Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ο ΜΕΣΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ


Το κείμενο της ομιλίας που εκφωνήθηκε σε εκδήλωση στα Μεσοβούνια στις 16 Αυγούστου 2016,
σε εκδήλωση του Μορφωτικού - Πολιτιστικού Συλλόγου "Οι φίλοι του Ραυτοπούλειου Κληροδοτήματος"

             
         
Απόψε θα μιλήσουμε για έναν ξεχωριστό Μεσοβουνιώτη.
Τον Ιούνιο του 1924 ο Ευάγγε­λος Ραυτόπουλος του Γε­ράσιμου από τα Μεσοβούνια της Ερίσσου αφήνει στο μακρινό Καράτσι των Ινδιών την τελευταία του πνοή, αφού λίγους μήνες πριν είχε συντάξει τη διαθήκη του, με βάση την οποία κληροδοτούσε στο χωριό του και τους χωριανούς του όλη την περιουσία του και μάλιστα την κινητή, που είχε αποκτήσει μετά από 35 συνεχή χρόνια εργασίας ως υπάλληλος στο εκεί κατάστημα του Οίκου των Αδελφών Ράλλη.
 Oι αδελφοί Ράλλη κατάγονταν από τη Χίο και ο Οίκος τους ήταν από τα μέσα του 19ου αιώνα μία από τις σημαντικότερες  ελληνικές εμπορικές επιχειρήσεις του Λονδίνου με μεγάλο αριθμό συνεργατών και υπαλλήλων και πληθώρα υποκα­ταστη­μάτων σε όλο σχεδόν τον κόσμο. Ειδικότερα, στις Ινδίες η δράση του Οίκου Ράλλη ξεκίνησε στη δεκαετία του  1850. Ήταν η περίοδος που η απέραντη και πλούσια χώρα των Ινδιών περνούσε εξολοκλήρου και αποκλειστικά κάτω από τον αποικιακό έλεγχο της Αγγλίας (1858). Ο Οίκος Αδελφών Ράλλη αρκετά σύντομα δραστηριοποιήθηκε στις τέσσερις ανεπτυγμένες ινδικές εμπορικές πόλεις, την Καλκούτα, τη Βομβάη, το Καράτσι και το Μαντράς και στη συνέχεια απλώθηκε στα σημαντικότερα εμπορικά και παραγωγικά κέντρα της ενδοχώρας. Στο Καράτσι, όπου εργάστηκε ο Ραυτόπουλος, το παράρτημα ιδρύθηκε το 1883 και διαχειριζόταν το εμπόριο των βόρειων και βορειοδυτικών επαρχιών των Ινδιών. εμπορευόταν κυρίως βαμβάκι, αλλά και σιτηρά, δέρματα και κόκκαλα.
Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι η επιχείρηση των Αδελφών Ράλλη στις Βρετανικές Ινδίες προτιμούσε για την επάνδρωσή της Έλληνες και κυρίως νεαρούς ανύπαντρους από τη Χίο και την Κεφαλονιά αλλά και από τη Σμύρνη και την Κων/πολη, γιατί αυτοί χαρακτηρίζονταν από ευφυΐα και εμπορικό μυαλό. Η πολιτική της επιχείρησης ήταν να προσλαμβάνει νέους ως μαθητευόμενους, να τους εκπαιδεύει στους αντίστοιχους τομείς δραστηριότητας και να τους διατηρεί στην επιχείρηση όσο το δυνατό μεγαλύτερο διάστημα. Οι συνθήκες διαβίωσης για τους εργαζόμενους ήταν δύσκολες λόγω του ανθυγιεινού κλίματος, των τροπικών ασθενειών και της πολύχρονης θητείας τους στην ενδοχώρα. Οι μισθοί γενικά ήταν ελκυστικοί, ενώ κάθε τέσσερα χρόνια οι εργαζόμενοι μπορούσαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους με άδεια εννιά νηνών «μετ’ αποδοχών». Υπήρχε, πάντως, ρήτρα στη σύμβαση εργασίας τους με την επιχείρηση, σύμφωνα με την οποία όφειλαν να παραμείνουν ανύπαντροι για εφτά χρόνια, πριν υποβάλουν αίτηση στην εταιρεία, για να τους επιτρέψει να παντρευτούν…
Σε αυτήν, λοιπόν, την εταιρεία αποφασίζει ο Ευάγγελος Ραυτόπουλος να εργαστεί, ο οποίος είχε γεννηθεί στα Μεσοβούνια στις 11 Μαρτίου 1858. Ήταν γιος του Μεσοβουνιώτη μικροκτηματία Γεράσιμου, που ασκούσε το επάγγελμα του νοτάριου, του συμβολαιογράφου δηλαδή, στην περιοχή της Ερίσσου, και της Ειρή­νης Βανδώρου του Παναγή από τα Βεντουράτα ή τον Αγριλιά της Ερίσσου. Θείος του ήταν ο Παναγής Ραυτόπουλος, δασκάλος στο πρώτο αλληλοδιδακτικό σχολείο των Μεσοβουνιών και νουνός του ο Παναγής Καλαφάτης από την Άσο. Στην οικογένεια υπήρχαν ακόμη άλλα τρία παιδιά, η Ασπασία  και οι δίδυμοι Μιλτιάδης και Διονύ­σιος, γεννημένοι το 1848. Φαίνεται ότι ο πατέρας Γεράσιμος ήταν τίμιος άνθρωπος και τον εκτιμούσαν οι Ρισιάνοι. Μάλιστα, ο ίδιος ο γιος Ευάγγελος ήταν περήφανος για το ήθος του πατέρα του.
            Ο μικρός Ευάγγελος άκουσε τα εγκύκλια μαθήματα στα Μεσοβούνια, αλλά δε θα μπορέσει, φαίνεται, να συνεχίσει τις σπουδές του σε ανώτερη βαθμίδα, εξαιτίας οικονομικών δυσκολιών. Αυτή, προφανώς, η οι­κογενειακή οικονομική στενότητα θα ήταν η αιτία της μετανά­στευσής του, δη­μιουργώντας έτσι μια ακόμη τυπική περίπτωση ξενιτεμένου Κεφαλο­νίτη. Αργότερα, σε κάποια επιστολή του θα καλοτυχίζει όσους ξενιτεύονται, για να βρουν εργασία, αλλά και για μπορούν έτσι να συντηρούν τους δικούς τους στο χωριό.
          Δε γνωρίζουμε πώς έφτασε μέχρι τις Ινδίες. Το 1880, σε ηλικία 22 χρονών, εργάζεται στη Σμύρνη σε κάποιο ίσως παράρτημα του Οίκου των Αδελφών Ράλλη, όπου κινδύνεψε να σκοτωθεί από τους Τούρκους αλλά και από το τραίνο: «[…] θαύμα πως εγλύτωσα από τους Τούρκους, γιατί ήμουνα κοντός, ενώ ο φονιάς ήτο ψηλός και έτσι με άφισαν», θα γράψει αργότερα σε κάποια επιστολή του (23-2-1924).
          Στο Καράτσι των Ινδιών θα φτάσει το 1889, σε ηλικία 31 χρονών, όπου θα εργαστεί για 35 συνεχή χρόνια σε εξωτερικές εργασίες. Και όπως ό ίδιος έχει σημειώσει, ποτέ του δεν αρρώστησε και άρα ποτέ δεν απουσίασε από την εργασία του. Παρέμεινε ανύπαντρος, ακολουθώντας μια ήρεμη ζωή, με εγκράτεια, ενώ είχε καθιερώσει μια ώρα γυμναστική την ημέρα.
          Κάποιες επιστολές του, που έχουν ευτυχώς διασωθεί, και η διαθήκη του, που σώζεται εδώ στο γραφείο της Τοπικής Κοινότητας Μεσοβουνιών, μας επιτρέπουν ως ένα βαθμό να σκιαγραφήσουμε το χαρακτήρα του Ευάγγελου αλλά και να καταγράψουμε τις κοινωνικές του αντιλήψεις και νοοτροπίες.
          Πρόκειται για έναν άνθρωπο έντιμο, φιλότιμο και συνεπή, πειθαρχημένο και εργατικό, ολιγαρκή και καθόλου σπάταλο. Στις σχέσεις του με τους συναδέλφους του ή με τους συγχωριανούς του είναι αυστηρός και συνάμα δίκαιος, υποστηρικτής πάντοτε των αδύναμων. Τον διακρίνει το χιούμορ και ο αυθορμητισμός. Γενικότερα έχουμε να κάνουμε με μια αξιόλογη προσωπικότητα, που από νωρίς είχε στο μυαλό της το αίσθημα του καθήκοντος, της προσφοράς.
          Ο Ραυτόπουλος παρακολουθεί από την ξενιτειά τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Έχει κατασταλάξει ιδεολογικοπολιτικά. Μετανάστης ο ίδιος και σκληρά εργαζόμενος, αντιλαμβάνεται την ταξικότητα της κοινωνίας, την εκμετάλλευση των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων αλλά και την αξία της αλληλεγγύης μεταξύ των εκμεταλλευομένων. Θεωρεί, βέβαια, ότι τότε αρχές του 20ού αιώνα ο Βενιζέλος μπορεί να εκφράσει τα λαϊκά στρώματα, γι’ αυτό και τον υποστηρίζει. Παράλληλα, ο Μεσοβουνιώτης εργαζόμενος παρακολουθεί τα νεωτεριστικά ρεύματα στην  εκπαίδευση και την παιδαγωγική, καθώς εκείνη την περίοδο στην εταιρεία των Αδελφών Ράλλη στις Ινδίες εργάζονται και άτομα με πνευματικές ανησυχίες και ενδιαφέροντα, όπως ο Αλέξανδρος Πάλλης και ο Κλεάνθης Μιχαηλίδης (ο γνωστός Αργύρης Εφταλιώτης) στη Βομβάη, ο Δημήτρης Πετροκόκκινος στην Καλκούτα και ο Πέτρος Βλαστός στο Καράτσι. Κοινό τους γνώρισμα όλων αυτών το πάθος τους για τη δημοτική γλώσσα. – ήταν τότε, τέλη του 19ου-αρχές του 20ού αιώνα, σε οξύτητα το γλωσσικό ζήτημα – και για την μορφωτική/πνευματική αναγέννηση της Ελλάδας.  Δεν αποκλείεται, λοιπόν, ο Ραυτόπουλος να έχει γνωριστεί με τον Π. Βλαστό και να έχει επηρεαστεί από τον τελευταίο στα θέματα της εκπαίδευσης.

 Πιστεύει ο ίδιος στη μετασχηματιστική δύναμη του σχολείου – κάτι που από τη νεανική του ηλικία τον προβλημάτιζε. Γι’ αυτό, άλλωστε, θα διαθέσει αργότερα οικόπεδο και χρήματα για την ανέγερση σχολείου στο χωριό του. Να τι έγραφε ένα χρόνο πριν πεθάνει: «Εκ μικράς ηλικίας είχα την ιδέαν ότι εις τα χωρία πρέπει να καλλιεργείται η εκπαίδευσις του λαού, διά να προοδεύση το έθνος, όπου υπάρχει το οξυγόνον και όλα τα φυσικά προτερήματα, διά να γίνη πραγματική Δημοκρατία» (21-4-1924). Πρόκειται για αντίληψη προοδευτική, ζυμωμένη μέσα στο πλαίσιο του Διαφωτισμού. Επίσης, έστελνε χρήματα για ζητήματα μόρφωσης: «Έστειλα και δέκα λίρες αγγλικές του Μπάμπη του Χαροκόπου για τον γυιόν του Νικόλα του Σάββα Αντίππα για δικαιώματα του σχολειού του […]» (26-5-1921).
  Υποστηρικτής της Δημοτικής, της απλής γλώσσας, δεν αφήνει ευκαιρία που να μην υπογραμμίζει την αξία της γλώσσας του λαού και να προτρέπει φίλους και γνωστούς να γράφουν σε αυτήν. Απευθυνόμενος στην αγράμματη κουμπάρα του τη Μαργαρίτα, της γράφει: «Παρακαλώ, πες του γραμματικού σου να μη μου γράφει ελληνικούρες, γιατί ούτε συ ούτε εγώ τις καταλαβαίνω. Και εγώ μεσοβουνιώτης είμαι από τις Λύμπες» (26-5-1921).
   Έχει φιλοσοφήσει τη ζωή. «Είμαστε όλοι περαστικοί», γράφει σε επιστολή του, από αυτόν τον κόσμο. Και αυτό που πρέπει να απασχολεί τον κάθε άνθρωπο είναι «να έχει λίγο φιλότιμο και υπόληψι» και να αφήσει «καλό όνομα», καθώς «ό,τι πλούτη και να κάμει εδώ θα μείνουνε» (23-2-1924).
  Ενδιαφερόταν για τον τόπο καταγωγής του και τους ανθρώπους αυτού του τόπου. Και εκεί στην ξενιτειά τους σκεφτόταν. Γνώριζε πόσο σκληρή είναι η δουλειά του κάμπου, γνώριζε ότι ο αγρότης εξαρτιόταν από τα καιρικά φαινόμενα. Θυμόταν την Κεφαλονιά, «που ποτέ δεν ήλθε μια εσοδεία καλή, αλλά έρχεται και η βροχή τον Αύγουστο και τα κάνει θάλασσα εις όλα τα εισοδήματα» (23-2-1924). Όταν, μάλιστα, συμβεί κάτι τέτοιο, δεν είναι δυνατόν οι σέρμπροι να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους στους αγροδότες. Γι’ αυτό όταν παραπονιέται ο αδελφός του Μιλτιάδης ότι οι σέμπροι δεν του έδωσαν τίποτε, αναρωτιέται ο ίδιος: «πώς να του δώσουν, αφού δεν έχουν εισόδημα καθόλου» (23-2-1924).
  Δε σηκώνει το άδικο, ακόμη κι αν προέρχεται από δικούς του ανθρώπους. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση με τον αδελφό του Μιλτιάδη, ο οποίος κατά την πώληση ενός αγροκτήματος προσπάθησε να ξεγελάσει μια χωριανιά του, τη Μαργαρίτα, χήρα του Αλέξανδρου Ραυτόπουλου, που ήταν και αγαπημένη κουμπάρα του Ευάγγελου. Ο τελευταίος, μόλις πληροφορείται στο Καράτσι τα σχετικά, γεμάτος αγανάκτηση και θυμό για τη συμπεριφορά του αδελφού του, γράφει στη Μαργαρίτα: «[…] ο πατέρας μου και όλοι οι άλλοι του σπιτιού μου τέτοιες ατιμίες δεν τις εκάμανε ποτέ μα ποτέ !!! Τώρα αν ο αδελφός μου ο Μιλτιάδης ετρελάθηκε, να μην τον λογαριάζεις, διότι φαίνεται ότι η βίδα του μυαλού του του έστριψε […]». Και σε άλλο σημείο γράφει: «Λοιπόν να μην πας ούτε σε δικηγόρο ούτε στο δικαστήριο ούτε να του δώσεις μια πεντάρα […]. Σήμερα του γράφω αυστηρά να παύσει κάθε δικαστικό χαρτί που έχει ενάντιόν σου και πιστεύω ότι θα ακούσει, διότι αν δεν με ακούσει έχει να μάμει μαζύ μου ο άθλιος» (17-3-1921). Τελικά, υποχώρησε ο Μιλτιάδης και το ζήτημα σταμάτησε (23-2-1924).
                    
           Στις 31 Δεκεμβρίου 1923 η εταιρεία τον απέλυσε λόγω ηλικίας. Ήταν τότε 66 ετών. Η επιστροφή στο γενέθλιο χωριό, ο πολυπόθητος νόστος είχε πια αποκλειστεί. Ο ίδιος έχει σημειώσει με πίκρα στη διαθήκη του (Οκτ. 1923): «ὁ θάνατός μου ἐν Καράτσι ἦτο πεπρομένον παρ’ ὅλας μου τάς προσπαθείας» (άρθρο 13). Φαίνεται ότι ένιωθε πολύ καταβεβλημένος. Έχει γράψει: «Πλην φευ! παρ’ όλην την εγκράτειαν και γυμναστικήν ήλθε το επάρατον γήρας, επομένων σιγά-σιγά όλων των πικριών του». Και συμπεραίνει στις 21 Απριλίου 1924: «Όθεν είναι ευχάριστον εις εμέ το απότομον τέρμα». Τι σήμαινε εκείνη η φράση; Είχε καταλήξει στην αυτοχειρία, στην αυτοκτονία. Είναι, πράγματι, τραγική η κατάστασή του. Εξηγείται ωστόσο αυτή η συμπεριφορά του: αποκλεισμένος στο Καράτσι, χωρίς απασχόληση, χωρίς οικογένεια, με πολλή μοναξιά και με δύσκολα γηρατειά, βρήκε ως μοναδική διέξοδο την αυτοκτονία. Την ίδια ημέρα 21 Απριλίου 1924 έχει, επίσης σημειώσει για τον εαυτό του: «Ο πέραν του τάφου πονών και σκεπτόμενος την γλυκεία πατρίδα». Μετά από δυο μήνες, τον Ιούνιο του 1924, ο Μεσοβουνιώτης Ευάγγελος Ραυτόπουλος θα δώσει τέλος στη ζωή του στο Καράτσι των Βρετανικών Ινδιών και θα ταφεί μακριά από τα χώματα του χωριού του, που τόσο αγάπησε.

              Όταν συντάσσει τη διαθήκη του (Οκτώβριος 1923) ο Ευ. Ραυτόπουλος, οχτώ μήνες πριν από το θάνατό του, είναι κάτοχος μιας αξιο­πρόσε­κτης περιουσίας, την οποία δημιούργησε «μετά κόπου και οἰκονομίας», όπως ο ίδιος έχει σημειώσει στη διαθήκη του, προσαρμόζο­ντας μια οικονομική συμπεριφορά σ’ ένα πλαίσιο μακρόχρονης εργασίας και προσωπικής λιτής και μοναχικής ζωής. Και με το δεδομένο της έλλειψης φυσικών κληρο­νόμων ήταν επόμενο να υιοθετήσει λύση γόνιμης αξιο­ποίησης του προσωπικού του πλούτου: αποφασίζει  να διαθέσει την περιουσία του, κινητή και ακίνητη, στο γενέθλιο χωριό του, στους συγχωριανούς του. Το συνολικό ποσό της κινητής είναι 14.375 λίρες στερλίνες (σε δραχμές της εποχής εκείνης 5.390.625) και 27 ομολογίες ελληνικών δανείων, ενώ η ακίνητη πε­ριουσία του στα Μεσοβούνια προερχόμενη από την κληρονομική διαδικασία και αγοραπωλησίες περιλαμβάνει κα­τοικίες, ελαιώνες και σταφιδαμπελώνες αρκετών στρεμμάτων.
            Είναι πράγματι πλατύ το φάσμα, στο οποίο κινείται η ευεργετική δράση του Ευ. Ραυτόπουλου: οικονομικές ενισχύσεις προς οικείους, φίλους και συγ­χωριανούς του, δωρεές κτημάτων σε ακτήμονες καλλιεργητές, εκπαιδευτικές προσφορές και κοι­νωνικές παροχές. 
Ση­μειώνουμε μόνο ότι, μεταξύ των άλλων, δε θα ξεχάσει την υπηρέτρια του ανή­μπορου αδελφού του χωριό, τον «ευεργέτην» του, αυτόν δηλαδή που τον πρό­τεινε στον Οίκο των Αδελφών Ράλλη (άρθρο 13), τα κορίτσια του χωριού του για προικί­σεις και τα αγόρια για σπουδές, (άρθρο 14), το Οικονομικό Συσσίτιο Αργοστολιού και τις εκκλησίες του χωριού του (άρθρο 14). Θα αρνηθεί, όμως, εμφα­ντικά κάθε δωρεά προς τον εθνικό στρατό και στόλο - στοιχείο που τον διαφο­ροποιεί από τους άλλους μεγάλους ευεργέτες. «Δέν ἀφήνω τίποτε, θα γράψει, ὡς εἰρηνικῶν ἱδεῶν καί φιλάν­θρωπος. Ἀρκοῦν οἱ πόλεμοι πλέον». Για να συ­μπληρώσει αμέσως με προφανή πίκρα: «δυστυχῶς θά ἐξακολουθήσουν» (άρθρο 16). Ο ίδιος, όμως, όπως πιστεύει, δε θα έχει συνεργήσει σε αυτόν το φαύλο – κύκλο.

           Θα επιμείνουμε σε δύο μόνο περιπτώσεις κληροδοσιών, χαρα­κτηριστικών, κατά τη γνώμη μας, των αντιλήψεων και των οραμάτων του Μεσοβου­νιώτη υπαλλήλου, που έγινε πρωτοποριακός ευεργέτης.
 Την πατρική κτηματική του περιουσία στο χωριό την καλλιεργούσαν σέμπροι. Και ο ίδιος φαίνεται ότι είναι γνώστης της ταξικής ουσίας του θεσμού της αγρολη­ψίας, της «πιο σατανικής εφεύρεσης των γαιοκτημόνων». Η αγροληψία εξυπηρετούσε τυπικά και ουσιαστικά μόνο τα συμφέροντα του γιαοκτήμονα/αγροδότη, ενώ δημιουργούσε συνθήκες οικονομικά και κοινωνικά εξουθενωτι­κές στο γεωργό/αγρολήπτη. Ο Ραυτόπουλος έχει συνείδηση της εκμετάλλευσης, που υφίστα­νται οι καλλιεργητές/σέμπροι των πατρικών του κτημάτων στα Μεσοβούνια. Γι’ αυτό και προχωρεί σε μια γενναία, σε μια επαναστατική πράξη: «Ἀφήνω, γράφει στη διαθήκη του, τήν λοιπήν κτηματι­κήν περιουσία μου, ἀποτελουμένην ἀπό ἀμπέλους, σταφιδαμπέλους, χωράφια ἑλαίας, λόγγους, δεξαμενάς καί λοιπά, ὡς ἀναφέρονται ἐν τῷ κτηματολογίῳ μου, πρός τούς ἀγρολήπτας μισθωτάς συλλέκτας, τακτικούς ἤ ἐκτάκτους, ἔστω καί ἐπί δέκα ἡμέρας, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται καί θά εὑρεθοῦν κάτοχοι κατά τήν ἡμέραν τῆς δημοσιεύσεως τῆς παρούσης διαθήκης, καθό πραγματικοί ἰδιοκτῆ­ται ὡς καλλιεργηταί αὐτῶν» (άρθρο 5).
            Και επειδή είχε συναίσθηση της επαναστατικότητας, που εμπεριείχε αυτή του η προ­σφορά, για τα δεδομένα της Ελλάδας και ειδικότερα της Κεφαλονιάς, γι’ αυτό από τις μακρινές Ινδίες υπογράμμιζε στη διαθήκη του: «Τοῦτο δέ πράτω ὡς σοσιαλιστής ἐκ νεανικῆς μου ἡλικίας» και το αιτιολο­γούσε μάλιστα με τη γνωστή ρήση του Απόστολου Παύλου «ἐν [τῷ] ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγεῖν τόν ἄρτον σου» (άρθρο 5), για να μας εξηγήσει ότι αυτοί που εργάζο­νται και ιδρώνουν - είχε άλλωστε ιδίαν αντίληψη – δικαιούνται να τρώνε και επομένως τα κτήματα αυτά ανήκουν αποκλειστικά στους καλλιεργητές τους.
            Νομίζω ότι βρισκόμαστε μπροστά στη μονα­δική ίσως περίπτωση ευεργέτη, ο οποίος τολμά να διακηρύξει ότι διαπνέεται και ότι ωθείται στις ευ­εργετικές του πράξεις όχι από κάποιες γενικόλογες φράσεις φιλανθρωπίας αλλά από κοινωνιστικές/σοσιαλιστικές αρχές και ιδέες – όπως τις αντιλαμβανόταν ο ίδιος εκείνη την εποχή.
           
            Η δεύτερη περίπτωση σημαντικής κληροδοσίας σχετίζεται με την εκπαίδευση. Στο έξι στρεμμάτων κτήμα, που κληροδοτεί στο Ελληνικό Δημόσιο και την Κοι­νότητα Μεσοβουνιών και βρίσκεται σε κεντρικό σημείο του χωριού, ζητά να ανε­γερθεί «ἱσόγαιος Δημοτική Σχολή Ἀρρένων» (άρθρο 1). Δηλώνει, μάλιστα, ότι τον ενδιαφέρει η ίδρυση και λειτουργία σύγχρονου σχολικού συγκροτήματος, το οποίο θα διασφαλίζει σωστές συνθή­κες διδασκαλίας στους μαθητές. Και εξηγώντας αυτήν του την κληροδοσία αναφέρει ότι «αὐτός ἦτο ὁ πόθος μου ἐκ μικρᾶς ἡλικίας ἐκεῖ ὅπου πρῶτον εἶδον τόν ἥλιον ἐνθυμούμενος πάντοτε τάς φοβεράς ἐλλείψεις τῶν τότε σχολείων» (άρθρο 1).
           Ο ίδιος σε άλλα άρθρα της διαθήκης κάνει λόγο για το σχολικό κτήριο. Διατυπώνει σκέψεις και υποδείξεις πρωτοποριακές. Το ενδιαφέρον και οι προθέσεις του συναντιούνται με τις προοδευτικές, πρωτοπόρες αντιλήψεις και θέσεις των δημοτικι­στών της δεκαετίας του 1920, οι οποίοι, στο πλαίσιο της λειτουργίας του Σχολείου Ερ­γασίας, προτείνουν διαφορετική φιλοσοφία για την οργάνωση της σχολικής αίθουσας. Η σχέση ίσως του Μεσοβουνιώτη μετανάστη με τον Πέτρο Βλαστό στο Καράτσι αλλά και το συνεχές ενδιαφέρον του για την εκπαίδευση θα του είχαν δώσει την κατάλληλη γνωστική υποδομή για το θέμα.  
            Καταρχάς ο ίδιος στη διαθήκη του υποδεικνύει συγκεκριμένη θέση του οικοπέ­δου για την ανέγερση του κτηρίου, ώστε να είναι ευάερο το νέο σχολείο του χωριού του (άρθρο 1). Έπειτα, εκφράζει τη γνώμη του για τη στερεότητα του όλου συγκροτήματος: επειδή «ἡ Κεφαλληνία εἶναι πατρίς τῶν σεισμῶν», πρέπει ο εργολάβος να δημιουργήσει χωρίς «με­γάλη πολυτέλεια» ανθεκτική ισόγεια κατασκευή, στην οποία «τά διαχωρίσματα ἑκάστης τάξεως νά εἶναι στε­ρεά – τοῖχοι καί οὐχί ψευδότοι­χοι (μοροφίντα)» (άρθρο 16). Επιπλέον, κάνει λογο για την ευρυχωρία και τη φωτεινότητα των διδακτικών αιθουσών: «ἡ ὀροφή ὑψηλή, τά δωμάτια εὐάερα, τά παράθυρα με­γάλα»(άρθρο 16).  Μέσα σε ένα τέτοιο λιτό αλλά στέρεο σχολείο, με απλόχωρες και φωτεινές τις αίθουσές του, ονειρεύεται από το Καράτσι των Ινδιών ο εξη­νταπεντάχρονος Μεσοβουνιώτης μετανάστης Ευάγγελος Ραυτόπουλος να δι­δάσκονται τα παιδιά του χωριού του.
          Επιθυμία, επίσης, του διαθέτη είναι η διαμόρ­φωση κήπου και χώρου άθλησης στο προαύλιο, η ανέγερση μικρού υπόστεγου για την παρα­μονή των μαθητών κατά τις ώρες των διαλειμμάτων αλλά και κατοικίας για το διδακτικό προσωπικό (άρθρο 1). Το ποσό που ο Ραυτόπουλος διαθέτει για την ανέγερση αυτού του σχολικού συγκροτήματος ανέρχεται στις 7.500 λίρες στερλίνες, το μισό περίπου από το συνολικό κληροδοτούμενο χρηματικό ποσό – στοιχείο άλλωστε που και αυτό δηλώνει την ξεχω­ριστή φροντίδα του για την εκπαίδευση των συγχωριανών του. Όταν εκείνη την περίοδο το κόστος κατασκευής ενός εξατάξιου σχολείου ήταν, σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας, 80.000 δρχ., το κληροδοτούμενο ποσό ήταν 35 φορές μεγαλύτερο, δηλαδή 2.812.500 δρχ.           
           Το σχολικό κτήριο των Μεσοβουνιών κατασκευάστηκε τη διετία 1932-1933 με βάση τα σχέδια μελέτης, που εκπονήθηκαν από το Γραφείο Μελετών του Υπουργείου Παιδείας και εφαρμόστηκαν από τον Κεφαλονίτη πολιτικό μηχανικό Σπύρο Η. Μενάγια (1903-1996). Δεν κατα­σκευάστηκε, βέβαια, το σχολείο ισόγειο, όπως επιθυμούσε ο διαθέτης, αλλά διώροφο (ισόγειο και υπόγειο) με ολοκληρωμένο το ισόγειο. Επίσης δεν κατασκευάστηκαν το υπόστεγο για τους μα­θητές και η κατοικία για τους δασκάλους. Σε αυτό πρωτοστεγά­στηκε το Δημοτικό Σχολείο Μεσοβουνιών και αργότερα μέχρι πρόσφατα το Γυμνάσιο Μεσο­βουνιών με τις Λυκειακές τάξεις. Στον άξονα της πρόσοψης έχει τοποθετηθεί μαρμάρινη πλάκα με την επιγραφή «Κληροδότημα Ευάγγελου Γερ. Ραυτόπουλου. Οικοδομηθέν 1933», όπως επιθυμούσε ο ίδιος (άρθρο 14). Μήπως, ωστόσο, θα έπρεπε να ολοκληρωθεί η δική μας οφειλή προς τον ευεργέτη με μια προτομή, που να κοσμεί το προαύλιο του σχολείου ή την πλατεία του χωριού; Είναι, νομίζω, κάτι που αξίζει να γίνει για τον Ευάγγελο Ραυτόπουλο της εργασίας και της προσφοράς.

           Όπως όλοι έχουμε πια αντιληφθεί, ο Ευ. Ραυτόπουλος είναι μια ειδική περίπτωση ευεργέτη. Δεν είναι ο εμπορο-τραπεζίτης και εφοπλιστής Βαλλιάνος ή ο χρηματομεσίτης και μεγαλέμπορος Κοργιαλένιος. Είναι ένας απλός εργαζόμενος, ένας απλός υπάλληλος. Οι πρώτοι έδωσαν από τα κέρδη τους, απ’ ό,τι έμεινε από την υπεραξία και την εκμετάλλευση των εργαζομένων τους. Ο Ραυτόπουλος έδωσε τον καθημερινό του ιδρώτα, το μισθό του και τις αγωνίες του, εξαργυρωμένα όλα αυτά σε λίρες αγγλικές. Δεν επιζήτησε τη συνεχή εργασία για προσωπικό πλουτισμό και για προσωπική άνετη διαβί­ωση. Κάθε άλλο. Εργα­τικός και ολιγαρκής ο ίδιος, φιλοδόξησε να ευεργετήσει τους συγχωριανούς του, εφαρμόζοντας τις πρωτοποριακές κοινωνιστικές/σοσιαλιστικές του ιδέες.
 Η κατάργηση της επαχθούς και απεχθούς αγροληψίας και η ανέγερση σχολείου ορθάνοι­χτου στο φως και τη ζωή δεν εξασφαλίζουν μόνο την κοινωνική αναγνώριση και την υστε­ροφημία του Ευάγγελου Ραυτόπουλου στα Μεσο­βούνια. Για τον Ευάγγελο Ραυτόπουλο η υιοθέτηση ενός συλλογικού σκοπού πήρε το χαρακτήρα της εκπλήρωσης ενός προσωπικού χρέους αλλά και υπήρξε η καταλληλό­τερη απόδειξη μιας προο­δευτικής, ριζοσπαστικής σκέψης.
          Το «εγώ» του αυτοδημιούργητου ξενιτεμένου Μεσοβου­νιώτη μεταπλάθεται στο συλλογικό «εμείς», σε στόχους δηλαδή με ευ­ρύτερες πολιτικοκοινωνικές προεκτάσεις. Και στήνεται μπροστά μας ο Ευάγγελος Ραυτόπουλος της εργασίας και της προσφοράς ως μια προσωπικότητα με ανοιχτούς ορίζοντες και πρωτοπο­ριακές ιδέες, άξια παντοτινής τιμής και εκτίμησης.

          Πριν αφήσω αυτό το βήμα θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές της εκδήλωσης για την πρόσκληση. Δέχτηκα να μιλήσω για τον Ευ. Ραυτόπουλο, και γιατί παλαιότερα είχα την τύχη να μελετήσω τη διαθήκη του και να ασχοληθώ με την προσωπικότητά του, αλλά και για έναν επιπλέον λόγο, έναν προσωπικό λόγο. Η νόνα μου ήταν Ρισιάνα, Τασία Φερεντίνου από τα Κομητάτα. Γυναίκα της δουλειάς, και στο σπίτι και στον κάμπο, γυναίκα της συνεχούς προσφοράς αλλά και ένας ευχάριστος και καλόψυχος άνθρωπος. Έφηβη σαν ήταν, βρέθηκε να εργάζεται στις Ινδίες – «στας Ινδίας», όπως μας έλεγε - για δέκα χρόνια ως υπηρέτρια σε οικογένεια ενός στελέχους του Οίκου των Αδελφών Ράλλη, στον επιχείρηση δηλαδή που εργάστηκε για πολλά χρόνια ο Ευάγγελος Ραυτόπουλος. Επιτρέψτε μου να αφιερώσω την αποψινή μου ομιλία στη μνήμη εκείνης της γυναίκας, της νόνας μου Τασίας Φερεντίνου-Πετράτου.
          Σας ευχαριστώ πολύ.




BIBΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΓΑΚ – Αρχεία Νομού Κεφαλονιάς, Ληξιαρχικό Αρχείο, Βιβλία Γεννήσεων-Βαπτίσεων.
ΓΑΚ – Αρχεία Νομού Κεφαλονιάς, Ληξιαρχικό Αρχείο, Αρχεία Ναών.
ΓΑΚ – Αρχεία Νομού Κεφαλονιάς, Νοταριακό Αρχείο.
Αντωνίου Αλέξανδρος, «Σχολικά κτίρια του Μεσοπολέμου στα Επτάνησα. Συμβολή στην προστασία της μοντέρνας αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς», Κυμοθόη, τ. 21 (2011), σσ. 207-226.
Catsiyannis Timotheos, Pandias Stephen Ralli, Λονδίνο 1986.
Καλαφάτη Ελένη, Τα σχολικά κτίρια της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης 1821-1929, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας / Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα 1988.
Καλβοκορέσης Λεωνής, Ο Οίκος των Αδελφών Ράλλη, Χίος 1953.
Λιμπεράτος Συμεών, «Το δίκαιον στα Επτάνησα», στον τόμο Επτάνησος – Αφιέρωμα στα εκατόχρονα της Ενώσεως 1864-1964, Εισαγωγή – Επιμέλεια Σπύρου Μυλωνά, Αθήνα 1964, σσ. 43-69.
Μαραγκάκης Νικόλαος, «Ε. Γ. Ραυτόπουλος: ένας σοσιαλιστής στην πράξη», Περίγραμμα (περιοδικό της ΕΛΜΕΚΙ), τχ. 3 (1990), σσ. 19-25.
Μάρκου-Ντόντη Διώνη, Το χρονικό των Ελλήνων στις Ινδίες 1750-1950, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Ιωάννινα 2002 (ελληνική – αγγλική έκδοση).
Μουλάκης Χρήστος, Οίκος Αδελφών Ράλλη, Αθήναι 1964.
Πάλλης Λ. Λ., Ξενιτεμένοι Έλληνες, Αθήνα 1954.
Πανταζόπουλος Ν., «Τιμαριωτισμός και επίμορτος αγροληψία εν Επτανήσω επί Βενετοκρατίας», Πρακτικά Τρίτου Πανιονίου Συνεδρίου, (23-29 Σεπτεμβρίου 1965), τ. Β΄, εν Αθήναις 1969, σσ. 155-195.
Πετράτος Πέτρος, «“Τούτο δε πράττω ως σοσιαλιστής.” Ο Ευάγγελος Ραυτόπουλος και η διαθήκη του», Πρακτικά Συνεδρίου «Επτανησιακά Κληροδοτήματα (19ος αι. – 1953), (Κεφαλονιά 7-9 Μαΐου 2004), Εταιρεία Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Αργοστόλι 2007, σσ. 247-269.
Ralli Brothers Limited, Aγγλία 1951.
Σταυράκης Γ., Προσωπικότητες της Κεφαλονιάς, έκδοση Δήμου Ερίσσου, Αθήνα 2005.






ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΣΑΚΚΑΤΟΥ "Κεφαλονιά 1943. Το μεγάλο έγκλημα του ναζισμού. Η σφαγή της μεραρχίας Άκουι", Εκδόσεις Βιβλιοφιλία, Αθήνα 2008






          Αναμφισβήτητα, η εκτέλεση εν ψυχρώ από τους Γερμανούς χιλιάδων Ιταλών, στρατιωτών και αξιωματικών, της μεραρχίας Άκουι στην Κεφαλονιά το Σεπτέμβρη του 1943, που έχει καταχωριστεί στην ιστορική μνήμη ως σφαγή, συνιστά ένα από τα αποτρόπαια εγκλήματα του ναζισμού κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Διευκρινίζεται ότι η σφαγή αυτή δεν έγινε από τα Ες-Ες ή την Γκεστάπο – κάτι άλλωστε συχνό για τα γερμανικά δεδομένα- αλλά από τις δυνάμεις της Βέρμαχτ, του ίδιου δηλαδή του γερμανικού στρατού, μετά από τη διαταγή του Χίτλερ να μην υπάρξουν αιχμάλωτοι στην Κεφαλονιά.
          Αναντίρρητα, κατά την ελληνοϊταλο-γερμανική σύγκρουση καθοριστικό ρόλο έπαιξε το κοινό, μετά από ενέργειες του ΕΑΜ Κεφαλονιάς-Ιθάκης, ελληνο-ιταλικό αντιφασιστικό μέτωπο με τη συμμετοχή και των Σλοβένων, το οποίο επιδίωκε την αταλάντευτη αντίσταση εναντίον των νέων επίδοξων κατακτητών του νησιού, των Γερμανών. Αλλά το μεγαλείο του κεφαλονίτικου λαού εκδηλώθηκε με την ανεπιφύλακτη συμπαράστασή του στους νικημένους Ιταλούς, όταν, ανταποκρινόμενος στην έκκληση του ΕΑΜ, περιέθαλψε, έκρυψε και φυγάδευσε τους πρώην κατακτητές του με κίνδυνο της ζωής και της περιουσίας του.
         Αναμφίβολα, η σφαγή μπόρεσε να πραγματωθεί, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, επειδή οι Σύμμαχοι, παρά την υπόσχεσή τους για βοήθεια, δεν έκαναν απολύτως τίποτε προς αυτήν την κατεύθυνση. Αντίθετα, εμπόδισαν δύο ιταλικά πολεμικά, που με δική τους πρωτοβουλία απέπλευσαν από το Μπρίντεζι σε μια απεγνωσμένη προσπάθειά τους να βοηθήσουν τους αγωνιζόμενους συμπατριώτες τους στην Κεφαλονιά.
          Σίγουρα, τέλος, το γεγονός αυτό το σκέπασαν με βαριά σιωπή το γερμανικό, το ιταλικό και το ελληνικό κράτος ή προσπάθησαν με κάθε τρόπο να κλείσουν το θέμα. Η, τότε, Ομοσπονδιακή Δυτική Γερμανία, όχι μόνο προσπάθησε να σβήσει τα τεκμήρια του εγκλήματος της Βέρμαχτ, αλλά επιπλέον ανέχτηκε μες στον κρατικό και στρατιωτικό μηχανισμό της κάποιους από εκείνους τους εγκληματίες. Το ιταλικό κράτος θυσίασε τον αγώνα των στρατιωτών του και την τιμωρία των σφαγέων τους στο βωμό των κρατικών συμφερόντων, διακρατικών σκοπιμοτήτων και των νατοϊκών εντολών. Το ελληνικό κράτος,, υποκύπτοντας προφανώς σε εκβιασμούς της Δ. Γερμανίας, εξασφάλισε μέσα από το κατάλληλο νομικό πλαίσιο τη δυνατότητα μη καταδίωξης των Γερμανών εγκληματιών πολέμου και την απεμπόληση των ελληνικών διεκδικήσεων. Και έπρεπε να περάσουν είκοσι χρόνια για να παρέμβει η δικαιοσύνη. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση το ζήτημα θα κλείσει (το 1969), για να ξανανοίξει το 2003 και να ξανακλείσει το 2007.
          Όλες οι παραπάνω πλευρές της σφαγής της ιταλικής μεραρχίας Άκουι από τους Γερμανούς στην Κεφαλονιά το Σεπτέμβρη του 1943 απασχολούν τον Βαγγέλη Σακκάτο στο τελευταίο βιβλίο του «Κεφαλονιά 1943. Το μεγάλο έγκλημα του ναζισμού. Η σφαγή της μεραρχίας Άκουι. Ντοκουμέντα και κείμενα. Γεράσιμος Γαλάνος – Μια συγκλονιστική ιστορική μαρτυρία», εκδόσεις Βιβλιοφιλία, Αθήνα 2008. Στο βιβλίο αυτό ο συγγραφέας έχει συγκεντρώσει πλούσιο και ενδιαφέρον υλικό γύρω από τις πρόσφατες εξελίξεις για το θέμα της μεραρχίας Άκουι. Πρόκειται για υλικό, δημοσιευμένο ή όχι, αποτελούμενο από άρθρα δικά του ή άλλων, συνεντεύξεις, ή ομιλίες του, στοιχεία που δημιουργούν το παζλ των παράπλευρων, θα λέγαμε, ενεργειών της σφαγής της μεραρχίας Άκουι. Κωδικοποιώντας το υλικό αυτό, έχουμε συγκεκριμένα τις εξής ενότητες:
1η. Συγκλονιστική μαρτυρία Κεφαλονίτη δασκάλου, αυτόπτη μάρτυρα της ελληνοϊταλο-γερμανικής σύρραξης και κυρίως των συνεπειών της για την πόλη του Αργοστολιού και των γύρω χωριών – ένα σημαντικότατο ιστορικό ντοκουμέντο.
2η. Υλικό από εκδηλώσεις για το γεγονός της σύρραξης στο Αργοστόλι (Σεπτ. 2003) και στην Πάρμα της Ιταλίας (Μάρτ. 2007) – ρεπορτάζ και οι σχετικές ομιλίες του συγγραφέα σε αυτές – καθώς και από την παρουσίαση της ιταλικής έκδοσης του βιβλίου του «Μεραρχία Άκουι» στην Άκουι Τέρμε του Πιεμόντε της Ιταλίας (Οκτ. 2004).
3η. Πλούσιο υλικό για το όλο θέμα της δικαστικής έρευνας για την τιμωρία των ενόχων της σφαγής των Ιταλών: συνεντεύξεις και άρθρα του Β. Σακκάτου και άλλων.
4η. Άρθρα με αυστηρή κριτική για τα βιβλία του Άγγλου συγγραφέα Λουί ντε Μπερνιέ «Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» και «Πουλιά χωρίς φτερά» καθώς και για την ταινία τη βασισμένη στο πρώτο βιβλίο.
5η. Τέλος, στο Επίμετρο του βιβλίου περιλαμβάνονται κριτικές-κρίσεις για το πρώτο βιβλίο του Β. Σακκάτου «Μεραρχία Άκουι», δημοσιευμένες σε περιοδικά ή διατυπωμένες σε επιστολές προς τον ίδιο το συγγραφέα, καθώς επίσης έγγραφα της εποχής και ποικίλο φωτογραφικό υλικό.
           Ας εξετάσουμε, τώρα, αυτές τις ενότητες.
          1. Η μαρτυρία του δασκάλου Γεράσιμου Γαλάνου. Ο Γ. Γαλάνος γεννήθηκε και πέθανε στο Αργοστόλι (1887-1972) και δίδαξε με ευσυνειδησία σε σχολεία διαφόρων χωριών του νησιού και στο Αργοστόλι, αναπτύσσοντας πλούσια κοινωνική δραστηριότητα, σύμφωνα με το βιογραφικό του το γραμμένο στο βιβλίο αυτό από το συνάδελφο εκπαιδευτικό και ερευνητή Γερ. Σωτ. Γαλανό. Αμέσως μετά τη σύρραξη, ο δάσκαλος Γ. Γαλάνος ως αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων εκείνων ιδιαίτερα στο Αργοστόλι και των συνεπειών τους, κάθησε κι έγραψε μια περιγραφή όσων έζησε, με τις ανάλογες κρίσεις, και την απηύθυνε στην κόρη του Ελένη, που τότε ζούσε στην Αθήνα.
          Το κείμενο αυτό δε γνωρίζουμε πώς έφτασε στα χέρια του Κώστα Σπανού για δημοπράτηση, για να το αγοράσει τελικά ο Δήμος Αργοστολιού. Είναι όμως σίγουρο ότι ήταν γνωστό από τα χρόνια της Κατοχής στον Κεφαλονίτη καθηγητή της Λαογραφίας Δημήτριο Λουκάτο, ο οποίος το είχε αντιγράψει από το Νοέμβρη του 1943. Και όταν το Ίδρυμα Υιών Παναγή Φωκά-Κοσμετάτου, του οποίου Πρόεδρος ήταν ο Δ. Λουκάτος, έδωσε την άδεια στον Πρόεδρο της Εταιρίας Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας Γεράσιμο Αποστολάτο, να εκδώσει το χειρόγραφο του Κοσμέτου Φωκά-Κοσμετάτου για την ελληνοϊταλο-γερμανική σύρραξη, δημοσιεύθηκε σ’ εκείνο το βιβλίο και το κείμενο του δασκάλου Γερ. Γαλάνου, με την ένδειξη «Το αντέγραψα απ’ το πρωτότυπο τον Νοέμβριον 1943, Μίμης Λουκάτος». Σημειώνουμε, ωστόσο, κάποιες παρατηρήσεις: Εκεί, το επώνυμο του δασκάλου αναγράφεται λαθεμένα Γαλάνης. Στο αντιγραμμένο και δημοσιευμένο κείμενο υπάρχουν μερικά κενά και σε κάποιες περιπτώσεις δεν είναι πιστή η αντιγραφή από το πρωτότυπο. Πράγματι, με προβληματίζει αυτή η κατάσταση, τη στιγμή που ο Δημ. Λουκάτος ήταν πάντα πολύ προσεκτικός, τυπικός και σχολαστικός σε τέτοιες περιπτώσεις και έδειχνε σεβασμό σε χειρόγραφα κείμενα, δεν είχε δηλαδή λόγο να παρουσιάσει στην αντιγραφή του αλλοιωμένο το κείμενο του Γαλάνου. Τι συνέβη κανείς δε γνωρίζει. Πάντως, γνωρίζουμε τώρα το αυθεντικό κείμενο του Κεφαλονίτη δασκάλου χάρη στη δημοσίευση φωτογραφιών του κειμένου από τον Β. Σακκάτο. Κατά τη μεταγραφή του, όμως, και εδώ παρουσιάστηκαν κάποια λάθη.
          Ποια, ωστόσο, είναι η ιστορική σημασία αυτού του χειρόγραφου κειμένου; Ο ίδιος ο Β. Σακκάτος στο εισαγωγικό του σημείωμα αναφέρει ότι πρόκειται «για ένα ιστορικό ντοκουμέντο μεγάλης αξίας», είναι «μία συγκλονιστική μαρτυρία ενός πολύ αξιόπιστου αυτόπτη μάρτυρα της ιταλογερμανικής σύρραξης στην Κεφαλονιά, της καταστροφής τ’ Αργοστολιού και των γύρω χωριών και όλων των δεινών που υπέστησαν οι ηττημένοι Ιταλοί αλλά και ο λαός της Κεφαλονιάς». Και πολύ σωστά. Δίνει ο Γαλάνος σημαντικά στοιχεία, που δεν τα έχουμε από άλλη πηγή. Αναφέρει τις συμπλοκές, μετράει τις απώλειες, καταγράφει τα προβλήματα – κι αυτό είναι κατά τη γνώμη μας το σημαντικότερο – του άμαχου πληθυσμού. Πέρα από το αν μπορεί κάποιος να διαφωνεί με τις εκτιμήσεις και κρίσεις του αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων, παραμένει η αξία του κειμένου του ως ιστορικής πηγής.
          2. Στο βιβλίο του ο Β. Σακκάτος περιλαμβάνει υλικό από τρεις εκδηλώσεις. Τα τέλη Αυγούστου και το Σεπτέμβρη του 2003, με τη συμπλήρωση 60 χρόνων από την ελληνοϊταλο-γερμανική σύρραξη, ο Ελληνοϊταλικός Σύλλογος Κεφαλονιάς-Ιθάκης Mediterraneo σε συνεργασία με το Σύλλογο της Ρώμης Storia e Memoria και με την υποστήριξη της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κεφαλονιάς και Ιθάκης, του Δήμου Αργοστολιού, του Υπουργείου Εξωτερικών της Ιταλίας και της Γερμανικής Πρεσβείας στην Αθήνα διοργάνωσαν σειρά εκδηλώσεων με κορύφωση το ιστορικό Συνέδριο στις 13 και 14 του Σεπτέμβρη, όπου πήραν μέρος 13 σύνεδροι - Έλληνες, Ιταλοί και Γερμανοί ιστορικοί και ερευνητές. Από την ελληνική πλευρά μίλησαν ο Σπύρος Λουκάτος, ο Βαγγέλης Σακκάτος και ο Γεράσιμος Αποστολάτος. Στο βιβλίο ο συγγραφέας δημοσιεύει τη δική του εισήγηση με τον τίτλο «Η πολιτικά ώριμη στάση και συμπεριφορά του λαού της Κεφαλονιάς στην ιταλογερμανική σύγκρουση του Σεπτέμβρη του 1943. Η συμμετοχή και η δράση των ανδρών της Άκουι στον ΕΛΑΣ της Δυτικής Ελλάδας». Ο εισηγητής τονίζει την απαράδεκτη στάση των Συμμάχων, οι οποίοι, ενώ συνέβαλαν μέσω της εδώ Στρατιωτικής Αποστολής στη σύγκρουση Ιταλών και Γερμανών, εγκατέλειψαν εσκεμμένα τους νέους συμμάχους τους στην τύχη τους, υπογραμμίζει την πολιτική ωριμότητα των τοπικών ΕΑΜικών δυνάμεων και την αξιοθαύμαστη αλληλεγγύη του κεφαλονίτικου λαού και αναδεικνύει τη συνεισφορά εκείνων των στρατιωτών και αξιωματικών της Άκουι, που μετά τη σύγκρουση κατατάχθηκαν στο 2/39 Σύνταγμα του ΕΛΑΣ Αιτωλοακαρνανίας πολεμώντας πλάι στους Έλληνες τον κοινό εχθρό.
          Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 2 και 3 Μαρτίου 2007 πραγματοποιήθηκε στην Πάρμα της Ιταλίας, υπό την αιγίδα του Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Πρεσβείας στην Ιταλία, ιστορικό Συνέδριο για τη σφαγή της μεραρχίας Άκουι, με τη συμμετοχή 11 συνέδρων, 2 Ελλήνων (του Β. Σακκάτου και της Μαρίας Φάλι-Ζαπάντη) και 9 Ιταλών. Η εισήγηση του συγγραφέα, που δημοσιεύεται στο βιβλίο, επικεντρώνεται στη σύγκρουση, δίνοντας κυρίως έμφαση στη γενναία απόφαση των Ιταλών να συγκρουστούν με τους Γερμανούς, χωρίς να παραλείπει να αναφέρει τη βαρβαρότητα των δεύτερων και την αδιαφορία των Συμμάχων αλλά και τη συμμετοχή και αλληλεγγύη των Κεφαλονιτών. Κάνει ιδιαίτερη μνεία στην περίπτωση του αντιφασίστα αγωνιστή Άμος Παμπαλόνι, τιμώντας προφανώς τον άνδρα που πριν από 5 μήνες είχε φύγει από τη ζωή.
           Στο μεταξύ, η 7η του Οκτώβρη 2004 πρέπει να ήταν μια από τις ευτυχισμένες μέρες της ζωής του Β. Σακκάτου. Έχει μεταφραστεί στα ιταλικά από τον ελληνιστή Massimo Rapetti το ιστορικό του αφήγημα-μαρτυρία «Μεραρχία Άκουι» και τη μέρα εκείνη γινόταν η παρουσίαση της ιταλικής έκδοσης στην Άκουι Τέρμε του Πιεμόντε της Ιταλίας. Σημειώνουμε εδώ ότι είναι το πρώτο ελληνικό βιβλίο με το θέμα αυτό που μεταφράζεται στα ιταλικά. Μεγάλη επίσης τιμή για τον ίδιο το Β. Σακκάτο και το βιβλίο του ήταν το ότι την έκδοση αυτή δέχθηκε να προλογίσει ο εκλεκτός Ιταλός συγγραφέας Marcello Venturi, o πρώτος που ασχολήθηκε, από τη δεκαετία του 1960, με το θέμα της σφαγής των Ιταλών στην Κεφαλονιά από τους Γερμανούς – το ιστορικό του μυθιστόρημα έχει μεταφραστεί στα ελληνικά με τον τίτλο «Λευκή σημαία στην Κεφαλονιά» - όταν κανείς ιστορικός ή ιστοριογράφος ή άλλος ερευνητής δεν είχε τολμήσει να καταπιαστεί με την υπόθεση αυτή και όταν και η ίδια η ιταλική Πολιτεία δεν είχε ακόμη ξεκαθαρίσει αν τα γεγονότα του Σεπτέμβρη του 1943 στην Κεφαλονιά συνιστούσαν άδοξη ήττα ή ηρωική αντίσταση. Επομένως, δικαιολογημένα ο Β. Σακκάτος απόλαυσε πράγματι ευτυχισμένα εκείνη την εκδήλωση της παρουσίασης, καθώς βίωνε τη μετανάστευση ενός παιδιού του – του βιβλίου του – στη γειτονική χώρα, αφού και γι’ αυτήν γράφτηκε εκείνο το βιβλίο. Στην ομιλία του ο συγγραφέας βρήκε την ευκαιρία να επισημάνει την αναγκαιότητα των αγώνων για πανανθρώπινη ειρήνη και κοινωνική δικαιοσύνη, ώστε να αποφευχθούν σήμερα και αύριο φρικαλεότητες σαν κι εκείνες του Σεπτέμβρη του 1943 στο όμορφο κατά τα άλλα νησί της Κεφαλονιάς. Ενημέρωσε το ακροατήριό του για το περιεχόμενο του βιβλίου του, αλλά και συμπληρωματικά αναφέρθηκε και στα επιπλέον στοιχεία που περιέχει η δεύτερη, στο μεταξύ, ελληνική έκδοση του βιβλίου.
           3. Αρκετά ενδιαφέρουσα είναι η ενότητα κειμένων του βιβλίου, που περιέχει υλικό για την υπόθεση της δικαστικής δίωξης των ενόχων της σφαγής. Είναι αλήθεια ότι για το αποτρόπαιο έγκλημα του γερμανικού στρατού, για την ανελέητη σφαγή των Ιταλών κανείς ουσιαστικά δεν τιμωρήθηκε μέχρι σήμερα. Πράγματι το όλο θέμα προκαλεί θυμό και αγανάκτηση στον απλό πολίτη και ευσυνείδητο πατριώτη και χαρακτηρίζει το κράτος ως ανάλγητο θύτη, ως αντιλαϊκό μηχανισμό, ως ισοπεδωτή των ανθρώπινων αξιών και των πολιτισμικών παραδόσεων. Και αυτά δεν ισχύουν μόνο για το γερμανικό κράτος, που δικαιολογημένα κατά κάποιους θα ήθελε να περιφρουρήσει τους μηχανισμούς του και τους ανθρώπους του, αλλά – όσο και να φαίνεται παράξενο – ισχύουν και για το ιταλικό και για το δικό μας, το ελληνικό κράτος. Μερικά στοιχεία είναι χαρακτηριστικά – κάποια από αυτά τα αντλώ από άρθρα αυτής της ενότητας.
          Σε άρθρο του στη γερμανική εφημερίδα Neus Deutschland ο δημοσιογράφος Gerhard Feldbauer, στις 27-9-2003, σημείωνε: ο στρατηγός Hebert Lanz, διοικητής του 22ου Σώματος Στρατού Ορεινών Κυνηγών (καταδρομέων), παραπέμφθηκε στο δικαστήριο της Νυρεμβέργης και δικάστηκε σε 12 χρόνια φυλακή, αλλά εξέτισε μόνο τα 5, συνέχισε τη σταδιοδρομία του στο στρατό της, τότε, Ομοσπονδιακής Δ. Γερμανίας και χρημάτισε σύμβουλος Πολιτικής Ασφάλειας του Φιλελεύθερου Κόμματος του Γκέντσερ. Ο ταγματάρχης Reinhold Klebe, του Στρατού κι αυτός των Ορεινών Κυνηγών, υπεύθυνος και για την ομαδική εκτέλεση 400 Ιταλών αιχμαλώτων στην περιοχή της Θηνιάς, έκανε καριέρα στο γερμανικό στρατό, φτάνοντας μέχρι το βαθμό του αντισυνταγματάρχη.
          Στην Ιταλία για 20 χρόνια μετά τα γεγονότα βασίλευε ένοχη σιωπή, καθώς καμιά έρευνα δεν είχε γίνει για την εξακρίβωση των υπευθύνων της σφαγής. Αντίθετα, 28 επιζήσαντες Ιταλοί αξιωματικοί κατηγορήθηκαν από τους γονείς κάποιων νεκρών στρατιωτών για συνομωσία κατά του διοικητή της μεραρχίας στρατηγού Gandin και ως υπεύθυνοι για τη σύρραξη, οι οποίοι τελικά αθωώθηκαν μόλις το 1957. Το 1960 ομάδα υψηλόβαθμων Γερμανών απαλλάχθηκε από την κατηγορία για τις εκτελέσεις αιχμαλώτων της μεραρχίας Άκουι.
          Αλλά και η ελληνική πλευρά στα τέλη της δεκαετίας του 1950 έδειξε εγκληματική υποχωρητικότητα στο ζήτημα της τιμωρίας των ενόχων και στη δίκαιη απαίτηση από το γερμανικό κράτος των πολεμικών επανορθώσεων και αποζημιώσεων. Τα στοιχεία που ο Β. Σακκάτος αναφέρει σε πρόσφατο κείμενό του (1-12-2007) είναι αξιοπρόσεκτα. Αναφέρω μερικά: Ενώ στις 2-3-1959 ο Μαξ Μέρτεν καταδικάζεται ως εγκληματίας πολέμου σε φυλάκιση 25 χρόνων, μετά από 8 μήνες αποφυλακίζεται με τον τότε πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή να απαντά στη Βουλή στις δικαιολογημένες καταγγελίες της ΕΔΑ ότι αυτό έγινε «χάριν των σχέσεων των δύο χωρών». Την ίδια χρονιά, το μήνα Αύγουστο, φυγαδεύεται ο υπόδικος Γερμανός εγκληματίας πολέμου Γκούντερ Γκόλβες – στην πραγματικότητα τον απέλυσε η ελληνική κυβέρνηση μετά από παρέμβαση της Δ. Γερμανίας. Και ο τότε υπουργός Προεδρίας Κ. Τσάτσος δήλωνε κυνικά ότι «η πολιτική αυτή της κυβερνήσεως περί τερματισμού των διώξεων των εγκληματιών πολέμου είναι σύμφωνος με τα γενικότερα συμφέροντα της χώρας». Κανένα σχόλιο για το νεότερο αυτό κυβερνητικό έγκλημα.
          Μέσα, λοιπόν, σ’ ένα τέτοιο διακρατικό κλίμα, καθοδηγημένο από τα ΝΑΤΟϊκά επιτελεία, προκειμένου να μην ενοχληθεί η από το 1955 γερμανική παρουσία στη Συμμαχία, δεν ήταν δυνατό να διεξαχθούν ουσιαστικές έρευνες για τον εντοπισμό των ενόχων της φρικιαστικής σφαγής στην Κεφαλονιά το Σεπτέμβρη του 1943 και την παραδειγματική τιμωρία τους. Η δικαστική έρευνα που μετά από πίεση ξεκίνησε το 1964, έκλεισε το 1968 χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Έπρεπε να περάσουν άλλα 40 από τότε χρόνια, για να ξεκινήσει νέα δικαστική έρευνα πάλι, το 2003, και να κλείσει πάλι, το 2007, χωρίς ουσιαστικό πάλι αποτέλεσμα.
Πράγματι, εξαιτίας του θορύβου που ξεσηκώθηκε – σημαντικό μερίδιο σε αυτό έχει και ο Β. Σακκάτος – λόγω της απαράδεκτης πλαστογράφησης της ιστορίας που ο Λουί ντε Μπερνιέρ με το «Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι», και συνακόλουθα και με την ομώνυμη ταινία, προκάλεσε, ευαισθητοποιήθηκε ο Γερμανός Ανώτερος Εισαγγελέας Ulrich Maass και ξεκίνησε το 2003 νέα δικαστική έρευνα. Απ’ ό,τι φαίνεται κατέβαλε ο ίδιος φιλότιμες προσπάθειες για τη συλλογή αδιαμφισβήτητων στοιχείων, που να στοιχειοθετούν κατηγορίες σε προσωπικό επίπεδο, παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες λόγω κυρίως της μεγάλης χρονικής απόστασης από τα γεγονότα. Επισκέφθηκε και την Κεφαλονιά, για να πάρει καταθέσεις. Τότε (2005) ο ίδιος δήλωνε σε συνέντευξή του προς τον Β. Σακκάτο, που δημοσιεύεται στο βιβλίο, ότι «είναι πολύ αργά να γίνει πραγματικά κάτι για να διαλευκανθεί το ζήτημα, 62 χρόνια μετά τα γεγονότα ή από το σημαντικό γεγονός, αλλά κατά τη γνώμη μου δεν είναι αργά». Κατά τη διάρκεια της έρευνας κίνησε τη διαδικασία εναντίον δύο προσώπων και παρέπεμψε την υπόθεση, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, στους συναδέλφους του στη Βαυαρία, γιατί αυτός ήταν υπεύθυνος μόνο για το ομόσπονδο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνο-Βεστφαλίας. Ο Ανώτερος, όμως, Εισαγγελέας του Μονάχου σταμάτησε το 2006 τη δίωξη με το αιτιολογικό ότι ο συγκεκριμένος Γερμανός καταδρομέας έκανε το καθήκον του. Φυσικά ξεσηκώθηκε θύελλα διαμαρτυριών κυρίως στην Ιταλία.
          Στο μεταξύ, η υπόθεση είχε ήδη κριθεί. Ο διενεργήσας τη δικαστική έρευνα Ανώτερος Εισαγγελέας Ulrich Maass έθεσε την υπόθεση στο Αρχείο στις 8-3-2007, ομολογώντας ουσιαστικά το αδιέξοδο του όλου εγχειρήματος. Να τι γράφει σε επιστολή του προς τον Β. Σακκάτο: «Οι έρευνες για τη θανάτωση των Ελλήνων στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στο νησί συνεχίζονται, αλλά βρίσκονται επίσης λίγο πριν από το κλείσιμο. […] Συνολικά έχουν εξεταστεί οι περιπτώσεις των 3.500 περίπου άλλοτε ανηκόντων στη Βερμαχτ – δυνητικά δραστών, σχετικά μετεχόντων. Από αυτούς, πάνω από το 82% έχουν πεθάνει και περίπου το 5% δεν έχει εξακριβωθεί. Από τους έχοντες τις διαταγές (τους αξιωματικούς), τον καιρό των εξακριβώσεων ζούσαν ακόμα 7. Από αυτούς ένας[…] είναι αρμοδιότητας της Εισαγγελίας του Μονάχου για τη συνέχεια. Ένας άλλος ακόμα από τους διατεθέντες στην Κεφαλονιά, βρέθηκε σε αιχμαλωσία κι ένας τραυματίστηκε βαριά κατά την προσγείωση και μεταφέρθηκε πάλι στη στεριανή Ελλάδα. Οι υπόλοιποι 4 αξιωματικοί θεωρήθηκαν ύποπτοι, γιατί με τα τμήματά τους, στη διάρκεια διάθεσής τους στην Κεφαλονιά και κατά την προέλασή τους προς το Αργοστόλι, τουλάχιστο κάποιοι απ’ αυτούς βρεθήκανε στους τόπους των εκτελέσεων. Αυτοί απορρίπτουνε την οποιαδήποτε συμμετοχή τους στις εκτελέσεις. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έρχονται σε αντίθεση με τα υπάρχοντα στοιχεία. Δεν αποδεικνύεται πως αυτοί ή μέλη των λόχων και των πυροβολαρχιών τους, κάτω από τη διοίκησή τους, μετείχαν στη θανάτωση Ιταλών αιχμαλώτων πολέμου. […] Η αξιοποίηση κάθε μεμονωμένης κατάθεσης των πάνω από 400 εξετασθέντων άλλοτε στρατιωτών της Βερμαχτ, στα πλαίσια αυτών των πληροφοριών δεν είχε αποτέλεσμα. Έχει αποδειχτεί εντούτοις για μόνο δύο στρατιώτες του 12ου λόχου του 98ου συντάγματος Ορεινών Κυνηγών πως πήρανε μέρος σε εκτελέσεις και αυτό έχει εξακριβωθεί».
Παρά τις αρχικές προσδοκίες η υπόθεση έκλεισε άδοξα. Ωστόσο, όλη αυτή την οδύσσεια μπορεί ο αναγνώστης να την αντιληφθεί διαβάζοντας τη σχετική ενότητα του βιβλίου του Β. Σακκάτου, όπου συμπεριλαμβάνονται και άρθρα τρίτων για το θέμα αυτό.
          4. Στην τέταρτη ενότητα του βιβλίου περιλαμβάνουμε τα κείμενα του Β. Σακκάτου, που αναφέρονται στην κριτική του για δύο βιβλία του Άγγλου Λουί ντε Μπερνιέρ. Είναι γνωστό ότι το μυθιστόρημα του Άγγλου συγγραφέα «Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» (1995), καθώς και η ομώνυμη ταινία που λίγα χρόνια αργότερα γυρίστηκε, ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών. Ο ντε Μπερνιέρ κακοποιούσε την ιστορία, αντί να αναδείξει την ιστορία μέσα από το έργο του, όπως κάνουν οι σωστοί και έντιμοι μυθιστοριογράφοι. Κατασυκοφαντούσε την Εθνική Αντίσταση των Ελλήνων, πλαστογραφούσε σημαντικά πρόσωπα και πράγματα της τοπικής μας ιστορίας κατά την περίοδο της Κατοχής. Έτσι λοιπόν, ήταν φυσικό να μην αφήσει αδιάφορους τόσο εκείνους που βρίσκονταν ακόμη στη ζωή και είχαν ζήσει τα γεγονότα που ο Άγγλος συγγραφέας «ιστορούσε», όσο και νεότερους ερευνητές, διανοούμενους και πρόσωπα της τοπικής πολιτικής σκηνής. Άργησε, βέβαια, να καρποφορήσει η μάχη που δόθηκε για την αποκατάσταση της αλήθειας, το τελικό όμως αποτέλεσμα θεωρείται ικανοποιητικό.
          Δύο, κατά τη γνώμη μου, σήκωσαν το κύριο βάρος εκείνης της μάχης, ο Β. Σακκάτος  και ο Λευτέρης Ελευθεράτος. Και οι δύο με τεκμηριωμένα δημοσιεύματα σε τοπικές  και αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά, με συνεντεύξεις και ομιλίες, και επιπλέον ο πρώτος με την έκδοση και επανέκδοση του βιβλίου του «Μεραρχία Άκουι» και ο δεύτερος με την έκδοση του βιβλίου του στα ελληνικά και τα αγγλικά «Το φάλτσο μαντολίνο του λοχαγού», όπου βασιζόμενος σε ελληνικές και ξένες πηγές αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τη βάναυση κακοποίηση από τον ντε Μπερνιέρ της ιστορίας. Ο Β. Σακκάτος, βέβαια, συνεχίζει. Το 2005 βάζει πάλι στο στόχαστρό του το νέο μυθιστόρημα του Άγγλου  συγγραφέα «Πουλιά χωρίς φτερά» (Δεκ. 2004), που αναφέρεται στη μικρασιατική καταστροφή του 1922 με ποικίλες ωστόσο αναφορές και παρεκβάσεις σε ιστορικά γεγονότα της βαλκανικής ιστορίας. Να μια καίρια διαπίστωση του Β. Σακκάτου: Θεωρεί το λογoτεχνικό έργο του Λουί ντε Μπερνιέρ στρατευμένο «στην παραποίηση και την ιστορική  πλαστογραφία». Θεωρεί το συγγραφέα του «Πουλιά χωρίς φτερά» «παραχαράκτη καθ’ έξιν και σύστημα, που καλύπτει τη διακήρυξη των υπεραντιδραστικών πολιτικών και κοινωνικών απόψεών του και των ιστορικών πλαστογραφιών του και παραχαράξεων με τη μορφή μυθιστορημάτων στην υπηρεσία άνομων σκοπών».
           Αντιλαμβάνομαι ότι σας έχω κουράσει. Δεν μπορούσα, όμως, να «πετάξω» τίποτε από το βιβλίο του Β. Σακκάτου. Όλα τα κείμενα του βιβλίου είναι ενδιαφέροντα, όλα διατηρούν την αξία τους, το καθένα έχει να συνεισφέρει στο θέμα της μεραρχίας Άκουι και της σφαγής της. Μπορεί να είναι κείμενα διαφορετικού είδους ή διαφορετικής βαρύτητας, όλα ωστόσο συνθέτουν ένα μωσαϊκό πολύχρωμο και στέρεο, που πάνω του μπορεί να βαδίσει ο καθένας που επιθυμεί να μάθει και να κατανοήσει θέματα της ιστορίας και προβλήματα της σύγχρονης αντιφατικής ζωής μας. Χάρη, μάλιστα, στο πολυποίκιλο των κειμένων του το βιβλίο διαβάζεται και αφομοιώνεται ευχάριστα.