαρχιακό Συμβούλιο Ζακύνθου, το οποίο αυτήν την περίοδο αποτελείται αποκλειστικά από ριζοσπάστες, μπήκε στο στόχαστρο της Φωνής του Ιονίου από το πρώτο της φύλλο. Με το πρόσχημα δήθεν της φιλικής συμβουλής για κάποια ζητήματα, ουσιαστικά στάθηκε απέναντί του με τρόπο κατηγορητικό. Και τότε Ο Ρήγας υπερασπίστηκε τους επαρχιακούς συμβούλους, ζητώντας μάλιστα εξηγήσεις, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στην πρώτη εφημερίδα να επανέλθει στο θέμα άλλες δυο φορές.[42] Η αλήθεια είναι ότι στην πραγματικότητα αντιπαρατέθηκαν οι νέες απόψεις του Κ. Λομβάρδου στη ριζοσπαστική πολιτική και τακτική, γι’ αυτό και ο ριζοσπαστικός Ρήγας επίμονα κατάγγελνε, με υπαινιγμούς βέβαια, την παραμόρφωση που υφίσταντο οι αρχές του Ριζοσπαστισμού, αφού δεχόταν τον Κ. Λομβάρδο ως στοιχείο του ριζοσπαστικού χώρου.[43]
---Ψήφισμα και διακήρυξη:
- Ο Κ. Λομβάρδος με κύριο άρθρο («20 Ιουνίου 1857») στην εφημερίδα του[44]  σύγκρινε το ενωτικό ψήφισμα της 26ης Νοεμβρίου 1850 (της Θ΄ Ιόνιας Βουλής) με τη διακήρυξη της 20ής Ιουνίου 1857 (της ΙΑ΄ Βουλής), για να καταλήξει στην απαξίωση του πρώτου  και στη μεγιστοποίηση της αξίας της δεύτερης: το ψήφισμα της 26ης Νοεμβρίου 1850 δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρο, επειδή ακριβώς προτάθηκε από μια μειοψηφία, τη ριζοσπαστική, δεν τέθηκε σε ψηφοφορία και ποτέ δεν καταχωρίστηκε στα Πρακτικά της Βουλής,[45] ενώ η πρόταση για τη διακήρυξη της 20ής Ιουνίου 1857 υποβλήθηκε κατά τρόπο νόμιμο και επίσημο και είχε την ομόφωνη αποδοχή όλων των πτερύγων της Βουλής.[46]
- Ο Ρήγας απάντησε, δημοσιεύοντας στο ίδιο φύλλο ένα δικό του, ανυπόγραφο, άρθρο και μια επιστολή-άρθρο από την Κεφαλονιά:[47]
 Με το άρθρο της («Μία λέξις υπέρ του ψηφίσματος») η ζακυνθινή ριζοσπαστική εφημερίδα υπερασπιζόταν το ψήφισμα της Θ΄ Βουλής της 26ης Νοεμβρίου 1850, το οποίο βασιζόταν στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και κατάγγελνε την ξενοκρατία («Ο ριζοσπαστισμός […] διά της προσαγωγής τού περί ενώσεως βουλευτικού ψηφίσματος, επαναφέρων την κοινωνίαν εις την καθαράν και όλως αμετάβλητον μορφήν του δικαίου, εξασκεί την κυριαρχίαν και ανεξαρτησίαν αυτής, ην μετ’ επιμονής εσφετερίσθη και παρεγνώρισεν ο Ξένος»), ενώ κατέκρινε τη διακήρυξη της ΙΑ΄ Βουλής της 20ής Ιουνίου 1857, η οποία, βασιζόταν απλώς στο δικαίωμα «του αναφέρεσθαι» («Η πολιτική βαρύτης του δικαιώματος τούτου ουδαμώς υποχρεοί την αρχήν [= τη Βρετανική Προστασία], καθότι δεν φέρει τον τύπον της κυριαρχίας»), χωρίς να δίνει κάποια προοπτική, χωρίς να παρέχει κάποια εγγύηση για τον αγώνα του επτανησιακού λαού. Τοποθετώντας ο αρθρογράφος το ψήφισμα της Θ΄ Βουλής  δίπλα στις ιστορικές αποφάσεις των Εθνοσυνελεύσεων της Τροιζήνας και της Επιδαύρου, υπογράμμιζε την αξία του για τον ελληνισμό, καθώς διαφύλαξε την αξιοπρέπεια και προέβαλε την υπερηφάνεια των Ελλήνων («δικαιοί και εξυμνεί την Ελληνικήν αγερωχείαν») εκείνη τη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, που το ελληνικό κράτος  δεχόταν ταπεινώσεις από τη βρετανική κυβέρνηση με τα γνωστά  Παρκερικά.[48]
 Ο αποστολέας της επιστολής-άρθρου από την Κεφαλονιά με την υπογραφή «Εις Ριζοσπάστης»[49] κατάγγελνε όλους εκείνους, που παραμόρφωναν «τας πλέον υγιείς και σωτηρίους αρχάς του ριζοσπαστισμού», παραγνωρίζοντας τις μέχρι τότε διώξεις και θυσίες της κοινωνίας και προκαλώντας σύγχυση στους τίμιους αγωνιστές. Τόνιζε  ότι «η αρχή την οποίαν ο ριζοσπαστισμός απ’ αρχής επρέσβευσε και πρεσβεύει και υπέρ της οποίας ηγωνίσθη και αγωνίζεται, είναι η αρχή της ελευθερίας και της προόδου, αρχή ήτις, εν τη περιληπτική και καθολική αυτής εννοία, παριστάνει και την εθνικήν ανεξαρτησίαν και την επί τη βάσει της κυριαρχίας του λαού διάπλασιν της κοινωνίας. Εθνική λοιπόν ανεξαρτησία και κυριαρχία του λαού, ιδού το αρχικόν και κύριον σύμβολον του ριζοσπαστισμού, ιδού το αληθές πνεύμα της νέας Ελλάδος, ιδού ενταυτώ η γενική τάσις της ανθρωπότητος». Και ενώ ο λαός, αποδεχόμενος αυτήν την πολιτική και τακτική, τη στήριξε με τους πολυστένακτους αγώνες του, «εκπληκτική εις άκρον καθίσταται η από τινος ήδη καιρού αρχίσασα να κηρύττεται πολιτική, πολιτική δολία μεν και επίβουλος από μέρους τινών, αλλόκοτος δε και ελεεινή από μέρους άλλων εις ουτιδανούς και εφημέρους θριάμβους αποβλεπόντων». Οι «άλλοι» για το συντάκτη της επιστολής-άρθρου είναι ο Κ. Λομβάρδος και οι ομοϊδεάτες του, οι οποίοι με την «αλλόκοτη» και «ελεεινή» πολιτική τους έχουν παραμορφώσει το Ριζοσπαστισμό και οδηγούν το λαό στις παρακλήσεις και τους συμβιβασμούς.
- Η απάντηση του Κ. Λομβάρδου δόθηκε μέσα από σημειώματα της εφημερίδας του,[50] με τα οποία από τη μια ζητούσε από το Ρήγα να του υποδείξει τους «προδότες» του κινήματος και τις «προδοτικές» τους πράξεις και από την άλλη τον καλούσε να πάρει θέση για την επιστολή-άρθρο του Κεφαλονίτη ριζοσπάστη».
- Άμεση ήταν η απάντηση του Ρήγα,[51] ο οποίος, αφού με παρρησία και ευθυκρισία διευκρίνισε τις απόψεις και θέσεις του, δήλωσε ότι σταματά «του λοιπού πάσαν μετ’ αυτού [= του Κ. Λομβάρδου] συζήτησιν». Οι Ζακυνθινοί ριζοσπάστες Δ. Καλλίνικος και Γ. Βερύκιος εξήγησαν ότι δε μίλησαν για «προδότες» και «προδοτικές» ενέργειες, όπως ο Κ. Λομβάρδος θέλησε να γράψει. Η αγωνία τους ήταν να αναλύσουν και να αναδείξουν τις αρχές του Ριζοσπαστισμού, προκειμένου να διασώσουν τους αποπλανημένους. Και απόρησαν, όταν είδαν «τον συντάκτην ριζοσπαστικής κηρυσσομένης εφημερίδος» να διαμαρτύρεται για τη δημοσίευση κειμένων, που δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να υποστηρίζουν τις ριζοσπαστικές αρχές. Οι τελευταίες, ωστόσο, αναιρούνται, όταν ο ενωτικός αγώνας απογυμνώνεται από την κοινωνική του διάσταση: «Ο αποκρούων τας αρχάς της ελευθερίας δεν αποκρούει άρα γε και τα επιγεννήματα αυτής; Και τότε η ιδέα της ενώσεως, απροστάτευτος υπό των αρχών της ελευθερίας, τι απομένει; Τι γίνεται; Πού καταντά; Καταντά εις την αναίρεσιν της προσωπικότητος του λαού, όστις, […] γίνεται ομάς δούλων, οίτινες, απολέσαντες την ιδίαν αυτοπραγίαν, προσφεύγουσιν εις το της επαιτείας ζήτημα διά των παρακλήσεων, […]». Υπερασπιζόμενοι, τέλος, τις θέσεις, που διατύπωσε στην επιστολή-άρθρο του ο Κεφαλονίτης ριζοσπάστης, δήλωσαν ότι είναι τιμή τους να συμφωνούν με τους Κεφαλονίτες πρωτομάρτυρες, «οίτινες την πολιτικήν αρετήν ύψωσαν μέχρι του Ουρανού της αρχαϊκής αυταπαρνήσεως».
- Ανταπάντησε, βέβαια, ο Κ. Λομβάρδος στη Φωνή του Ιονίου,[52] αποφασισμένος τούτη τη φορά να μιλήσει για πρόσωπα και πράγματα, που ο ίδιος θεωρούσε σπουδαία, αλλά και να προσπεράσει τα σχετικά με το Ριζοσπαστισμό  σοβαρά ζητήματα,  που καταγράφηκαν στο μέχρι εκείνη τη στιγμή διάλογο. Παρουσίασε τους δύο ριζοσπάστες συμπατριώτες του να έχουν υπαναχωρήσει από αρχικές τους θέσεις αλλά και από συμφωνίες με τον ίδιο (κοινές εκτιμήσεις για τη σημασία της διακήρυξης της 20ής Ιουνίου 1857, συμφωνία για έκδοση κοινής εφημερίδας), ενώ τον εαυτό του να δείχνει σταθερότητα στις απόψεις του και ανεκτικότητα και υπομονή απέναντι τους αντιπάλους του, με αποτέλεσμα να επιδιώκουν οι τελευταίοι «να [τον] δολοφονήσωσιν ηθικώς». Δεν επιχειρηματολόγησε υπέρ των θέσεών του (αποκλειστικός σκοπός η Ένωση, ο Ριζοσπαστισμός χωρίς κοινωνική διάσταση, θεμιτές οι αιτήσεις και ικεσίες), αλλά τις αντιμετώπισε με ευφυολογήματα του τύπου: «Ως φαίνεται οι κ. κ. Καλλίνικος και Βερύκιος επείσθησαν νεωστί, ότι πρέπει πρώτον να συστήσωμεν δημοκρατίαν και έπειτα να ζητήσωμεν την ένωσιν, ή να λάβωμεν την ένωσιν διά να συστήσωμεν δημοκρατίαν· ήγουν σιμά εις τ’ άλλα μας καλά να κάμωμεν εχθρόν και τον θρόνον της Ελλάδος!!!». Εκτιμώντας ότι πίσω από τον  ανώνυμο Κεφαλονίτη ριζοσπάστη κρυβόταν ο Ι. Μομφερράτος, δήλωσε ότι με τον ανώνυμο επιστολογράφο βρίσκεται «εις φιλικωτάτην σχέσιν και αλληλογραφίαν», αν και γνωρίζουν βέβαια και οι δύο ότι διαφωνούν: «Τον εφανερώσαμεν καθαρά την διαφωνίαν μας επί των ιδεών του περί αμέσου υποστηρίξεως και εφαρμογής της δημοκρατίας, […] Επροσπάθησε να μας πείση εις την γνώμην του, επροσπαθήσαμεν να τον πείσωμεν εις την ιδικήν μας, διατηρήσαντες επί τέλους καθείς αμετατρέπτους τας δοξασίας του, […]». Εξέφρασε, τέλος, τη λύπη του για τη σύγκρουσή του με τους συμπατριώτες του Δ. Καλλίνικο και Γ. Βερύκιο, ελπίζοντας ότι γρήγορα θα σταματήσουν την «αδελφομαχία», γιατί διαφορετικά – κι εδώ διατύπωσε την απειλή του - αν συνεχίσουν το δρόμο που άρχισαν (δηλαδή να τον κατηγορούν και να υπερασπίζονται τους ριζοσπάστες της Κεφαλονιάς), «γρήγορα ή αργά ή θέλουν λυπηθεί ή θέλουν μετανοήσει».
- Στην αντιπαράθεση των δύο ζακυνθινών εφημερίδων παρέμβαση έκανε η Νέα Εποχή της Κέρκυρας. Με το δημοσίευμά της[53] ερχόταν να υπερασπιστεί τον Κ. Λομβάρδο και να υποστηρίξει ότι ο ριζοσπαστισμός αποβλέπει «εις την μόνην εθνικήν αποκατάστασιν», ενώ δεν παρέλειπε να κατηγορήσει τους Ζακυνθινούς ριζοσπάστες συντάκτες του Ρήγα Δ. Καλλίνικο και Γ. Βερύκιο, αλλά και να απαξιώσει  τους Κεφαλονίτες ομοϊδεάτες των τελευταίων, τον Ι. Μομφερράτο και τον Π. Πανά, οι οποίοι, κατά την άποψή της, καθοδηγούσαν την επίθεση του Ρήγα εναντίον του Κ. Λομβάρδου: «Λοιπόν, κ. κ. συντάκται του Ρήγα, δεν έχετε άλλα αντικείμενα να συζητήσητε, ή να ταπεινώσητε τον κ. Λομβάρδον, διότι δεν ασπάζεται τας δημοκρατικάς αρχάς του διδασκάλου σας [= του Ι. Μομφερράτου]; Λοιπόν, κ. Λομβάρδε, […] τι σε μέλει εάν δεν θεωρήσαι αληθής ριζοσπάστης, διότι δεν υποτάσσεσαι εις τας θελήσεις του Πάπα του ριζοσπαστισμού; [εννοεί τον Ι. Μομφερράτο]. […] Πάπας ούτος του ριζοσπαστισμού και ανδράριον τι [εννοεί τον Π. Πανά] υποτελές αυτώ, δεν εκήρυξαν και ημάς δολίους, προδότας και άλλα; Δεν εδιδάχθης, ότι προδότην θεωρούν […] τον μη είλωτα εις τας επιταγάς των;».
- Τελικά, με πρωτοβουλία του Κ. Λομβάρδου έκλεισε το όλο θέμα: σαν να μην είχε προηγηθεί όλη εκείνη η εντονότατη αρθρογραφία, ο συντάκτης της Φωνής του Ιονίου, ρίχνοντας προφανώς γέφυρα συμβιβασμού, δήλωνε σε σύντομο κείμενό του, καταχωρισμένο στην τέταρτη μόλις σελίδα της εφημερίδας του,[54] υποβαθμίζοντας έτσι την πράγματι σοβαρή αντιπαράθεση, ότι δε θα ασχοληθεί πλέον με τη «γελοία αδελφομαχία», αλλά αντίθετα θα αφοσιωθεί αποκλειστικά «εις την εκπλήρωσιν του πατρίου καθήκοντος».[55]


ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΑΣΗ

Με παρακλήσεις ή με απαιτήσεις θα επιτευχθεί η Ένωση;
---Στα τέλη Απριλίου 1858 η κερκυραϊκή εφημερίδα Νέα Εποχή,[56] με την ευκαιρία Διάσκεψης στο Παρίσι τον ερχόμενο Μάιο, όπου θα συζητιόταν και το Επτανησιακό στο πλαίσιο του Ανατολικού Ζητήματος, κάλεσε τις πολιτικές παρατάξεις σε «εθνική συνεννόηση», προτείνοντάς τους να παρακαλέσουν την Αγγλία να αποχωρήσει από  τα Επτάνησα. Κυρίως απευθυνόταν στους ριζοσπάστες: «[…] ιδού η στιγμή είναι κρίσιμος. Εάν αύτη παρέλθη είτε ένεκα δουλοφροσύνης, είτε ένεκα αυστηράς εφαρμογής αρχών, τας οποίας άλλωστε σεβόμεθα, και υπό την σκιάν αυτών εσμέν κατατεταγμένοι, είτε ένεκα απιστίας ή φόβου, εχάθημεν διά πάντοτε και συμπαρεσύραμεν και άπαν το έθνος εις τον τάφον μας. Επικατάρατος λοιπόν έστω ο άνθρωπος εκείνος όστις ένεκα παρελθουσών κατ’ αυτού παρεκτροπών δεν ενωθή μετά του δημίου του προς επίτευξιν των του έθνους προσπαθειών και αγώνων. […] Εθνοκατάρατος έστω εκείνος, όστις δεν καταθέση εις τους πόδας της Πατρίδος, και αρχάς και πολιτικάς δοξασίας, και ιδιαίτερον φρόνημα και κενοδοξίαν, και ιδιοτέλειαν υπέρ της ανεξαρτησίας αυτής. […] Ας συναισθανθώσιν ότι ημείς εσμέν μικροί και ασήμαντοι, πάσα δε προπέτεια, πάσα θρασύτης, πάσα μονομερής πορεία θέλει δώσει λαβήν εις τους εχθρούς μας, ίνα μας καταστρέψωσι, και θέλουν μας καταστρέψει. Επομένως ας διαδεχθή το θάρρος η σκέψις, τας απολύτους θεωρίας η πραγματική της Ευρώπης θέσις, ας γίνωμεν άπαντες ίσοι ως προς το αίσθημα και τας ενεργείας, οι πρώτοι δε ας γίνωσιν ύστεροι, και οι ύστεροι πρώτοι. Εννοούσιν εκείνοι προς ους αποτεινόμεθα και διά τούτο παύομεν, προσκαλούντες άπαντας εκ συμφώνου να παρακαλέσωμεν πρώτην απασών των άλλων Δυνάμεων την προστασίαν, ίνα εξετάση το αληθές συμφέρον αυτής και την δόξαν της, κηρύττουσα πρώτη αυτή ημάς ελευθέρους· […]».
---Το ριζοσπαστικό «Δημοτικόν Κατάστημα» Αργοστολιού απάντησε στις 5 Μαΐου 1858 με την προκήρυξη «Προς τον λαόν της Επτανήσου», την οποία συνέταξε ο Π. Πανάς και εγκρίθηκε από τα μέλη του «Δημοτικού Καταστήματος». Με αυτήν  κατάγγελνε την τακτική των παρακλήσεων και της «επαιτείας» και ταυτόχρονα  απαιτούσε την παύση «της παράνομης Προστασίας» και την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα:[57] «[…] Οι κακούργοι τύραννοί σας, […] περιεβλήθησαν την προσποίησιν, και θέσαντες επί του προσώπου των χαμερπών οργάνων των το προσωπείον του εθνισμού και της φιλοπατρίας, προσπαθούσι να σας δελεάσωσι, να σας απατήσωσι και να σας αποτρέψωσι της ευθείας οδού της γενικής σωτηρίας.  […] Η σημερινή πάλη δεν είναι μόνον η του αδυνάτου κατά του ισχυρού, […], αλλ’ είναι και η πάλη της ειλικρινείας κατά της αγυρτείας και δολιότητος, […] Η πάλη αύτη είναι σπουδαιοτέρα, καθότι ο εχθρός είναι μετημφιεσμένος. […] σήμερον απαίσιά τινα όντα, των σπουδαστηρίων του αρμοστείου εξερχόμενα, τους μεν άνδρας εκείνους [= τους συνεπείς ριζοσπάστες] τολμώσι να δυσφημώσιν, ως κωλύοντας δήθεν, ένεκα του ακάμπτου των αρχών και του χαρακτήρός των, την εθνικήν σας αποκατάστασιν, υμάς δε ζητούσι να εξευτελίσωσι, και υποδουλώσωσι, παρακελεύοντες να αναγνωρίσητε την κυριαρχίαν της Προστασίας, διά της γονυκλισίας και της επαιτήσεως της ανεξαρτησίας σας. […]».[58]
---Ανταπάντησε η Νέα Εποχή,[59] εντοπίζοντας τη διαφωνία της με τους ριζοσπάστες σε ζητήματα τακτικής, η οποία (τακτική) ασφαλώς είναι συνάρτηση της πολιτικής θέσης της καθεμιάς από τις δύο πλευρές· γι’ αυτό άλλωστε οι εμμονές σε «δημοκρατικά κηρύγματα» πρέπει να παραμεριστούν και να αντικατασταθούν, αν χρειαστεί, ακόμη και με τις παρακλήσεις: «[…] Ο Κύριος Πανάς είναι μέγας και αποκλειστικός υπέρμαχος του ψηφίσματος της 26 Νοεμβρίου 1850[60]· την δε 20 Ιουνίου [1857][61] ούτε καν καταδέχεται να μνημονεύση, διότι […] την θεωρεί ως ασήμαντον, ενώ ημείς και το ψήφισμα προτάττομεν απέναντι της Προστασίας, και την ομόφωνον απόφανσιν της ΙΑ΄ Βουλής. Ιδού η διαφωνία μας. Ο Κ. Πανάς λέγει ότι το ψήφισμα εκείνο, καθό συντεταγμένον επί των καθολικών του δικαίου αρχών αρκεί προς διεκδίκησιν των δικαιωμάτων και απαιτήσεών μας· ενώ ημείς λέγομεν, ότι η απόρροια τούτου, η 20 Ιουνίου, και το ψήφισμα επισημοποιεί, και την απαίτησιν επισφραγίζει. […] Σκεφθέντες [ημείς] αφ’ ετέρου ότι είμεθα μικροί και ασήμαντοι, εκρίναμεν ημέτερον καθήκον να υψώσωμεν κατά τας κρισίμους ταύτας περιστάσεις αξιοπρεπή και έντονον φωνήν κατά της Προστασίας, και να απαιτήσωμεν την ανεξαρτησίαν μας, και την ένωσίν μας μετά του λοιπού έθνους, ουχί διά ύβρεων κατά των Βασιλέων, ουχί διά δημοκρατικών κηρυγμάτων, αλλά διά της δυνάμεως εκείνης, ην έχομεν οι ασθενείς, του δικαίου μας, και εάν η περίστασις το καλέση και διά της παρακλήσεως».


ΤΡΙΤΗ ΦΑΣΗ

● Δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ Ι. Μομφερράτου και Κ. Λομβάρδου
---Μόλις στη Ζάκυνθο το Μάιο του 1858 κυκλοφόρησαν τα πρώτα φύλλα της εφημερίδας του Κ. Λομβάρδου Η Φωνή του Ιονίου  και επανεκδόθηκε Ο Ρήγας των Δ. Καλλίνικου και Γ. Βερύκιου, ο πρώτος ζήτησε τη γνώμη του Ι. Μομφερράτου γι’ αυτά τα έντυπα. Και ο τελευταίος με επιστολή του στις 28  Ιουνίου 1858 έ.π.[62] του γνωστοποίησε με ειλικρίνεια τις απόψεις του: συμφωνεί με το Ρήγα διαφωνεί με τη Φωνή του Ιονίου, επειδή η τελευταία ακολουθεί «αλλόκοτόν τινα […] συνδιαλλακτικήν και συμβιβαστικήν κλίσιν» απέναντι στην Προστασία, εξυμνεί την ΙΑ΄ Ιόνια Βουλή, η οποία «φέρει το ανεξάλειπτον στίγμα του παρανόμου σχηματισμού και του διά της ξενικής επεμβάσεως καταρτισμού της» και μισθοδοτεί τα μέλη της, αν και βρίσκονται σε αργία, και παραμορφώνει και αμφισβητεί «τον κυριαρχικόν χαρακτήρα και το καθαρώτατον ανεξάρτητον πνεύμα» του ενωτικού ψηφίσματος της Θ΄ Ιόνιας Βουλής. Γι’ αυτό, γράφει στον Κ. Λομβάρδο, επειδή η πορεία της Φωνής του Ιονίου είναι αντίθετη προς «τον καθαρόν και ακραιφνή ριζοσπαστισμόν […] δεν δύναται ειμή μέγιστον χάσμα εξ ανάγκης μεταξύ ημών να υπάρχη, του οποίου το μέγεθος δεν δύναται να ελαττόνη η τυχαία κατά τινα άλλα ομοφωνία [εννοεί στο θέμα της Ένωσης]», με αποτέλεσμα να μην έχει νόημα η συνέχιση της αλληλογραφίας  τους παρά μόνο δημόσια μέσω του τύπου.
---Ο Κ. Λομβάρδος απάντησε στον Ι. Μομφερράτο με επιστολή του στις 1/13 Ιουλίου 1858, η οποία όμως λανθάνει, και ο δεύτερος, με νεότερη επιστολή του στις 8/20  Ιουλίου 1858,[63] του διευκρίνιζε ότι «μ’ όλον το μεταξύ ημών, ένεκα διαφοράς αρχών και πορείας, υφιστάμενον πολιτικόν χάσμα» και παρ’ όλο που θα επιζητούσε οι μεταξύ τους για το Ριζοσπαστισμό συζητήσεις να μεταφερθούν στον τύπο, δεν επιθυμούσε τη διακοπή των φιλικών τους σχέσεων, όπως λαθεμένα εκείνος (ο Κ. Λομβάρδος)  αντιλήφθηκε.
---Στο μεταξύ, καθώς συνεχιζόταν η αντιπαράθεση Ρήγα και Φωνής του Ιονίου και η τελευταία στο φ. 10, 19-7-1858, άφηνε υπαινιγμούς για τον  Ι. Μομφερράτο, τον οποίο θεωρούσε συντάκτη της επιστολής-άρθρου, που με την υπογραφή «Εις Ριζοσπάστης» δημοσίευσε Ο Ρήγας στο φ. 18, 9-7-1858, (αναφερθήκαμε παραπάνω γι’ αυτά τα ζητήματα), ο Κεφαλονίτης ριζοσπάστης ένιωσε την ανάγκη με επιστολή  του στον Κ. Λομβάρδο, με ημερομηνία 24 Ιουλίου 1858 έ.π.,[64] από τη μια να του διευκρινίσει ότι ο ίδιος δεν ήταν ο συντάκτης του επίμαχου κειμένου, με το περιεχόμενο όμως του οποίου συμφωνούσε απόλυτα: («[…] τα εις το μνησθέν εκ Κεφαλληνίας άρθρον διαλαμβανόμενα, συμμερίζομαι και εγώ πληρέστατα και εγκολπούμαι, ως συμμερίζεται και εγκολπούται αυτά πας υγιώς φρονών και αληθής ριζοσπάστης […]»), και από την άλλη να τον καλέσει να δημοσιεύσει στη Φωνή του Ιονίου την πρώτη επιστολή του (με ημερομηνία 28 Ιουνίου 1858), για να γίνουν γνωστά στους αναγνώστες της τα σημεία της «μεγίστης, και μέγιστον χάσμα αποτελούσης, διαφωνίας» τους.
---Ο Κ. Λομβάρδος δε δημοσίευσε τίποτε, αλλά του απάντησε με την επιστολή του της 28ης Ιουλίου 1858 έ.ελ.[65] ότι παραδέχεται ότι έσφαλε θεωρώντας τον Ι. Μομφερράτο συντάκτη της επίμαχης επιστολής-άρθρου, που δημοσιεύτηκε στο φ. 18 της εφ. Ρήγας,  αλλά δε σκόπευε να προβεί σε δημοσίευση των επιστολών, γιατί κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με «petegolezzo [=κουτσομπολιό]» και θα έδινε την εντύπωση προσωπικής επίθεσής του κατά του Ι. Μομφερράτου, την οποία δεν επιθυμούσε, καθώς εξάλλου «οι μεταξύ μας διαπληκτισμοί χαροποιούν τον ξένον, αλλά λυπούν βαθέως την κοινωνίαν μας και τους ομοεθνείς μας, […]». Αλλά η συνέχεια αυτής της επιστολής έχει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς ο Ζακυνθινός ενωτιστής αποκάλυπτε μέσα από τις γραμμές της την ιδεολογικοπολιτική του διαφωνία με τον Ι. Μομφερράτο και γενικότερα με τη δημοκρατικοκοινωνική τάση του Ριζοσπαστισμού. Το εθνικό ζήτημα των Επτανήσων ποτέ δεν ταυτίστηκε με τον κοινωνισμό ή τον κομμουνισμό: «Πότε, φίλτατε Ιωσήφ, ο λαός της Επτανήσου συνεταύτισε το ζήτημα της εθνικής αποκαταστάσεως μετά του ζητήματος της εφαρμογής της Δημοκρατίας εις το πολίτευμα, και του κοινωνισμού ή κομμουνισμού εις την πολιτείαν;». Μια τέτοια ταύτιση, η οποία στην πράξη διαιρεί τις εθνικές δυνάμεις, συνιστά αντιπατριωτική, «ανθελληνική πολιτική». Καμιά σχέση δεν έχει ο Ριζοσπαστισμός με τα ευρωπαϊκά κινήματα του 1848. Μόνο ο Ι. Μομφερράτος και δυο-τρεις άλλοι στην Κεφαλονιά ταυτίζουν το Ριζοσπαστισμό με τη δημοκρατία και την κοινωνική ανάπλαση: «Γνωρίζω ότι Συ και δύο ή τρεις άλλοι εν Επτανήσω, ή διά να είπω κυριολεκτικώς εν Κεφαλληνία, εν καλή τη πίστει θεωρείτε τον ριζοσπαστισμόν ως πολιτικήν ιδέαν […] εργαζομένην προς πραγματοποίησιν “εθνικής ενταυτώ και δημοκρατικής αποκαταστάσεως, πολιτικής συνάμα και κοινωνικής αναπλάσεως”, κοινωνική ανάπλασις χαρακτηρισθείσα διά του ορισμού, “εξίσωσις της ανίσου διανομής των κοινωνικών απολαύσεων”, […] αλλά αυτά και παραπλήσια είναι ιδέαι και αρχαί του φιλτάτου Ιωσήφ και ουχί του ριζοσπαστισμού […]». Αυτή, ακριβώς, η ταύτιση, που επικρατεί στην Κεφαλονιά, οδήγησε τα πράγματα στο νησί σε κάμψη. Εξάλλου, και ο Η. Ζερβός Ιακωβάτος δε συμφώνησε ποτέ με τις κοινωνικές ιδέες του συμπατριώτη του Ι. Μομφερράτου. Και συνέχιζε ο Κ. Λομβάρδος: αυτό που κάμφθηκε στην Κεφαλονιά δεν είναι ο Ριζοσπαστισμός αλλά ο «δημοκρατικοκοινωνισμός, όστις […] ουδέποτε παρά του νουνεχούς λαού της Κεφαλληνίας υπεστηρίχθη». Αντίθετα, στη Ζάκυνθο το ριζοσπαστικό κίνημα ολοένα και προοδεύει, επειδή «η εθνική ιδέα εν Ζακύνθω εμμένει καθαρά και αμιγής και ουδείς ουδέποτε εφαντάσθη να συνταυτίση την υποστήριξιν του εθνικού φρονήματος με πολιτευματικά και κοινωνικά ζητήματα». Πάντως, αντιλήψεις, σαν αυτές του Ι. Μομφερράτου, είναι σε αυτήν τη χρονική συγκυρία «λίαν επιζήμιαι εις τα εθνικά συμφέροντα». Ευτυχώς, όμως, που δεν έχουν μεγάλη απήχηση: «Το όνομά Σου, φίλτατε Ιωσήφ, εμπορεί να επηρεάση ολίγους αγαθούς πολίτας, αλλά αδυνάτους πολιτικούς, οίτινες δεν έχουν την τόλμην ν’ αντιτάξωσι τας ιδίας πεποιθήσεις εις την ελαφιασμένην φωνήν του εξορίστου της Ερικούσης και των Οθωνών· αλλ’ οι τοιούτοι, μην αμφιβάλλεις, θέλουσι μείνει περιωρισμένοι μέχρι των δύο ή τριών και πλέον ου».
---Ωστόσο, ο Ι. Μομφερράτος, επειδή εκείνη την περίοδο δεν κυκλοφορούσε καμιά ριζοσπαστική εφημερίδα στην Κεφαλονιά, τύπωσε τις δυο επιστολές του, που είχε στείλει στον Κ. Λομβάρδο (με ημερομηνία η μια 28 Ιουνίου 1858 έ.π. και η άλλη 24 Ιουλίου 1858 έ.π.), σε ειδικό τετρασέλιδο φυλλάδιο με ημερομηνία 3/15-8-1858 και τίτλο «Δύο επιστολαί προς τον κ. Κωνσταντίνον Λομβάρδον, συντάκτην της Φωνής του Ιονίου»[66] και το διακίνησε, προκειμένου να διαφωτιστεί η κοινή γνώμη.[67] Το έστειλε και στον Κ. Λομβάρδο, ο οποίος στο μεταξύ είχε λάβει άλλη μια επιστολή από τον Ι. Μομφερράτο με ημερομηνία 4/16 Αυγούστου 1858, η οποία λανθάνει.[68]
---Ο Ζακυνθινός ενωτιστής απάντησε στον Κεφαλονίτη ριζοσπάστη με την επιστολή του της 12ης/24ης Αυγούστου 1858,[69] η οποία φανέρωνε κάποια αμηχανία του συντάκτη της. Ο Κ. Λομβάρδος, άλλοτε με ειρωνικό ύφος και άλλοτε με περίεργα   επιχειρήματα, προσπαθούσε να υποβαθμίσει την αντιπαράθεση: «[…] είς εξ άπαντος εκ των δύο μας είναι διά κλάψας· αλλά τις εκ των δύο; Ίσως αμφότεροι. […] ηρνήθην να καταχωρήσω τας περί ων ο λόγος επιστολάς Σου, ίνα μη φανή ότι επιζητώ αιτίαν αδελφομαχίας»· υπόσχεται να δημοσιεύσει τις δυο επιστολές του (τη με ημερομηνία 28 Ιουλίου 1858 έ. ελ. και αυτήν εδώ την τελευταία) σε ξεχωριστό φυλλάδιο[70] και όχι στην εφημερίδα του, επειδή δεν επιθυμεί «οι την Φωνήν αναγινώσκοντες ξένοι [= Άγγλοι], να γελάσωσι με Σε και μ’ εμέ», ενώ  πιστεύει ότι  «οι συμπολίται μας ίσως θέλουν μας συμπονέσει»· πάντως με το φυλλάδιό του ο Ι. Μομφερράτος υποκινεί «νέας συμπλοκάς», τη στιγμή που ο λαός «απαιτεί πρακτικήν υπέρ της εθνικής του ιδέας ενέργειαν» και αδιαφορεί τελείως για τις δημοκρατικές αντιλήψεις του συνομιλητή του.
---Ο Ι. Μομφερράτος  έστειλε την τελευταία του απάντηση. Με ημίφυλλο με τον τίτλο «Τελευταία επιστολή προς Κ. Λ.»[71] έγραφε στο Ζακυνθινό ενωτιστή: «[…] επαναλαμβάνεις τα κατά του εγνωσμένου και πασιφανούς Ριζοσπαστισμού επιχειρήματά σου. Επιχειρήματα παντάπασιν αβάσιστα και αλλόκοτα, έτι δε και εις την ενέργειαν πολυετούς και αδιακόπου σειράς γεγονότων εκ διαμέτρου αντικείμενα».[72]

ΤΕΤΑΡΤΗ ΦΑΣΗ

● Ενωτική διακήρυξη της ΙΑ΄ Ιόνιας Βουλής – Διαμαρτυρία του «Δημοτικού Καταστήματος»
---Τον Ιανουάριο του 1859 η ΙΑ΄ Ιόνια Βουλή ασχολήθηκε με το θέμα της Ένωσης μετά από σχετική πρόταση[73] και στις 15/27 Ιανουαρίου 1859 μαζί με ομόφωνη  διακήρυξη υπέρ της Ένωσης αποφάσισε και υπέβαλε στην Αγγλίδα βασίλισσα, σύμφωνα με τις υποδείξεις του (πρώην έκτακτου απεσταλμένου της βρετανικής κυβέρνησης και τώρα) αρμοστή W. E. Glad­stone «ικετήριον αναφοράν»: ικέτευε την Αγγλίδα βασίλισσα, «όπως ευδοκίση» να ενημερώσει τις άλλες Μ. Δυνάμεις για την ενωτική διακήρυξη της Ιόνιας Βουλής και να συνεργαστεί μαζί τους «προς πραγματοποίησιν του ιερού και δικαίου πόθου των Ιονίων», της Ένωσης.[74] Ουσιαστικός, βέβαια, υπήρξε ο ρόλος του Κ. Λομβάρδου και των ενωτιστών γενικά σε αυτήν την κατάληξη.
---Άμεση ήταν η αντίδραση των ριζοσπαστών της Κεφαλονιάς. Η «Δημοτική Επιτροπή» του παράνομου ριζοσπαστικού «Δημοτικού Καταστήματος» με ανακοίνωσή της στις 22-1-1859,[75] «συμφώνως με τας αρχάς και τα προηγούμενα του ριζοσπαστισμού, και ιδίως με το ψήφισμα της Θ΄ Βουλής, […] εν ονόματι του λαού και του δικαίου, διαμαρτύρεται κατά της πορείας την οποίαν η ενεστώσα Βουλή εις την διεξαγωγήν του εθνικού ζητήματος ηκολούθησε»: η εθνική ενοποίηση, η συγκρότηση ενιαίου εθνικού κράτους είναι δικαίωμα των λαών και δεν επιτρέπονται παρακλήσεις και ικεσίες· η ένωση του επτανησιακού λαού με ελληνικό κράτος είναι απαίτηση και δεν επαφίεται στην καλή θέληση οποιασδήποτε βασίλισσας. Εξάλλου, στην εκδήλωση ικεσίας «ενυπάρχει πλαγία τις αναγνώρισις της αθλίας εκείνης συνθήκης [του Παρισιού του 1815]», ενώ από την άλλη η ικετευτική τακτική «όχι μόνον αντιβαίνει εις την προσήκουσαν αξιοπρέπειαν λαού αγωνιζομένου υπέρ της ανακτήσεως των καταπατουμένων δικαιωμάτων του, αλλά και επιβλαβής εις τα μεγάλα της πατρίδος συμφέροντα καθίσταται [...]».[76]  

 ΠΕΜΠΤΗ ΦΑΣΗ

Η Αναγέννησις (του Ι. Mομφερράτου) και Η Φωνή του Ιονίου (του Κ. Λομβάρδου) σε αντιπαράθεση με αφορμή το βιβλίο του Fr. Lenormant (1859)[77]
--- Επειδή στο κατά τα άλλα χρήσιμο για τον επτανησιακό αγώνα βιβλίο του ο Fr. Lenormant υποστήριζε ότι η λύση του Επτανησιακού Ζητήματος δεν μπορούσε να βασιστεί τις πολιτικές θεωρίες του Mazzini, καθώς διέφερε από τα εθνικά ζητήματα άλλων ευρωπαϊκών λαών, όπως εξάλλου ισχυριζόταν η πλευρά του Κ. Λομβάρδου, η  Αναγέννησις του Ι. Μομφερράτου, για να διορθώσει την παραπάνω ανακρίβεια, έγραφε, ανάμεσα σε άλλα:[78] «Καθότι οι Επτανήσιοι εν γένει, και ιδίως, δεν λέγομεν οι απλοί ενωτισταί, αλλ’ οι καθαροί ριζοσπάσται, το περί εθνικής αποκαταστάσεως ζήτημα στηρίζοντες επί της αιωνίου και καθολικής αρχής του δικαίου, ουδέποτε διέστειλαν αυτό εν αρχή και εν ουσία από το γενικόν ζήτημα των εθνικοτήτων, ουδέ τας υπό του Ματσίνη κηρυττομένας ιδέας – εις τας οποίας οι λαοί όλοι, φυσικώ τω λόγω, συναδελφούνται – ενόμισαν ποτέ διαφόρους των ιδικών των· […]».
---Η Φωνή του Ιονίου του Κ. Λομβάρδου απάντησε[79] ότι οι αντιλήψεις της κεφαλονίτικης εφημερίδας δεν εκφράζουν το σύνολο των ριζοσπαστών αλλά μόνο το συντάκτη της, του οποίου η απόπειρα επανόρθωσης κάποιας ανακρίβειας μπορεί να μετατραπεί στην πραγματικότητα «ως παραμόρφωσις αληθείας»· ταυτόχρονα επέμεινε ότι από τη μια είναι ανάγκη σε αυτήν τη φάση του αγώνα να υπάρξει ομοφωνία και να μην επιτραπεί στην Προστασία «ν’ αντιτάξη κατά του ριζοσπαστισμού αυτόν τον ριζοσπαστισμόν», και από την άλλη, για να κερδηθεί η αρωγή των Ευρωπαίων φίλων, πρέπει να  πειστούν ότι ο επτανησιακός αγώνας είναι «ως πραγματικώς είναι, ομόθυμος πολιτική ιδέα ολοκλήρου κοινωνίας, και ουχί ιδέα κόμματος και δη κόμματος Ματσινιανού, το οποίον μένει καθείς ελεύθερος να το ζητή εις την φαντασίαν του, ουχί όμως και να πειράται να το δείξη ως δήθεν υπάρχον ή δυνάμενον να υπάρξη εις Επτάνησον, […]».
---Με άμεση και αυστηρή ανταπάντηση επανήλθε η Αναγέννησις,[80] διατυπώνοντας αρχικά το περιεχόμενο του Ριζοσπαστισμού, το οποίο κάποιοι «άλλοι» έχουν βαλθεί να παραμορφώσουν μετά τους σκληρούς διωγμούς της Προστασίας, ως εξής: «Εθνική αποκατάστασις επί τη μόνη βάσει του φυσικού και απολύτου δικαίου, κυριαρχία του λαού αληθώς και καθ’ ολοκληρίαν εφηρμοσμένη, ιδού η περιληπτική και θεμελιώδης αρχή, […] κατά την οποίαν [ο Ριζοσπαστισμός] ερρύθμισε πάντοτε την πορείαν του, και εις τον τύπον και εις την Βουλήν, και εις τας πολιτικάς ομηγύρεις, και εις τας δημοτικάς εκδηλώσεις, και εις παν ό,τι άλλο, εωσού τα βίαια και καταστρεπτικά μέτρα του αυθαιρέτου επέβαλαν φραγμόν εις πάσαν ενέργειάν του, και αφήκαν ανοικτόν εις άλλους [εννοεί τον Κ. Λομβάρδο] το στάδιον προς παραμόρφωσιν ή διαστροφήν του». Και συνέχισε: ο Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός δεν μπορεί παρά να συνοδοιπορεί  με τον Ευρωπαϊκό Ριζοσπαστισμό, «τον αποβλέποντα εις την εκρίζωσιν πάσης τυραννίας, και εις την πολιτικήν και κοινωνικήν ανάπλασιν των λαών»· κι αν ακόμη «ο καθαρός και ακραιφνής, ή, με άλλας λέξεις ο δημοκρατικός ριζοσπαστισμός» εκφράζεται από μειοψηφική ομάδα, η ιστορία διδάσκει ότι «αι κοινωφελέστεραι ιδέαι, αι μεγαλήτεραι και σωτηριωδέστεραι αλήθειαι» από μειοψηφίες προήλθαν· εξάλλου σπουδαιότερο από την αριθμητική υπεροχή είναι η σταθερή τήρηση των αρχών· επομένως εκείνοι, που περιόρισαν την ιδεολογία τους μόνο στην Ένωση, έχουν επιχειρήσει «την στρέβλωσιν», αποτελώντας «ιδίαν αίρεσιν» και καθιστάμενοι «οι μόνοι ένοχοι πάσης διαιρέσεως και παντός σκανδαλοποιού σχίσματος».
---Η απάντηση της Φωνής του Ιονίου υπήρξε αρκετά σύντομη και προσωρινή,[81] καθώς δηλωνόταν ότι η κανονική απάντηση αναβαλόταν για το επόμενο διάστημα.[82] Επέμεινε η ζακυνθινή εφημερίδα στη γνωστή θέση του Κ. Λομβάρδου, ότι δηλαδή ο Ριζοσπαστισμός ποτέ δεν είχε δημοκρατικό χαρακτήρα, όπως ισχυριζόταν ο Μομφερράτος και δυο-τρεις άλλοι: «[…] παρουσιάζεται και πάλιν η Αναγέννησις κηρύττουσα άνευ δισταγμού ενώπιον της Επτανήσου και του έθνους, ότι ο ριζοσπαστισμός είναι ταυτόσημον με το δημοκρατικομουνισμός. […] Αν τινές […] δύο ή τρεις εν Κεφαλληνία σοσιαλισταί ή κομουνισταί αποκαλούνται ριζοσπάσται, δεν έπεται εκ τούτου ότι όσοι αποκαλούνται ριζοσπάσται είναι διά τούτο σοσιαλισταί ή κομουνισταί. […]».

ΕΚΤΗ ΦΑΣΗ

● Διαφωνίες και εντάσεις από Κεφαλονίτες και Ζακυνθινούς ριζοσπάστες λόγω της ίδρυσης κομιτάτων από τον Κ. Λομβάρδο
---Επηρεασμένος ο Λομβάρδος από το ενωτικό κίνημα της Ιταλίας (Risorgimento) και την κίνηση των απελευθερωτικών «κομιτάτων της δράσης» και θέλοντας να συνδέσει με αυτά τον επτανησιακό ενωτικό αγώνα και γενικότερα την πολιτική του για τη Μεγάλη Ιδέα,[83] άρχισε να κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση από το καλοκαίρι του 1859. Όταν, όμως,  ζήτησε τον Ιούνιο του 1859 τη συγκατάθεση των ριζοσπαστών της Κεφαλονιάς γι’ αυτές τις κινήσεις του, προκειμένου να «αρυσθή κύρος […] και, ως εκείνος ηννόει, να διευθετήση το εθνικόν ζήτημα»,  πήρε αρνητική απάντηση από το παράνομο «Δημοτικόν Κατάστημα» του Αργοστολιού, καθώς τα μέλη του «απεδοκίμασαν το νέον σχέδιον ενεργείας επί του εθνικού ζητήματος του Κ. Λομβάρδου διαμαρτυρηθέντες κατ’ αυτού εγγράφως, […]».[84]
--- Επειδή ο Κ. Λομβάρδος ήταν ήδη αποφασισμένος, προχώρησε μόνος του στις επαφές του με το ιταλικό Κεντρικό Κομιτάτο της Γένοβας και ίδρυσε κομιτάτο στη Ζάκυνθο (Μάιος του 1860) και στη συνέχεια με πρωτοβουλία του ιδρύθηκε στην Αθήνα άλλο ως παράρτημα του Κομιτάτου Ζακύνθου, ενώ παρόμοια κομιτάτα ιδρύθηκαν στη Λευκάδα και την Κέρκυρα.[85] Στη Ζάκυνθο, όμως, ήρθε σε έντονη αντιπαράθεση με τον Φραγκίσκο Δομενεγίνη,[86] επειδή ο τελευταίος (μαζί με τους Δημ. Καλλίνικο, Δημ. Μπαχώμη κ.ά.) ζητούσε να προετοιμάζεται, παράλληλα με την επανάσταση εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και επανάσταση για την ανατροπή του Όθωνα. Έτσι, ο Φρ. Δομενεγίνης προχώρησε στην ίδρυση άλλου κομιτάτου στη Ζάκυνθο, το οποίο σύντομα δημιούργησε ένα σοβαρό δίκτυο  (Πάτρα, Ακαρνανία, Ήπειρο κ.λπ.), ανταγωνιστικό προς εκείνο του Κ. Λομβάρδου, ενώ αποκατάστησε και επικοινωνία με τα ιταλικά κομιτάτα.[87] Πάντως, η μεταξύ τους σύγκρουση πήρε απρόβλεπτες διαστάσεις, καθώς μέσα από επιστολές τους προς τους ηγέτες των ιταλικών κομιτάτων, έφτασαν στην αλληλοσυκοφάντηση: «Ο Λομβάρδος κατηγόρησε το Δομενεγίνη ως πράκτορα των Ρώσων κι αυτός τον κατάγγειλε για συνεργασία με τον υποστηρικτή του Βατικανού και της “αυστροπαπικής κυβέρνησης” της Aθήνας, αρχαιολόγο François Lenormant».[88]
---Όταν και στην Κεφαλονιά (μάλλον το χειμώνα του 1861) ιδρύθηκε κομιτάτο (με πρωτοβουλία των Κεφαλονιτών ενωτιστών, του Θεόδωρου Κλαδά και του Θεόδωρου Καρούσου, και τη συμμετοχή των Γεράσιμου Λιβαδά και Αντώνιου Μηλιαρέση) και ζητήθηκε από τον Η. Ζερβό Ιακωβάτο να αναλάβει την αντιπροεδρία του Κομιτάτου Κεφαλονιάς, ο τελευταίος αρνήθηκε κάθε συνεργασία μαζί τους με το επιχείρημα: «[…] τον εκτιμώ πολύ [τον Γαριβάλδη] ως στρατιωτικόν γενναίον και πατριώτην γνήσιον, αλλ’ ουχί και ως πολιτικόν άνδρα· […]»,[89] εννοώντας προφανώς ότι στρατιωτικές κινήσεις του Γαριβάλδη σε υπόδουλες ελληνικές περιοχές[90] θα προκαλούσαν αναστάτωση στο ελληνικό κράτος και ειδικότερα ανατροπή του βασιλιά Όθωνα, τον οποίο ο Κεφαλονίτης ριζοσπάστης θεωρούσε σταθερό υπερασπιστή των εθνικών διεκδικήσεων.[91]

ΕΒΔΟΜΗ ΦΑΣΗ

● Ανταλλαγή ανοικτών επιστολών μεταξύ Γ. Λιβαδά και Ι. Μομφερράτου
--- Ο παλαίμαχος αγωνιστής του ενωτικού αγώνα Γεράσιμος Λιβαδάς, που είχε μεταπηδήσει από την πτέρυγα των ριζοσπαστών σε εκείνη των ενωτιστών, με ανοικτή επιστολή του προς τους δύο παλαιούς του συναγωνιστές Η. Ζερβό Ιακωβάτο και Ι. Μομφερράτο, που δημοσίευσε στη  Νέα Εποχή της Κέρκυρας,[92] διατύπωνε τους λόγους της διαφωνίας του μαζί τους και της συμφωνίας του με τον Κ. Λομβάρδο.
---Απάντησε μόνο ο Ι. Μομφερράτος με διακήρυξή του με τον τίτλο «Προς το Κοινόν», που δημοσιεύτηκε στην Αλήθεια.[93] Ο συνεπής ριζοσπάστης, θέλοντας να αξιολογήσει τη συνολική έως τότε προσφορά του Γ. Λιβαδά στον ενωτικό ριζοσπαστικό αγώνα, αρχικά ανέφερε «άνευ μομφής ή πικρίας» ότι σε κρίσιμες για το κίνημα περιόδους (1849, 1851, 1853) ο Γ. Λιβαδάς απουσίαζε «από την σκηνήν του κινδύνου», όταν άλλοι αγωνιστές φυλακίζονταν και εξορίζονταν: «[…] την απουσίαν ταύτην μαρτυρεί η εκ του τότε [1849] καταδιωγμού και των παθημάτων απαλλαγή του. Το αυτό […] και περί της εποχής του 1851, […], ότε χώραν έλαβον αι επί πολυετίαν διαρκέσασαι εξορίαι εις τους ξηροσκοπέλους, εν πλήρει αυτού απαλλαγή και ανενοχλήσει. Παραπλήσιόν τι δύναμαι να ειπώ και περί της εποχής του 1853, ότε ο κ. Λιβαδάς, υποχωρών εις απειλάς της αστυνομίας, και κατόπιν εγγυοδοσίας, απήλθεν εκτός της Επτανήσου […]». Στη συνέχεια, τον κατηγορούσε ότι, παρ’ όλο που ξέφυγε τις διώξεις και την εξορία και έμεινε μετά το 1853 στο νησί, αντί να βοηθήσει, «ως ώφειλεν, εις παγίωσιν του ριζοσπαστισμού» και «εις ενθάρρυνσιν και ενίσχυσιν της ριζοσπαστικής ενεργείας, […] το εναντίον μάλιστα ηκολούθησεν».
---Στην ανταπάντηση του Γ. Λιβαδά μέσω της Νέας Εποχής (φ. 192, 18-11-1861) η Αλήθεια (φ. 11, 25-11/7-12-1861) συνέστησε στον Μομφερράτο να μη συνεχίσει το διάλογο, γιατί δεν είχε νόημα.
---Ο Ι. Μομφερράτος δεν επανήλθε, ακολουθώντας την προτροπή της Αλήθειας, σύμφωνα με την οποία δεν είχε νόημα ο διάλογος με τους  ενωτιστές, καθώς αυτοί «ενόμισαν ότι, τον Κ. Λομβάρδον παρασύροντες, ηδύναντο και τον ριζοσπαστισμόν να διασύρωσι και εξευτελίσωσι».[94]  .


ΟΓΔΟΗ ΦΑΣΗ

● Οι ριζοσπάστες υπέρ της αναστολής της Ένωσης και της εφαρμογής βελτιώσεων  - Οι ενωτιστές ζητούν «εδώ και τώρα» Ένωση
---Ήδη η λύση του Επτανησιακού Ζητήματος έχει συνδυαστεί από την αγγλική διπλωματία με την έξωση του Όθωνα και την επιλογή νέου ηγεμόνα της Ελλάδας αρεστού στη Μ. Βρετανία. Ο Η. Ζερβός Ιακωβάτος, επειδή δεν επιθυμούσε η πολυπόθητη, κατά τα άλλα, Ένωση να εξυπηρετήσει τα αγγλικά σχέδια σε βάρος των Επτανήσων και της Ελλάδας,[95] είχε προσανατολιστεί στην υποβολή πρότασης για την  προσωρινή αναστολή του εθνικού ζητήματος και την ταυτόχρονη εφαρμογή βελτιώσεων στους τομείς της γεωργίας, της φορολογίας, της εκπαίδευσης κ.λπ., τέτοιων που θα ανακούφιζαν τον επτανησιακό λαό.[96]  Και διατύπωσε την πρόταση αυτήν ως πρόεδρος της ΙΒ΄ Βουλής  από το βήμα του Σώματος στις 12/24 Μαρτίου 1862,[97] έχοντας σταθερό υποστηρικτή του τον αντιπρόεδρο της Βουλής Ι. Μομφερράτο.  «[…] Εθνικόν ζήτημα, […] εις αυτό τα πάντα ανακεφαλαιούνται, τα πάντα συμπεριλαμβάνονται, τα πάντα εγκυμονούνται. Αλλά προσέξατε, έντιμοι βουλευταί, διότι εξ αυτού και τα πάντα δύνανται να διακινδυνεύσωσι και να απολεσθώσιν. […] διότι προς τοις άλλοις έχω δικαίωμα να συλλάβω και υπονοίας· φαντάζομαι ότι, αν έχωμεν πολλούς φίλους, έχομεν και πολλούς εχθρούς, […]. Εάν δε ρίψωμεν και βλέμμα προσεκτικόν […] προς την ιεράν εκείνην γην [= την Ελλάδα, …] θέλομεν ιδεί […] την αξιοδάκρυτον θέσιν εις ην διάκεινται τα πράγματα. Επομένως, […] οφείλομεν να σκεφθώμεν, μήπως εν βήμα απότομον και ολισθηρόν πριν της εντελούς αποκαταστάσεως της τάξεως ήθελε συνεπιφέρει ολεθριώτερα δεινά και διακινδυνεύσει και αυτήν την ύπαρξιν αυτής τε και ημών, διότι δεν πιστεύω εις την θέσιν εκείνην των πραγμάτων να είναι αλλότριος ο ξενικός δάκτυλος. […]». Στην Κεφαλονιά, μάλιστα, οι ριζοσπάστες του «Δημοτικού Καταστήματος» Αργοστολιού συντάχθηκαν με τη θέση της αναστολής και της άμεσης εφαρμογής βελτιώσεων.
---Οι ενωτιστές στο θέμα της «εδώ και τώρα» Ένωσης  ήταν ανένδοτοι· δε δέχονταν καμιά αναβολή. Ο Κ. Λομβάρδος με την αγόρευσή του[98] εξηγούσε ότι δεν υπήρχαν περιθώρια παράτασης του υπάρχοντος καθεστώτος: «Τα δεινά του Ιονίου οσημέραι κορυφούνται, ουδ’ άλλην πηγήν έχουσιν ή το ανέκαθεν της Προστασίας σύστημα προς εξουθένωσιν του Ιονίου λαού». Γι’ αυτό «[…] ενόσω κρατείται [ο Ιόνιος λαός] κεχωρισμένος της ελευθέρας Ελλάδος, μη εχούσης πλέον λόγον παρατάσεως της Αγγλικής Προστασίας εν Επτανήσω, διηνεκώς θ’ ατενίζη προς το κέντρον αυτό του ελληνισμού εν οιαδήποτε καταστάσει. Η αντιπροσωπεία του Ιονίου λαού θέλει προσφύγη εις πάντα τα θεμιτά και νόμιμα μέσα, όπως επιτευχθή η αμετάθετος βούλησις του λαού υπέρ της εθνικής αποκαταστάσεως· […]». Αντιτάχθηκαν, φυσικά, οι ενωτιστές και στις προτεινόμενες βελτιώσεις, τις οποίες ταύτιζαν με τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, ή τουλάχιστον τις θεωρούσαν το αναγκαίο κανάλι για την εισαγωγή των μεταρρυθμίσεων, καθώς οι πρώτες θα ήταν ανεφάρμοστες χωρίς ουσιαστικές συνταγματικές αλλαγές. Τόνιζε από το βήμα της Βουλής ο Κ. Λομβάρδος:[99] «[…] διά της επαναλήψεως της λέξεως βελτίωσις προσπαθεί να εισέλθη εις το βουλευτήριον η πολυμήχανος μεταρρύθμισις».[100]

● Με διαπραγματεύσεις και ικετήριες αναφορές ή με βάση τα δικαιώματα του λαού πρέπει να απαιτείται η Ένωση;
---Στη ΙΒ΄ Βουλή οι ενωτιστές πρωτοστάτησαν για τη λήψη απόφασης, που με  «παράσταση» στην Αγγλίδα βασίλισσα και «προσφωνήματα» στις Μ. Δυνάμεις θα προωθούσαν τη λύση του εθνικού ζητήματος, καθώς έκριναν ότι το κλίμα ήταν κατάλληλο για την υπερψήφιση των δικών τους απόψεων: λίγο πριν από τη λήξη της Α΄ συνόδου της Βουλής ο Ζακυνθινός ενωτιστής βουλευτής Ανδρέας Κοκκίνης πρότεινε να αποφασίσει η Βουλή, «εμμένουσα εις την από 15/27 Ιανουαρίου 1859 διακήρυξιν της ΙΑ΄ Βουλής» «ν’ απευθυνθή παράστασις προς την Α. Μ. την Προστάτιδα Άνασσαν, με προσφωνήματα προς τας Υψηλάς Ευρωπαϊκάς Δυνάμεις […], ίνα ευδοκούσαι συμπράξωσι προς πραγματοποίησιν της ανωτέρω, εν τω κυριαρχικώ δικαιώματι της Βουλής, γενομένης διακηρύξεως».[101]
---Ο πρόεδρος της Βουλής Η. Ζερβός Ιακωβάτος και ο αντιπρόεδρος Ι. Μομφερράτος, διαφωνώντας με τις παραπάνω ικετευτικές λογικές και ενέργειες, εξέφρασαν με τις αγορεύσεις τους την αγωνία τους αλλά και την έντονη αντίθεσή τους για τον τρόπο, με τον οποίο σκόπευαν οι υποστηρικτές της Ένωσης να τη διεκδικήσουν και να την πετύχουν. Ο πρώτος, εκτιμώντας ότι «το εθνικόν ζήτημα σφαγιάζεται» με την πολιτική και τακτική της πλειοψηφίας του Σώματος, διαβεβαίωνε ότι «μίαν ημέραν, ήτις ουχί πολύ μακράν της σημερινής ευρίσκεται, θέλει φανερωθή κατά πόσον το εθνικόν ζήτημα εζημιώθη, […]», για να καταλήξει: «[…] αρνούμαι την συγκατάθεσίν μου εις την περί ης ο λόγος πρότασιν του εντίμου κ. Κοκκίνη και εις τας προσαχθείσας με αυτήν παραστάσεις και αναφοράς».[102] Ο Ι. Μομφερράτος δήλωσε ότι «επί τη μόνη στερεά και αληθεί αρχή των ιερών και αναμφισβητήτων αυτών δικαιωμάτων [του επτανησιακού λαού] στηριζόμενος», δεν αναγνώριζε συνθήκες και άλλα παρόμοια και πιστός στις πεποιθήσεις του διαμαρτυρήθηκε «κατά πάσης διαπραγματεύσεως αυτού [του εθνικού ζητήματος] δι’ αναφορών, ικετηρίων ή άλλων τοιαύτης φύσεως παραστάσεων», επιμένοντας στην εθνική αποκατάσταση των Επτανησίων «επί τη βάσει των κυριαρχικών και απαραγράπτων δικαιωμάτων του επτανησιακού λαού».[103]

       Τι εξάγεται, λοιπόν, από τα παραπάνω; Το κύριο διακύβευμα της αντιπαράθεσης και της σύγκρουσης μεταξύ ριζοσπαστών και ενωτιστών ήταν το δημοκρατικό/κοινωνικό περιεχόμενο του ενωτικού αγώνα  - ή με απλά λόγια: η Ένωση ήταν μέσο ή σκοπός του αγώνα; Οι ριζοσπάστες, πιστοί στην ιδεολογία τους, διεκδικούσαν τη λύση του εθνικού ζητήματος στη βάση της αρχής των εθνοτήτων και της κυριαρχίας του λαού, μακριά και ενάντια στις συνθήκες των ισχυρών, κάνοντας λόγο για πολιτική και κοινωνική ανάπλαση· οι ενωτιστές ζητούσαν μια Ένωση απονευρωμένη από τα δημοκρατικά της χαρακτηριστικά και μέσα στο πλαίσιο της ελλαδικής Μεγάλης Ιδέας και της διεθνούς νομιμότητας, εξοβελίζοντας τα κυριαρχικά δικαιώματα του επτανησιακού λαού. Οι ριζοσπάστες εξέφρασαν ό,τι το πιο προοδευτικό είχε να επιδείξει η εποχή τους, οι ενωτιστές ανέδειξαν τη συντηρητική όψη του ενωτικού αγώνα, αποβλέποντας μόνο στην εθνική ολοκλήρωση. Κανένα δηλαδή κοινό σημείο μεταξύ τους – δύο διαφορετικοί κόσμοι, δύο διαφορετικές θεωρητικές αντιλήψεις για το έθνος και την κοινωνία, δύο διαφορετικές ιδεολογίες.[104]
          Επομένως, ο Κ. Λομβάρδος και γενικότερα οι ενωτιστές δεν μπορούν να ενταχθούν μέσα στο ριζοσπαστικό χώρο. Απλά και μόνο καπηλεύονταν το χαρακτηρισμό του ριζοσπάστη. Πουθενά στα παραπάνω κείμενα δε φαίνεται να διατύπωσαν αντιλήψεις και θέσεις του πολιτικού Ριζοσπαστισμού. Άρα, δεν υπήρξε ποτέ στην ουσία «σχίσμα» μέσα στον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό. Σύγκρουση μόνο υπήρξε, και μάλιστα οξύτατη και σφοδρότατη, μεταξύ δύο διαφορετικών κόσμων, δύο διαφορετικών ιδεολογιών.[105]



      

  



 




[1] Βλ. Αγγελική Γιαννάτου, Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός, 1848-1865, [ανέκδοτη διδακτορική διατριβή - Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης], Αθήνα 2004, σσ. 13-20.  
[2] Βλ. Γιώργος Αλισανδράτος, Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός. Σχέδιο για δοκίμιο πολιτικής ιστορίας, έκδοση Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Αργοστόλι 2006, σσ. 25-26.  «Ριζοσπάστης, ή κατὰ τους Ευρωπαίους radical, είναι ο επιζητών την αναμόρφωσιν της κοινωνίας επί νέων βάσεων, βάσεων στερεών και αμετακινήτων, συμφώ­νων με τας αρχάς του νεωτέρου πολιτισμού, και της φύσεως αυτής του ανθρώπου», διευ­κρίνιζε η ριζοσπαστική εφ. Αλήθεια, φ. 10, 18/30-11-1861, 38β.
[3] Βλ. σχετικά Γ. Αλισανδράτος,  ό.π., σ. 26, καθώς και Σπύρος Λουκάτος, Η Επτανησιακή Πολιτική Σχολή των Ριζοσπαστών, έκδοση του Συνδέσμου Φιλολόγων Κεφαλονιάς-Ιθάκης, Αργοστόλι 2009, σσ. 149-150, σημ. 37.
[4] Για τις προδρομικές απαρχές και την προδρομική θεμελίωση του Επτανησιακού Ριζοσπαστισμού βλ. Σπ. Λουκάτος, ό.π., σσ. 43-91. 
[5]  Στον όρο «λαϊκό» κίνημα εννοούμε ως «λαό» εκείνα τα συνήθως χαμηλού εισοδηματικού επιπέδου κοινωνικά στρώματα και ομάδες, που από την ίδια τη θέση τους στην κοινωνική οργάνωση, έχουν τη δυνατότητα και την ικανότητα να συμμετέχουν στην επίτευξη της οικονομικής και κοινωνικής τους αναβάθμισης με στόχο τη γενικότερη πρόοδο. Προφανώς δεν περιλαμβάνουμε τις κυρίαρχες οικονομικά ομάδες των αριστοκρατικών και των μεγαλοαστικών οικογενειών, οι οποίες ως υπέρμαχες αντιδραστικών και συντηρητικών πολιτικών στηρίζουν, αποβλέποντας και στο δικό τους όφελος, τη Βρετανική Προστασία.
[6] Για τις μεταρρυθμίσεις αυτές βλ. Μιράντα Παξιμαδοπούλου – Σταυρινού, Οι εξεγέρσεις της Κεφαλληνίας κατά τα έτη 1848 και 1849, έκδοση Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Αθήνα 1980, σσ. 41-49, καθώς και Σπ. Λουκάτος, ό.π., σσ. 136-140.
[7] Για τον Ι. Μομφερράτο βλ. Παναγιώτης Πανάς, Βιογραφία Ιωσήφ Μομφερράτου, εν Αθήναις 1888·  Ηλίας Τσιτσέλης, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, τ. Α΄, εν Αθήναις 1904, σσ. 482-489, 905· Γιώργος Αλισανδράτος, «Ιωσήφ Μομφερράτου, Αυτοβιογραφικά σημειώματα. (Συμβολή στον Επτανησιακό Ριζοσπάστισμό)», Δελτίον Αναγνωστικής Εταιρίας Κερκύρας, τ. 7 (1970), σσ. 7-34.  
[8] Για όλα αυτά βλ. Πρόγραμμα [της Αναγεννήσεως] (βλ. Κοργιαλένειος Βιβλιοθήκη Αργοστολίου, Μονόφυλλα, Φ. 1, 49Α), όπου ο Ι. Μομφερράτος  διατυπώνει τις αρχές του για την έκδοση της εφημερίδας του αλλά και τις θέσεις του για τον αντιπροστασιανό αγώνα· βλ. επίσης την αρθρογραφία του στις εφημερίδες του (Αναγέννησις, Ο Αληθής Ριζοσπάστης) και τις δημοσιευμένες επιστολές του, αποσπάσματα των οποίων παρακάτω  θα παρουσιαστούν. 
[9] Για τον Η. Ζερβό Ιακωβάτο βλ. Βιογραφία Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου συγγραφείσα παρ’ αυτού του ιδίου, επιμέλεια, προλεγόμενα, σημειώσεις Χρ. Σ. Θεοδωράτος, έκδοση Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», εν Αθήναις 1974· Η. Τσιτσέλης, ό.π., τ. Α΄, σσ. 143-168, τ. Β΄, εν Αθήναις 1960, σ. 622· Χρίστος Θεοδωράτος, «Από τον Ενωτικόν αγώνα της Επτανήσου. Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος (1814-1894)», στον τόμο Αφιέρωμα εις Κωνσταντίνον Άμαντον, εν Αθήναις 1940, σσ. 303-320· Ντίνος Κονόμος, Ο Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος και η Ένωση της Επτανήσου, Αθήνα 1964.
[10] Αναφερόμαστε στη ΙΒ΄ Ιόνια Βουλή, όπου οι δύο Κεφαλονίτες ριζοσπάστες υποστήριξαν την προσωρινή αναστολή του εθνικού ζητήματος και την προώθηση βελτιώσεων· θα γίνει λόγος γι’ αυτά παρακάτω.
[11] Ο Η. Ζερβός Ιακωβάτος δε στάθηκε μέχρι το τέλος συνεπής στις αρχές του Ριζοσπαστισμού, αρκετές από τις οποίες αναθεώρησε αργότερα, όταν μετά την Ένωση μετέφερε στο χαρτί εμπειρίες και βιώματα, σκέψεις και εκτιμήσεις του για το ριζοσπαστικό αγώνα. Τις θέσεις του βλ. στο φυλλάδιό του  Ο Φιλελεύθερος ή Διδασκαλία περί καλής ή κακής χρήσεως της ελευθεροτυπίας εις την Επτάνησον, εν Κερκύρα 1849, όπου οι απόψεις του συντάκτη για τον τύπο και τον αγώνα κατά της Προστασίας, στην αρθρογραφία του στην εφημερίδα του Ο Φιλελεύθερος, στα βιβλία του, (όπως κυρίως Η επί της Αγγλικής Προστασίας Επτανήσιος Πολιτεία και τα κόμμα­τα, επιμέ­λεια και προλεγόμενα Χρίστου Σ. Θεοδωράτου, «Πρακτικά Τρίτου Πανιονίου Συνεδρίου», Παράρτημα, εν Αθήναις 1969· Η δεκακαλπία και ο ήρως αυτής, εν Κεφαλληνία 1872·  Αι δύο πρωτεύουσαι της Ανατολής κατά το 1858 και 1860 και η διπλωμα­τία μετά της Ελλάδος, εν Κεφαλληνία 1873· Επιστολή προς Αγησίλαον βιογραφική ή βίος Σωκράτους Κουρή, εν Κεφαλλη­νία 1877 κ.ά) και στις ανέκδοτες συγγραφές του (που απόκεινται στην Ακαδημία Αθηνών/Κέντρον Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού, Αρχείον Η. Ζερβού Ιακωβάτου) Το ενωτικόν ζήτημα και η αγυρτεία αποκαλυπτόμενα, 1879, και Ο εν Ζακύνθω Ριζοσπαστισμός, 1888, όπου κρίνει τις θέσεις του Κ. Λομβάρδου και γενικότερα των ενωτιστών.
[12]  Έγραφε ο Π. Πανάς, Ριζοσπάσται και βελτιώσεις εν Επτανήσω, εν Κεφαλληνία 1880, σ. 26: την Ένωση, «όταν δεν συνδέεται με το ιερόν της κυριαρχίας του λαού δόγμα και δεν στηρίζεται επί της αρχής της απαιτήσεως, επί τη βάσει των φυσικών και απαραγράπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου, θεωρούμεν ουχί  μόνον ως έκφρασιν ξηράν και ανεπαρκή, ως κήρυγμα μονομερές και αντιπατριωτικόν, […]».
[13] Για εκείνες τις εξεγέρσεις βλ. τη μονογραφία της Μ. Παξιμαδοπούλου – Σταυρινού, Οι  εξεγέρσεις της Κεφαλληνίας κατά τα έτη 1848 και 1849, ό.π.
[14] Βλ. σχετικά Σπ. Λουκάτος, ό.π., σσ. 167-175.
[15] Βλ. γι’ αυτά  Σπύρος Βερύκιος, Ιστορία των «Ηνωμένων Κρατών» των Ιονίων Νή­σων. Η αποκληθείσα «Βρεττανική Προστασία» και οι αγώνες των Επτανησίων διά την εθνικήν αποκατάστασιν 1815-1864, Αθήναι 1964, σσ.  297-305.
[16] Βλ. Σπ. Λουκάτος, ό.π., σσ. 177-178.
[17] Για τον Κ. Λομβάρδο βλ. Λεωνίδας Ζώης, Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου,  τ. Α΄, Αθήνα 1963, σσ. 370-372, καθώς και Στέφανος Παπαδάτος, «Οι Ριζοσπάσται», Χρονικά Ζακύνθου, τ. Α΄ (1964), Εκατονταετηρίς της Ενώσεως της Επτανήσου, έκδοση της «Ζακυνθινής Εστίας», σσ. 223-237.
[18] Η επισήμανση του Παναγιώτη Χιώτη, Ιστορία του Ιονίου Κράτους από της συστάσεως αυτού μέχρι ενώσε­ως, έτη 1815-1864, τ. Β΄, περιέχων τα από αρμοστίας Άδαμ 1824 έως ενώσεως 1864, εν Ζακύνθω 1877, σ. 294, ότι ο Κ. Λομβάρδος εκλέχθηκε βουλευτής «τοις ριζοσπάσταις συνεργαζόμενος» και όχι ως ριζοσπάστης έχει τη σημασία της.
[19] Την απουσία ριζοσπαστικών αντιλήψεων από τις ιδεολογικοπολιτικές θέσεις του Κ. Λομβάρδου διαπιστώνει ο μελετητής της αρθρογραφίας του στις ζακυνθινές εφημερίδες του (Η Φωνή του Ιονίου, Φωνή του Ιονίου και Ρήγας)· επίσης βλ. Κ. Λομβάρδος, Απομνημονεύματα προς καταρτισμόν της περί απελευθερώσεως της Επτανήσου ιστορίας, εν Ζακύνθω 1870· ο ίδιος, Το ενωτικό κίνημα στα Επτάνησα, Αφιέρωμα στα εκατόχρονα της Ενώσεως, 1864-1964, εισαγωγή – επιμέλεια Σπύρου Μυ­λωνά, Αθήνα 1965, καθώς και Διονύσιος Καλογερόπουλος, «Από την ανέκδοτον αλληλογραφίαν του Κων/νου Λομβάρδου και Κων/νου Σαούλη. (Ο Λομβάρδος και τα από του 1852-1873 εθνικά ζητήματα της Επτανήσου)», Πρακτικά Β΄ Πανιονίου Συνεδρίου – Κερκυραϊκά Χρονικά, τ. ΙΓ΄ (1967), σσ. 201-208, αλλά και άλλες δημοσιευμένες επιστολές του. Χαρακτηριστική των αντιλήψεων, τέλος, είναι η αρθρογραφία της κερκυραϊκής εφ. Νέα Εποχή.  
[20] Τις θέσεις αυτές του Κ. Λομβάρδου βλ. παρακάτω μέσα από την αρθρογραφία του και τις επιστολές του. 
[21] Ο Κ. Λομβάρδος και οι ομοϊδεάτες του  αυτοαποκαλούνταν ριζοσπάστες, προκαλώντας σύγχυση στο λαό. Οι «παλαιοί», όμως, οι «αληθείς», οι «καθαροί» ριζοσπάστες, όπως ο Η. Ζερβός Ιακωβάτος και ο Ι. Μομφερράτος, δεν συγχωρούσαν αυτή την ιεροσυλία. Γι’ αυτούς ο Κ. Λομβάρδος και οι οπαδοί του ήταν «νεοφώτιστοι ενωτιστές», «ψευδοριζοσπάστες» ή «νεοφώτιστοι ριζοσπάστες», βλ. το ανέκδοτο έργο του Η. Ζερβού Ιακωβάτου Ο εν Ζακύνθω Ριζοσπαστισμός, 1888, φφ. 7r , 9v,  όπου αποκαλείται ο Κ. Λομβάρδος «αγύρτης εκ φύσεως» και «απόστολος της αγυρτείας» αντίστοιχα.  Αυτή, βέβαια, η ποικιλία των χαρακτηρισμών είναι ανάγκη να μελετηθεί, αλλά όμως εντύπωση προκαλεί η επίκληση της λέξης «ριζοσπάστης» («ψευδοριζοσπάστης», «νεοφώτιστος ριζοσπάστης») από τους γνήσιους ριζοσπάστες. Ο Π. Πανάς, Βιογραφία Ιωσήφ Μομφερράτου, ό.π, σσ. 25, 26, 27, τους αποκαλεί «ενωτικούς» ή «λομβαρδιανούς». Εμείς θα χρησιμοποιήσουμε τον όρο «ενωτιστές», βλ. Σπ. Λουκάτος, ό.π., σσ. 156-158.
[22] Όλη αυτή η πορεία, εξέλιξη και κατάληξη απαιτεί σχολαστική έρευνα και συγκεκριμένη τεκμηρίωση, που ξεφεύγουν από τα όρια αυτού του κειμένου.
[23] Βλ. δική μας παραπάνω σημείωση 21. 
[24] Αυτής της κατεύθυνσης είναι η  αφήγηση του Γ. Αλισανδράτου στις μελέτες του για την πορεία του ριζοσπαστικού κινήματος· βλ. ενδεικτικά Γ. Αλισανδράτος, ό.π., σσ. 59, 62, 65, 77, 81 (: «Τώρα όμως [ΙΒ΄ Ιόνια Βουλή, 1862] το χάσμα ήταν αγεφύρωτο και το σχίσμα οριστικό»), 82-83, καθώς και την ειδική μελέτη του «Ο Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός. Το σχίσμα της ηγεσίας» στο Γ. Αλισανδράτος, Κείμενα για τον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό, εκδόσεις Μουσείου Μπενάκη, Αθήνα 2008, σσ.  295-359. (Η παραπάνω αφήγηση ήταν και για μας μέχρι τώρα οδηγός σε μελετήματά μας σχετικά με το Ριζοσπαστισμό). Αντίθετα, ο Σπ. Λουκάτος, ό.π., σσ. 142, 146, 149-153, 156-158 (σ. 157: η πολιτική του Κ. Λομβάρδου «συνίστατο στην πλήρη απάρνηση [δηλαδή προηγουμένως το δεχόταν;] του ιδεολογικο-φιλοσοφικού και πολιτικο-κοινωνικού συστήματος της Σχολής και του Κόμματος [των Ριζοσπαστών], 211-212, 282 (σημ. 3: κάνει κριτική σε εκείνους τους μελετητές, οι οποίοι «ακόμη και σήμερα […] αποδέχονται [τους ενωτιστές] αποκαλώντας τους Ενωτικούς-Ριζοσπάστες με την προσθήκη σε αυτούς το “νέο-”»),  διατηρεί αποστάσεις από μια τέτοια αφήγηση, καθώς δεν αναφέρεται σε «σχίσμα»: κάνει διάκριση ανάμεσα σε καθετί ριζοσπαστικό και καθετί ενωτιστικό ή ενωτικό (ριζοσπαστικό κόμμα –μόρφωμα των ενωτιστών ή ενωτικών, ριζοσπαστικές εφημερίδες - ενωτιστικές εφημερίδες, ριζοσπαστική πλευρά – αντιριζοσπαστική πλευρά, στην οποία συμπεριλαμβάνει καταχθόνιους, μεταρρυθμιστές και ενωτιστές). Ωστόσο, ο Στ. Παπαδάτος, ό.π., σσ. 223-237, δεν αναφέρεται καθόλου σε «σχίσμα», το αγνοεί και κάνει λόγο για ενιαίο ριζοσπαστικό κίνημα, μέσα στο οποίο περιλαμβάνει προφανώς και τον Κ. Λομβάρδο.  
[25] Βέβαια, αυτή η άποψη-εκτίμησή μας χρειάζεται παραπέρα τεκμηριωμένη ανάλυση, καθώς για ένα διάστημα ο Ι. Μομφερράτος εξακολουθούσε, αλληλογραφώντας με τον Κ. Λομβάρδο, να τον θεωρεί ενταγμένο στο ριζοσπαστικό χώρο και να προσπαθεί να τον μεταπείσει, να τον πείσει δηλαδή να εγκαταλείψει τις καινοφανείς, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, ιδέες του: «Είναι αναντίρρητον, ότι πάσα εν μέσω του ριζοσπαστικού κόμματος διαφωνία καταντά δυσάρεστος και επιβλαβής, οπότε η πλήρης και κατά πάντα σύμπνοια ήναι επιθυμητή, […]», έγραφε ο Κεφαλονίτης στον Ζακυνθινό βουλευτή το Δεκέμβριο του 1857, Γ. Αλισανδράτος, «Ανέκδοτα γράμματα του Ιωσήφ Μομφερράτου. (Συμβολή στην ιστορία του Επτανησιακού Ριζοσπαστισμού)», Κερκυραϊκά Χρονικά, τ. ΧΧΙΙΙ (1980) = Πρακτικά Δ΄ Πανιονίου Συνεδρίου, (Κέρκυρα, 29 Σεπτ. – 1 Οκτ. 1978), τ. Α΄, Κέρκυρα 1980, σ. 15.
[26] Σημειώνουμε εδώ ότι ο Η. Ζερβός Ιακωβάτος δεν πήρε μέρος στη δημόσια αντιπαράθεση, γιατί μετά την απελευθέρωσή του από την εξορία, οικονομικά καταστραμμένος και πολιτικά απογοητευμένος, αναχώρησε από την Κεφαλονιά από τις αρχές Οκτωβρίου 1957 για την Αθήνα και αργότερα πήγε στην Κωνσταντινούπολη (μέχρι το 1860), βλ. Η. Ζερβός Ιακωβάτος, Αι δύο πρωτεύουσαι της Ανατολής κατά το 1858 και 1860 και η διπλωματία μετά της Ελλάδος, εν Κεφαλληνία 1873, σσ. 1-3, 54-57.  

[27] Για τον Ναθαναήλ Δομενεγίνη, ο οποίος,  μετά από φρικτά βασανιστήρια, φονεύτηκε στην επανάσταση της Ηπείρου, όπου συμμετείχε ως εθελοντής το 1854, βλ. Στ. Παπαδάτος, ό.π., σσ. 256-258· Σπύρος Μυλωνάς, «Ναθαναήλ Δομενεγίνης», στον τόμο  Επτάνησος. Αφιέρωμα στα εκατόχρονα της Ενώσεως 1864-1964, εισαγωγή – επι­μέλεια Σπύρου Μυλωνά, Αθήνα 1964, σσ. 357-364.
[28] Το κείμενο της επιστολής βλ. Γ. Αλισανδράτος, ό.π.,  σσ.  9-12.
[29] Αυτές οι επιλήψιμες πρακτικές εφαρμόστηκαν στη Ζάκυνθο με την πρόσκαιρη εκλογική συνεργασία ριζοσπαστών και καταχθονίων, προκειμένου να αποκλειστούν οι μεταρρυθμιστές, ενόψει των αναπληρωματιτών εκλογών του Μαρτίου του 1852 στη νησί, οι οποίες ανέδειξαν βουλευτές τον Ερμάννο Λούντζη και τον Κ. Λομβάρδο, βλ. Γεωργία Κόκλα – Παπαδάτου, «Η αναπληρωματική εκλογή Ζακύνθου (1852) και οι επεμβάσεις του επάρχου. Απόρρητη έκθεσή του προς τη Γερουσία (7.4.1852)», Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου «Η Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα 1864-2004» (Αθήνα, 24-27 Φεβρουαρίου 2004), τ. Α΄, Βουλή των Ελλήνων, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 2005, σσ. 183-214.  
[30] Ο Κοσμάς Πανάρετος, ριζοσπάστης βουλευτής των Κυθήρων στη Ι΄ Ιόνια Βουλή (1852-1856), είχε (μαζί με τον Γεώργιο Αρώνη Παναγιωτόπουλο) μυηθεί στο Ριζοσπαστισμό από τον Η. Ζερβό Ιακωβάτο, όταν ο τελευταίος ήταν εξόριστος στα Κύθηρα, βλ.  Βιογραφία Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου…, σσ. 43-44. Αργότερα ο Κ. Πανάρετος θα μεταπηδήσει στο χώρο των ενωτιστών του Κ. Λομβάρδου.
[31] Την επιστολή βλ. Γ. Αλισανδράτος, ό.π.,  σσ. 13-14.
[32] Για το γιο του Κεφαλονίτη  ριζοσπάστη  Σταματέλου Πυλαρινού Αιμίλιο βλ Η. Τσιτσέλης, ό.π.,  σσ. 468-469.
[33] Βλ. την επιστολή  Γ. Αλισανδράτος, «Ανέκδοτα γράμματα του Ιωσήφ Μομφερράτου από τις εξορίες του στους Οθωνούς και την Ερείκουσα», Πρακτικά Διεθνούς Συμπο­σίου Ιστορίας «Το Ιόνιο Κράτος 1815-1864», (Κέρκυρα, 21-24 Μαΐου 1988), Κέντρο Μελετών Ιο­νί­ου, Αθήνα 1997, σσ. 33-34.
[34] Την επιστολή βλ. Γ. Αλισανδράτος, «Ανέκδοτα γράμματα του Ιωσήφ Μομφερράτου. (Συμβολή στην ιστορία του Επτανησιακού Ριζοσπαστισμού», ό.π.,  σσ. 15-16.
[35] Για το ριζοσπάστη Δ. Καλλίνικο, που αργότερα προσχώρησε, για μια περίοδο, στους ενωτιστές βλ.  Στ. Παπαδάτος, ό.π., σσ. 260-263.
[36] Ο αρχικά ριζοσπάστης Γ. Βερύκιος θα συνεργαστεί στη συνέχεια, όπως και ο Δ. Καλλίνικος, με τον Κ. Λομβάρδο στην έκδοση της κοινής εφημερίδας Φωνή του Ιονίου και Ρήγας και στα πολιτικά πράγματα και θα παραμείνει κοντά του ακόμη και μετά την αποχώρηση τού Δ. Καλλίνικου για τέσσερα περίπου χρόνια· θα διαφωνήσει μαζί του την άνοιξη του 1863, οπότε και θα εκδώσει νέα δική του εφημερίδα, το Ρήγα Φερραίο, γεγονός που θα ωθήσει τον Κ. Λομβάρδο σε επιθέσεις εναντίον του,  βλ. Γ. Αλισανδράτος, Κείμενα για τον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό, ό.π., σ. 359, σημ. 105.
[37]  Αυτό προκύπτει από υπαινιγμό του Ι. Μομφερράτου σε επιστολή του προς τον Κ. Λομβάρδο  στις 25-12-1857 έ.π.: «Χαίρω κατά πολλά, πληροφορούμενος ότι εντός ολίγου θα έχετε αυτού [= στη Ζάκυνθο] το προ καιρού περιμενόμενον τυπογραφείον, και θα εμπορήτε πλέον, δι’ ομοθύμου συνεννοήσεως, να συστήσετε και πρεπόντως να διευθύνετε εφημερίδα ριζοσπαστικήν», Γ. Αλισανδράτος, ό.π., σ. 15.  
[38]  Βλ.  εφ. Η Φωνή του Ιονίου,  φ. 10, 19-7-1858, 1β και 3γ.
[39] Το φύλλο αυτό εκδιδόταν από τις 17-5-1858 μέχρι τις 5-6-1859· στις 3-10-1859 συγχωνεύτηκε με τον Ρήγα και εμφανίστηκε με τον τίτλο Φωνή του Ιονίου και Ρήγας και διατηρήθηκε έτσι μέχρι τις 14-5-1864 (φ. 138), οπότε και σταμάτησε, βλ. Ντίνος Κονόμος, «Επτανησιακός Τύπος 1789-1864 (Ημίφυλλα, φυλλάδια, εφημερίδες και περιοδικά)», Επτανησιακά Φύλλα, Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από την ένωση της Επτανήσου (1864-1964), τ. Ε΄ (1964), σσ. 131-132.
[40]   Σημειώνουμε εδώ ότι ανησυχία για την πρωτοβουλία του Κ. Λομβάρδου εκδηλώθηκε και στην Κεφαλονιά, όπου οι ριζοσπάστες τους επόμενους μήνες προχώρησαν στην επανέκδοση δύο εφημερίδων, του Κεραυνού το Σεπτέμβριο του 1858 και της Αναγέννησης το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις νέες ενωτιστικές απόψεις..
[41] Το φύλλο αυτό πρωτοεκδόθηκε (φ. 1) στις 28-4-1851, στις 11-11-1851 (φ. 12) σταμάτησε την κυκλοφορία του λόγω διωγμών και εξοριών της συντακτικής του επιτροπής, και μετά την επανέκδοσή του συνέχισε μέχρι τις 2-6-1859 (φ. 47),  βλ. Ντ. Κονόμος, ό.π., σσ. 122-124.
[42] Βλ. σχετικά εφ. η Φωνή του Ιονίου, φ. 1, 17-5-1858, 3βγ, φ. 2, 24-5-1858, 4αβ, φ. 5, 14-6-1858, 1, καθώς και  εφ. Ο Ρήγας, φ. 13, 22-5-1858, 3γ-4α.
[43] Διαφαίνονται, έγραφε, «αιρετικαί παρερμηνεύσεις» (εφ. Ο Ρήγας, φ. 13, 22-5-1858, 1β) και έκανε λόγο για «καταδολίευσιν των ριζοσπαστικών αρχών» ( ό.π., φ. 15, 11-6-1858, 1γ). 
[44] Βλ. εφ. Η Φωνή του Ιονίου, φ. 6, 20-6-1858, 1, («20 Ιουνίου 1857»).
[45] Πράγματι, προκάλεσε τέτοιο πανικό εκείνη η ενέργεια της ριζοσπαστικής κοινοβουλευτικής ομάδας, ώστε ούτε στον εισηγητή επιτράπηκε να ολοκληρώσει την ανάγνωση του κειμένου ούτε το τελευταίο καταχωρίστηκε στα Πρακτικά, αν και επιδόθηκε στο προεδρείο. Στο ψήφισμα, ωστόσο, αυτό – και εδώ βρίσκεται η ιστορική του σημασία και αξία - παρουσιαζόταν ο επτανησιακός λαός «ουχί δίκην επαίτου ικετεύων τους ισχυρούς […], αλλ’ ως λαός κυρίαρχος, έχων συνείδησιν των καταπατουμένων δικαιωμάτων του, και διεκδικών αυτά διά της αξιοπρεπείας και της ευθαρσίας […]». Γι’ αυτό, άλλωστε, η αγγλοϊόνια εξουσία προσπάθησε «όπως εξαλείψη παν του ψηφίσματος ίχνος» και  κατέφυγε σε σκληρούς διωγμούς, βλ. Π. Πανάς, Ριζοσπάσται και βελτιώσεις εν Επτανήσω, ό.π., σ. 20.   
[46]  Πράγματι, υπήρξε ομοφωνία, αλλά από εκείνη την ΙΑ΄ Βουλή απουσίαζαν οι ριζοσπάστες, οι οποίοι αναμφίβολα θα αντιδρούσαν. Εξάλλου, το κλίμα τότε ήταν πολύ διαφορετικό (δυσμενές το κλίμα το 1850, ηπιότερο το 1857 με τερματισμό σχεδόν των διώξεων), γι’ αυτό και η Προστασία δεν έδειξε να δυσφορεί με εκείνη η διακήρυξη. Τις συζητήσεις και τη σχετική διακήρυξη της 20ής Ιουνίου 1857 ο Η. Ζερβός Ιακωβάτος, Το ενωτικόν ζήτημα και η αγυρτεία αποκαλυπτόμενα, (ανέκδοτο), 1879, φ. 13r,  τις έχει χαρακτηρίσει «πλαστή μάχη μεταξύ Προστασίας και Επτανησίου Βουλής»,  
[47] Βλ. εφ. Ο Ρήγας, φ. 18, 9-7-1858.
[48] Η βρετανική κυβέρνηση είχε επιβάλει στην Ελλάδα από τον Ιανουάριο του 1850 με το ναύαρχό της Πάρκερ ναυτικό αποκλεισμό, απαιτώντας από την ελληνική κυβέρνηση τη διευθέτηση των εκκρεμοτήτων με τις υποθέσεις του Πατσίφικο και άλλων Βρετανών υπηκόων, βλ. Βασίλειος Σφυρόερας, «Περίοδος εσωτερικών ανωμαλιών και εξωτερικών πιέσεων (1847-1853)», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1977, σσ. 137-141.  
[49] Συντάκτης αυτής της επιστολής-άρθρου πρέπει να ήταν ο Π. Πανάς και όχι ο Ι. Μομφερράτος, όπως ισχυρίστηκε ο Κ. Λομβάρδος, βλ. Γ. Αλισανδράτος, Κείμενα για τον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό, ό.π.,  σσ. 327-328. Για το ριζοσπάστη Π. Πανά βλ. Η. Τσιτσέλης, ό.π., τ. Α΄, σσ. 507-509, 909, τ. Β΄, σ. 642, καθώς και Χρίστος Θεοδωράτος, «Παναγιώτης Πανάς. (Ο θεωρητικός του ριζοσπαστισμού – Ο δημοσιογράφος – Ο λόγιος – Ο ποιητής)», Νέα Εστία, τ. 76 (Χριστούγεννα 1964), Αφιέρωμα στα Εφτάνησα, σσ. 168-176, αλλά κυρίως τη μονογραφία της Ερασμίας – Λουίζας Σταυροπούλου, Παναγιώτης Πανάς (1832-1896). Ένας ριζοσπάστης ρομαντικός, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1987.
[50] Βλ. εφ. Η Φωνή του Ιονίου, φ. 9, 12-7-1858, 4α, («Διάφορα»).
[51] Βλ. εφ Ο Ρήγας, φ. 19, 17-7-1858, 1, («Το πολεμικόν ultimatum [= τελεσίγραφο] της Φωνής του Ιονίου»).
[52] Βλ. Η Φωνή του Ιονίου, φ. 10, 19-7-1858 .  
[53] Βλ. εφ. Νέα Εποχή, Παράρτημα του φ. 20, 23-7-1858, έ.ελ.
[54] Βλ. εφ. Η Φωνή του Ιονίου, φ. 13, 9-8-1858, 4γ.
[55] Πράγματι, από τη στιγμή εκείνη σταμάτησε κάθε αντιπαράθεση ανάμεσα στη Φωνή του Ιονίου και το Ρήγα. Φαίνεται, ωστόσο, ότι η συγκεκριμένη για το όλο ζήτημα τακτική, που ο Κ. Λομβάρδος εφάρμοσε, σε συνδυασμό με τις γενικότερες στην Ιόνια Πολιτεία πολιτικές εξελίξεις τον ενδυνάμωσαν, με αποτέλεσμα να βρεθούν σε αδυναμία οι Δ. Καλλίνικος και Γ. Βερύκιος, και μετά από ένα χρόνο να αναγκαστούν να έρθουν σε συνεργασία  με τον πρώτο για την έκδοση κοινής εφημερίδας: έκλεισαν τον Ιούνιο του 1859 οι δυο εφημερίδες και συγχωνεύτηκαν σε μία με τον τίτλο Φωνή του Ιονίου και Ρήγας, με κυκλοφορία του πρώτου φύλλου στις 3-10-1859. Η συνεργασία, βέβαια, υπήρξε προβληματική, καθώς ο Δ. Καλλίνικος, αγνός αγωνιστής, μετά από ένα περίπου μήνα συνεργασίας αποχώρησε ουσιαστικά από τη σύνταξη της εφημερίδας (Νοέμβριος του 1859), για να την εγκαταλείψει και τυπικά το Μάιο του 1860, ενώ ο Γ. Βερύκιος θα τον ακολουθήσει με αρκετή καθυστέρηση, το Φεβρουάριο του 1863.
[56] Βλ. εφ. Νέα Εποχή, φ. 7, 25-4-1858 έ.ελ., 1, («Αι παρακλήσεις της Νέας Εποχής»).
[57] Βλ. Π. Πανάς, ό.π., σσ. 22-23, 24-25.
[58] «Προς τον λαόν της Επτανήσου», εν Κεφαλληνία τη 5η Μαΐου 1858 έ.π., τύποις «Η Κεφαλληνία», 1858. Αποσπάσματα της προκήρυξης βλ. Π. Πανάς, ό.π., σσ. 23-24. 
[59]  Βλ. εφ. Νέα Εποχή, φ. 10, 17-5-1858, 1-2, («Η απάντησίς μας»).
[60] Πρόκειται για το ιστορικό ψήφισμα της  Ένωσης, που υποβλήθηκε από τη ριζοσπαστική ομάδα στην Θ΄ Ιόνια Βουλή στις 26 Νοεμβρίου 1850, αλλά δεν έγινε κατορθωτή η ολοκλήρωση της ανάγνωσης του κειμένου στο σύνολό του, γιατί η αγγλοϊόνια κυβέρνηση με τα όργανά της στη Βουλή κήρυξε με ειδικό διάταγμα του αρμοστή τη λήξη της συνόδου και την παύση της Βουλής, βλ. Σπ. Λουκάτος,  ό.π., σσ. 172-175.
[61] Ο συντάκτης του άρθρου αναφέρεται στην ομόφωνη διακήρυξη υπέρ της Ένωσης της ΙΑ΄ Ιόνιας Βουλής, η οποία προέκυψε κατά τη συζήτηση για το βρετανικό σχέδιο αποικισμού της Κέρκυρας και των Παξών, βλ. Σπ. Βερύκιος, ό.π., σσ. 349-360, καθώς και  Σπ. Λουκάτος, «Επικίνδυνη κρίση στο Ενωτικό των Επτανήσων Ζήτημα. Η απόπειρα αποικισμού της Κέρκυρας και των Παξών, 1856-1858», Κυμοθόη, τχ. 18 (2008), σσ. 89-114. Ο Κ. Λομβάρδος, επειδή πρωτοστάτησε σε εκείνη τη συζήτηση, θεωρούσε την 20ή Ιουνίου 1857 ως «δική» του ημέρα, ισοδύναμη με την 26η Νοεμβρίου 1850 (ψήφισμα των ριζοσπαστών της Θ΄ Ιόνιας Βουλής). «Και όχι μόνο αυτό, αλλά τη θεωρούσε και πιο σπουδαία από εκείνη, με βασικό επιχείρημα ότι το ψήφισμα της 26ης Νοεμβρίου 1850 ήταν πρόταση μιας μειοψηφίας [των ριζοσπαστών] που δεν πρόλαβε ούτε να διαβαστή, ενώ η απόφαση της 20ής Ιουνίου 1857 πάρθηκε επίσημα και παμψηφεί», Γ. Αλισανδράτος, Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός. Σχέδιο για δοκίμιο πολιτικής ιστορίας, ό.π., σσ. 62-63.
[62] Την επιστολή βλ. Γ. Αλισανδράτος, «Και άλλα τρία γράμματα του Ιωσήφ Μομφερράτου», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τ. 5 (1986),  Αφιέρωμα στον Ακαδημαϊκό Διονύσιο Α. Ζακυθηνό, σσ. 271-272.
[63] Την επιστολή βλ. ό.π., σσ. 273-274.
[64] Την επιστολή βλ. ό.π., σσ. 270-271.
[65] Την επιστολή βλ. Γ. Αλισανδράτος, Κείμενα για τον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό, ό.π., σσ. 346-351.
[66] Βλ. Δημήτριος Γκίνης – Βαλέριος Μέξας, Ελληνική Βιβλιογραφία 1800-1863, τ. Γ΄, αρ. 10839. Πρόκειται για ένα  σπάνιο σήμερα φυλλάδιο.
[67] Σημειώνουμε εδώ ότι η ζακυνθινή ριζοσπαστική εφημερίδα Ο Ρήγας δεν έγραψε τίποτε για το φυλλάδιο του Ι. Μομφερράτου, ούτε αναδημοσίευσε κάποια αποσπάσματα, τηρώντας προφανώς τη δέσμευσή της να μην ασχοληθεί στο εξής με τον Κ. Λομβάρδο.
[68] Αυτό το πληροφορούμαστε από την επιστολή του Κ. Λομβάρδου προς τον Ι. Μομφερράτο με ημερομηνία 12/24 Αυγούστου 1858 (βλ. γι’ αυτήν αμέσως παρακάτω), με την οποία ο τελευταίος ενημέρωνε τον πρώτο και για την έκδοση του φυλλαδίου του.
[69] Την επιστολή βλ. Γ. Αλισανδράτος, ό.π., σσ. 344-346. 
[70] Πράγματι, ο Κ. Λομβάρδος δημοσίευσε αυτές τις επιστολές του σε ημίφυλλο με τον τίτλο «Δύο επιστολαί προς τον κ. Ιωσήφ Μομφερράτον», βλ.  Γ. Αλισανδράτος, ό.π., σ. 342.
[71]  Αυτό προκύπτει από όσα έχει σημειώσει σε άρθρο του ο Διονύσιος Ρώμας, «Η πόλις της Ζακύνθου πριν και μετά την Ένωση. (Σύντομη πολεοδομική και κοινωνιολογική επισκόπηση)», Χρονικά Ζακύνθου, τ. Α΄ (1964), ό.π., σσ. 161-162, σημ. 2, όπου αναγράφεται απόσπασμα της παραπάνω επιστολής, άγνωστης από άλλη πηγή, του Ι. Μομφερράτου προς τον Κ. Λομβάρδο.
[72] Θα σταματήσει εδώ η ανταλλαγή επιστολών και η ιδεολογικοπολιτική  αντιπαράθεση θα συνεχιστεί μέσα από τον τύπο, καθώς στην Κεφαλονιά τον επόμενο μήνα (Σεπτέμβριος του 1858) θα επανεκδοθεί η ριζοσπαστική εφημερίδα  Κεραυνός, (φ. 4, 2-9-1858), που είχε διακοπεί το Νοέμβριο του 1855,  (βλ. Ντ. Κονόμος, ό.π., σ. 128, και Ε.-Λ. Σταυροπούλου,  ό.π., σσ. 118-122 ), και το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου η Αναγέννησις, (φ. 36, 15-11-1858), που είχε διακοπεί το Σεπτέμβριο του 1851, (βλ. Ντ. Κονόμος, ό.π., 114-116, και Θανάσης Καλαφάτης, «Η “Αναγέννησις” των ριζοσπαστών. Ιδεολογικές καταβολές και αναζητήσεις του Επτανησιακού Ριζοσπαστισμού», εφ. Η Καθημερινή, 30-5-1999, ένθετο Επτά Ημέρες, σσ. 25-27).   
[73] Πριν ανακοινωθούν στη Βουλή από τον W. E. Gladstone οι μεταρρυθμιστικές του προτάσεις και αρχίσει η σχετική συζήτηση, εντελώς ξαφνικά ο μέχρι τότε μεταρρυθμιστής βουλευτής Αντώνιος Δάνδολος κατέθεσε πρόταση «υπέρ της ενώσεως». Το σχέδιο (από την πλευρά της Προστασίας σε συνεργασία με κύκλο μεταρρυθμιστών) ήταν να απορριφθεί πρώτα το αίτημα της Ένωσης από την Αγγλίδα βασίλισσα, όπως σίγουρα αναμενόταν, ώστε η Βουλή αναγκαστικά να αποδεχτεί τις προτεινόμενες από τον Gladstone  μεταρρυθμίσεις  βλ. Ανδρέας Ιδρωμένος, Ο υπέρ της εθνικής αποκαταστάσεως αγών των Επτα­νησίων 1815-1864. Πολιτική Ιστορία της Επτανήσου επί της Αγ­γλικής Προ­στασίας, εν Κερκύρα 1889, σ. 112.
[74] Το κείμενο της ικετήριας αναφοράς βλ. Σπ. Βερύκιος, ό.π., σσ. 374-375.  Αρνητική ήταν προφανώς η απάντηση της βασίλισσας. Για όλα αυτά βλ. ό.π., 371-378, και Σπ. Λουκάτος, Η Επτανησιακή Πολιτική Σχολή των Ριζοσπαστών, ό.π., σσ. 190-195.
[75] Το κείμενο της ανακοίνωσης της «Δημοτικής Επιτροπής» δημοσιεύτηκε στην εφ. Αναγέννησις, φ. 44, 17-1-1859, Παράρτημα, 24-1-1859, 1α.
[76] Εντονότατη υπήρξε η αποδοκιμασία της ικετήριας αναφοράς και της συγκεκριμένης τακτικής της Βουλής από τον Ι. Μομφερράτο, βλ. εφ. Αναγέννησις, φ. 45, 31-1-1859, 1 «Το εθνικόν ζήτημα και η Βουλή»: «[…] ούτω δε πράττουσα [η Βουλή] όχι μόνον εαυτήν εξηυτέλισεν, αλλά και το μέγα της εθνικής αποκαταστάσεως ζήτημα το επί του κυριαρχικού δικαίου του Επτανησιακού λαού στηριζόμενον εκ της υψηλής αυτού περιωπής κατεβίβασεν εις την ταπεινήν θέσιν δευτερεύοντος καταθετομένου εις τους πόδας των δυναστών και παραδιδομένου ως έρμαιον εις την διάκρισιν της διπλωματίας. […]».
[77] To 1859 εκδόθηκε στο Παρίσι το βιβλίο του François Lenormant La Question Ionienne devant lEurope, το οποίο μεταφράστηκε την ίδια χρονιά στα ελληνικά από τον «Επτανήσιο» [= Αναστάσιο Γαήτα]: Το Ιόνιον ζήτημα ενώπιον της Ευρώπης, υπό Φρ. Λενορμάν, Μετάφρασις εκ του Γαλλικού υπό *** Επτανησίου, εν Ζακύνθω 1859. Σημειώνουμε εδώ ότι ο Γάλλος συγγραφέας, αρχαιολόγος στο επάγγελμα, σε ένα από τα πολλά ταξίδια του στην Ελλάδα πέρασε και από τη Ζάκυνθο, όπου συναντήθηκε με τον Κ. Λομβάρδο, ο οποίος και τον επηρέασε στο Επτανησιακό Ζήτημα, με αποτέλεσμα να μη γνωρίσει ο Fr. Lenormant  τις βασικές  θέσεις του γνήσιου ριζοσπαστισμού.
[78] Βλ. εφ. Αναγέννησις, φ. 56, 25-4-1859, 1γ, («Οι κ.κ. Λενορμάνος και Δουνοαγέρος περί Επτανήσου»).  
[79] Βλ. εφ. Η Φωνή του Ιονίου, φ. 47, 2-5-1859, 3αβ.
[80] Βλ. εφ. Αναγέννησις, φ. 59, 16-5-1859, 1, («Απάντησις προς την Φωνήν του Ιονίου»).
[81] Βλ. εφ. Η Φωνή του Ιονίου, φ. 50, 5-6-1859, 4β.
[82]  Ήθελε, φαίνεται, να κλείσει το θέμα ο Κ. Λομβάρδος, γιατί στο μεταξύ είχε έρθει σε συνεννόηση με τους Δ. Καλλίνικο και Γ. Βερύκιο και ετοιμάζονταν για την έκδοση κοινής εφημερίδας. Έτσι  η κανονική απάντηση  δε δόθηκε ποτέ.
[83] Βλ. σχετικά Σπυρίδων Μαλάκης, Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας ή ιστο­ρικόν επεισόδιον επί ενεργειών δρασάντων τινών προσώπων προς επίτευξιν της Μεγάλης Ιδέας, εν Αθήναις 1895, σσ. 317-500, 527-544· Γ. Αλισανδράτος, «Ο Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός (1848-1864) και η σχέση του με τις γαλλι­κές επαναστάσεις του 1789 και 1848 και το ιταλικό Risorgi­mento», Πρακτικά Β΄ Συνεδρίου Επτανησιακού Πολιτισμού  «Πολιτι­σμικές επαφές στα Επτάνησα και αναμεταδόσεις στον υπόλοιπο Ελλαδικό χώρο, 16ος – 20ός αι.», (Λευκάδα, 3-8 Σεπτεμβρίου 1984), Εταιρεία Λευ­καδικών Μελετών, Αθήνα 1991, σσ. 364-373∙ Αντώνης Λιάκος, Η ιταλική ενοποίηση και η Μεγάλη Ιδέα, εκδ. Θεμέλιο, [Αθήνα 1985],  σσ. 114-118, 145-169.
[84]  Σπ. Μαλάκης, ό.π., σσ. 323-324.
[85]  Βλ. Α. Λιάκος, ό.π., σσ. 145-150.
[86]  Για τον Φρ. Δομενεγίνη βλ. πρόχειρα Στ. Παπαδάτος, ό.π., σσ. 258-260. 
[87] Όλη αυτή η κατάσταση προκάλεσε σύγχυση στους ηγέτες των ιταλικών κομιτάτων και οργανωτικές δυσλειτουργίες, βλ. Α. Λιάκος, ό.π., σσ. 148-150, 168-169.
[88] Ό.π., σ. 149.
[89] Βιογραφία Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου …, ό.π., σ. 94.
[90] Για τη σχεδιαζόμενη τότε (1861-1862) εκστρατεία του Γαριβάλδη στα Βαλκάνια βλ. Α. Λιάκος, ό.π., σσ. 79-89.
[91] Βλ. Η. Ζερβός Ιακωβάτος, Αι δύο πρωτεύουσαι της Ανατολής …, ό.π.,  σσ. 37-39, 107-118, 149-150. Αλλά και ο Ι. Μομφερράτος δεν είχε καμιά πρακτική συμμετοχή στην κίνηση των κομιτάτων·  επέμενε ότι το να περιμένουμε να πάρουν οι ξένοι πρωτοβουλίες για τη λύση του δικού μας εθνικού προβλήματος «παρεκτός του ότι είναι όλως αναξιοπρεπές, είναι συνάμα και ιδέα όλως εσφαλμένη και χιμαιρική», εφ. Ο Αληθής Ριζοσπάστης, φ. 1, 15/27-9-1862, 2γ.
[92] Βλ. εφ. Νέα Εποχή, φ. 186, 15-9-1861. Για τον Γ. Λιβαδά βλ. Η. Τσιτσέλης, ό.π., τ. Α΄, σσ. 294-302· Παύλος Γρατσιάτος, Βιογραφία Γερασίμου Λειβαδά, εν Κεφαλληνία 1877· Βαρβάρα Θεοδωροπούλου-Λιβαδά, Ο εγκαινιστής και πρώτος σπορεύς του ριζοσπαστισμού Γερ. Λιβαδάς, Αθήναι 1960· Αγγελο-Διονύσης Δεμπόνος, «Άγνωστες δικαστικές περιπέτειες του ριζοσπάστη Γεράσιμου Λιβαδά», Παρνασσός, τ. Κ΄ (1978), σσ. 593-601· Νικόλαος Μαραγκάκης, «Το αρχείο της οικογένειας του ριζοσπα΄στη Γεράσιμου Λιβαδά – Πληροφορίες για την ζωή και την δράση του», Πρακτικά Η΄ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, (Κύθηρα, 21-25 Μαΐου 2006), τ. ΙΙΙ, Εταιρεία Κυθηραϊκών μελετών, Κύθηρα 2009, σσ. 287-315.
[93] Βλ. εφ. Αλήθεια, φ. 4, 7/19-10-1861.
[94] Εφ. Αλήθεια, φ. 11, 25-11/7-12-1861, 43.
[95] Βλ. Βιογραφία Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου …, σσ. 77-80. 
[96] Οι βελτιώσεις, σύμφωνα με την άποψη των ριζοσπαστών, ήταν νομοθετήματα μέσα στο πλαίσιο του Συντάγματος – άρα  δεν ταυτίζονταν σε καμιά περίπτωση με τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις -  με τα οποία θα δίνονταν λύσεις σε σύγχρονα προβλήματα του λαού. Βλ. σχετικά Π. Πανάς, ό.π., σσ. 9-12, 43-44, 58-59. Βελτιώσεις, άλλωστε, είχαν προτείνει οι ριζοσπάστες βουλευτές και στην Θ΄ Ιόνια Βουλή, βλ. Σπ. Λουκάτος, ό.π., 175-177. 
[97] Εκείνη η αγόρευση του Η. Ζερβού Ιακωβάτου εκδόθηκε σε ξεχωριστό φυλλάδιο: Λόγος εκφωνηθείς υπό του προέδρου της ΙΒ΄ Βουλής της Επτανήσου δρος Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου, κατά την συνεδρίασιν της 12ης Μαρτίου 1862, επί του σχεδίου της απαντήσεως, Κεφαλληνία 1862.   
[98]  Βλ. την  αγόρευση του Κ. Λομβάρδου σε ξεχωριστό φυλλάδιο:  Αγόρευσις του Βουλευτού Ζακύνθου Δρος Κωνσταντίνου Λομβάρδου εν τη Ιονίω Βουλή. Κατά την συνεδρίασιν της 20 Μαρτίου 1862, προς υποστήριξιν της υπό της Βουλής παραδεχθείσης απαντήσεως εις τον λόγον του Αρμοστού και προς ανασκευήν της κατά την αυτήν συνεδρίαν αγορεύσεως του Προέδρου της Βουλής, υποστηρίξαντος τα υπό της Βουλής απορριφθέντα άλλα δύω σχέδια Απαντήσεως, Κερκύρα 1862.    
[99] Πρακτικά των συνεδριάσεων της Νομοθετικής Συνελεύσεως του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων κατά την πρώτην σύνοδον της δωδεκάτης βουλευτικής περιόδου κατά το έτος 1862, Κερκύρα 1862, σ. 563.   
[100] Ο Κ. Λομβάρδος, μαζί με άλλους, συνειδητά διαστρέβλωνε το περιεχόμενο και τη σκοπιμότητα των βελτιώσεων, για να κατηγορήσει τους δύο Κεφαλονίτες ριζοσπάστες Η. Ζερβό Ιακωβάτο και Ι. Μομφερράτο για ανακολουθία και  ασυνέπεια, φτάνοντας μέχρι και την κατηγορία της προδοσίας: οξύνοντας, μάλιστα, τη συζήτηση, ζήτησε να ληφθεί απόφαση, προκειμένου να «κηρύσσεται αυτόχρημα εθνική προδοσία» «πάσα περί μεταρρυθμίσεως του συντάγματος προσπάθεια», αλλά η Βουλή, όμως, δε συμφώνησε με κάτι τέτοιο και ψήφισε (με 27 υπέρ και 7 κατά) πρόταση του Λευκαδίτη βουλευτή Γεράσιμου Σέρβου, σύμφωνα με την οποία το Σώμα κήρυξε «αντεθνικήν πάσαν προσπάθειαν προς συνταγματικήν μεταρρύθμισιν»,  Πρακτικά συνεδριάσεων..., ό.π., σσ. 690, 799.    
[101] Σχεδόν στο σύνολό τους οι βουλευτές δέχτηκαν την πρόταση του Α. Κοκκίνη, ο αρμοστής όμως την απέρριψε ως απαράδεκτη,  βλ. Πρακτικά των συνεδριάσεων…, σσ. 1092, 1151-1152. 
[102] Πρακτικά των συνεδριάσεων..., ό.π., σσ. 1105-1106.
[103] Πρακτικά των συνεδριάσεων..., ό.π., σσ. 1095-1096. Βλ. και Γ. Αλισανδράτος, «Ιωσήφ Μομφερράτου Αυτοβιογραφικά σημειώματα…., σ. 22.
[104] Βλ. Δημήτρης Αρβανιτάκης, «Ενωτιστές και Ριζοσπάστες στο Ιόνιο (1848-1864): δρόμοι που άνοιξαν και δρόμοι που έκλεισαν για τις επτανησιακές κοινωνίες του 19ου αιώνα», Τα Ιστορικά, τχ. 54 (Ιούνιος 2011),  σσ. 171, 175.
[105] Η μελέτη της σύγκρουσης μεταξύ ριζοσπαστών και ενωτιστών πρέπει να συνεχιστεί, μακριά όμως από αντιλήψεις και ιδεολογήματα του τύπου: «παραχάραξη ή παραποίηση» του Ριζοσπαστισμού από τον Κ. Λομβάρδο,  «σχίσμα» της ηγεσίας ή και «διάσπαση» του ριζοσπαστικού κινήματος, «εξομάλυνση αντιφάσεων και αντιθέσεων». Αν η Ιστορία δεν ενσωματώνει αυτή καθεαυτή την πραγματικότητα μαζί με τις υπερβάσεις και τις προσγειώσεις της, τους ηρωισμούς και τις προδοσίες επωνύμων και «ανωνύμων», τις επιτυχίες και τις αποτυχίες κινήσεων και κινημάτων, τις συγκρούσεις και τους συμβιβασμούς ατόμων και συλλογικοτήτων, τότε γίνεται ψευδεπίγραφη. Η βαθύτερη έρευνα της σύγκρουσης μεταξύ ριζοσπαστών και ενωτιστών πιστεύουμε ότι θα συμβάλει ακόμη διαυγέστερα στην κατανόηση των ιδεών και των μηχανισμών εκείνης της εποχής, ενώ προσδοκούμε να φέρει στο φως νέα στοιχεία για τη δομή, τη λειτουργία, την πολιτική και την τακτική του ριζοσπαστικού κινήματος.